(Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε σε εκπαιδευτικικά περιοδικά και εφημερίδες).
Όλη τη χρονιά ένιωθα ένα κακό γρανάζι μιας άθλιας μηχανής. Εχθές, μετά τη συμμετοχή μου στην εξέταση “των φυσικώς αδυνάτων” αποφάσισα πως πρέπει να ξαναπώ δυο κουβέντες, έτσι τουλάχιστον για να έχω την αίσθηση πως συνεισφέρω σε ένα προβληματισμό που σε κάποιο μέλλον μπορεί να ωθήσει κάποιες αλλαγές.Ας πούμε όμως πρώτα τι έγινε εχθές (Σάββατο 25.5.02) στο μουσικό σχολείο της Παλλήνης, όπου τα “φυσικώς αδύνατα” παιδιά (που είναι κυρίως δυσλεκτικά) εξετάζονταν προφορικά στο μάθημα της Βιολογίας (Γ’ Λυκείου). Όταν δόθηκαν τα θέματα, όσοι καθηγητές θα παίρναμε μέρος στην εξέταση, συγκεντρωθήκαμε σε μια αίθουσα προκειμένου να συμφωνήσουμε για τις σωστές απαντήσεις και την κοινή βαθμολόγηση. Εκτός από το πρώτο θέμα που ήταν πολλαπλής επιλογής, σε όλα τα υπόλοιπα αναπτύχθηκαν ένα σωρό διαφορετικές απόψεις ενώ σε αρκετά οι διαφορές δεν γεφυρώθηκαν μετά από συζήτηση μιας ώρας, βρέθηκαν μόνο κάποιες φόρμουλες κοινής βαθμολόγησης. Οι διαφωνίες αφορούσαν στις διαφορετικές απαντήσεις που θα μπορούσαν να δοθούν σε ορισμένα από τα θέματα:
- με βαθύτερες επιστημονικές διαστάσεις (π.χ. “με ποια κριτήρια κατατάσσονται δυο οργανισμοί στο ίδιο είδος;” ή γιατί αυξάνονται τα νιτρικά ιόντα από 0-800 m βάθος στις θάλασσες)
- που είναι ακόμα πεδία ανοιχτής έρευνας και το βιβλίο εξαιρετικά κακογραμμένο (π.χ. “ποιες λειτουργίες επιτελούν τα Τ λεμφοκύτταρα;” ή “για τους ρόλους των αντισωμάτων”)
- ανούσιου σχολαστικισμού (π.χ. “σε ποιο τροφικό επίπεδο ανήκουν” κάποιοι οργανισμοί).
Συμφωνία υπήρξε μόνο σε θέματα πιστής απόδοσης αποσπασμάτων του σχολικού βιβλίου, ενώ κι οι απαντήσεις στις ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, που στην ουσία είναι απλά αντιστοίχιση λέξεων σε λέξεις, κρίνονται με το γράμμα του σχολικού βιβλίου. Ήταν προφανές: η εξέταση απαιτούσε ένα “ιερό” κείμενο αναφοράς με βάση το οποίο οι μαθητές ξέρουν τι τους ζητάνε κι οι καθηγητές τι βαθμολογούν.
Δεν πήρα μέρος στους διαπληκτισμούς των συναδέλφων μου, γιατί αφ’ ενός ντρεπόμουν να συνεισφέρω στον “φροντιστηριακό” σχολαστικισμό για το πώς ακριβώς διατυπώνεται κάτι στη μια ή την άλλη γωνιά του σχολικού εγχειριδίου και αφ’ ετέρου γιατί καταλάβαινα πως η συζήτηση για τα σοβαρά ζητήματα θα μπορούσε, και δικαιολογημένα, να ήταν ατέλειωτη. Εξ άλλου, αυτό που είπε ένας λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία συνάδελφος ήταν απόλυτα σωστό: αν εμείς δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε μια απάντηση πώς θα απορρίπταμε τις διαφορετικές εκδοχές από τα παιδιά; Ένιωσα να παίρνω μέρος σ’ ένα θλιβερό παιχνίδι από το οποίο δεν μπορούσα να αποχωρήσω. Δυστυχώς όμως, η εξέταση αυτή δεν ήταν ένα στιγμιαίο κακό, από το οποίο θα μπορούσε ας πούμε να απουσιάζει κανείς λόγω ασθένειας. Ολόκληρη η εκπαιδευτική διαδικασία στο λύκειο απαξιώνεται από την υποχρέωση να προετοιμάζονται οι μαθητές για εξετάσεις επιλογής για τις ανώτερες σχολές.
Ας μείνουμε στο μάθημα της Βιολογίας της Γ’ Λυκείου. Για το μάθημα αυτό διατίθεται μια ώρα την εβδομάδα. Μέσα σε αυτή την ώρα (όταν δηλαδή γίνεται και δεν χάνεται λόγω εκδρομής, γιορτής, αργίας κλπ) θα πρέπει να διδαχθούν κάποιες σελίδες ως ευαγγέλιο προς αποστήθιση, να γίνουν θέματα που ίσως πέσουν στις εξετάσεις, να γραφούν διαγωνίσματα και να αξιολογηθούν οι μαθητές για προφορική βαθμολογία. Γεμάτοι άγχος, καθηγητές και μαθητές τρέχουμε να πραγματώσουμε τα ανόητα αυτά καθήκοντα, που έχουν τόση σχέση με την μάθηση, όσο η λύση σταυρολέξων με την ουσιαστική γνώση. Για τα παιδιά που θα φύγουν από το λύκειο και δεν θα ασχοληθούν ποτέ συστηματικά με την επιστήμη της Βιολογίας, το Λύκειο θα έπρεπε να φροντίσει ώστε να αποκτήσουν ορισμένες γνώσεις για τεράστιας σημασίας θέματα όπως τη γενετική, την οικολογία, τη μόλυνση, την εξέλιξη, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, τα κληρονομικά νοσήματα, τη σχέση κληρονομικότητας και περιβάλλοντος για τη διαμόρφωση των όντων, το γήρας, την κλωνοποίηση, την αθανασία, τη βιοηθική και τόσα άλλα για τα οποία ίσως μάλιστα κληθούν ως αυριανοί πολίτες να πάρουν αποφάσεις. (Αλήθεια, οι συνάδελφοι φιλόλογοι που στο φετινό θέμα της έκθεσης βάλανε αυτά ακριβώς τα θέματα προς προβληματισμό, γνωρίζουν πως οι μαθητές στο μάθημα της Βιολογίας δεν τα διδάσκονται κι ασχολούνται μόνο με ανούσιους τεχνικούς σχολαστικισμούς που θα ξεχάσουν πριν ακόμα βγουν από την αίθουσα των εξετάσεων;). Μα, θα αντέτεινε κανείς, αν δεν επαρκεί ο χρόνος τώρα με τόσο μικρότερη ύλη, πώς θα μπορούσαν πολλά περισσότερα αντικείμενα να διδαχθούν στο μονόωρο μάθημα;
Η άποψή μου είναι πως αν ο προσανατολισμός του μαθήματος ήταν η γενική μόρφωση και η καλλιέργεια των παιδιών, οι γενικές θεωρητικές και εποπτικές παρουσιάσεις καθώς και οι εργασίες που θα καλούνταν να κάνουν, ως μέρος της αξιολόγησής τους, θα μπορούσαν να τους δώσουν μια καλή ενημέρωση γενικού χαρακτήρα, που μάλιστα θα μπορούσε να τους μείνει και μετά το τέλος του σχολείου. Αυτή όμως η γενική μόρφωση δεν βοηθάει την αξιολόγηση που χρειάζονται οι “αντικειμενικές” εξετάσεις. Πολλές και διαφορετικές απόψεις για την κλωνοποίηση, την ευθανασία, τις αμβλώσεις, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα θα μπορούσαν να είναι εξ’ ίσου αποδεκτές.
Η επιταγή των “αντικειμενικών” εξετάσεων οδηγεί στην ανάγκη θέσπισης της “ιερής” εξεταστέας ύλης, εκτρέποντας τη μορφωτική διαδικασία σε αποστήθιση κάποιων σελίδων και σε νευρωσική αναζήτηση του ποιες ερωτήσεις “κρίσεως” θα μπορούσαν να εξαχθούν από αυτές τις σελίδες. Έτσι όμως, η διαδικασία της αγνής μάθησης, την οποία δεν θα αρνιόταν κανένα παιδί που δεν του έχουμε χαλάσει την ψυχή και τον νου, μετατρέπεται σε ένα ανόητο και ψυχοφθόρο παιχνίδι ανταγωνισμού. Οι μαθητές που το παίζουν με επιτυχία ίσως βραβευθούν με την είσοδό τους σε μια ανώτερη σχολή, με αντίτιμο όμως, πιθανότατα, ένα μεγάλο μέρος της ελεύθερης και δημιουργικής νοητικής τους δυνατότητας, που πιθανότατα δεν θα επανακτήσουν ποτέ στα επόμενα χρόνια, όπως τα γατάκια που δεν βλέπουν μετά στην ενήλικη ζωή τους, από το μάτι που θα τους το κλείσουμε την εποχή που έπρεπε να δεχτεί ερεθίσματα για να αναπτυχθεί. Φυσικά, τα παιδιά αυτά θα είναι τα αυριανά πειθαρχημένα στελέχη των επιχειρήσεων, πολύ όμως φοβάμαι πως έχουν λίγες πιθανότητες να είναι οι δημιουργικοί επιστήμονες ή οι αληθινά νεωτεριστές και ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι. Από την άλλη μεριά, οι καθηγητές που παίζουν αδιαμαρτύρητα αυτό το θλιβερό παιχνίδι, αν δεν έχουν παρασυρθεί από ένα ειλικρινές φιλότιμο της μορφής: “αυτό είναι το σύστημα, πώς θα αφήσουμε αβοήθητα τα παιδιά;”, είναι άνθρωποι που βγάζουν λεφτά από τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα και αντλούν κύρος διανοουμένου σκυλεύοντας τη γνώση (έχετε δει φυσικά κάποιους ανόητους με τι στόμφο μιλάνε για τη λύση κάποιων θεμάτων εξετάσεων, διαδίδοντας κι ίσως πιστεύοντας κι οι ίδιοι, πως είναι αυθεντίες, επειδή ξεψάχνισαν λίγες σελίδες ενός βιβλίου και έμαθαν μερικές δεκάδες ασκήσεις-πράγμα που κι ένας απόφοιτος λυκείου μπορεί να κάνει).
Φυσικά δεν λέω τίποτε που δεν έχει ειπωθεί από χιλιάδες άλλους, δηλώνοντας πως στην εποχή που έχουμε τεράστια πρόσβαση στη γνώση, το να είναι το αντικείμενο της εκπαίδευσης η αποστήθιση κάποιων σελίδων και η απάντηση σε “έξυπνες” ερωτήσεις που μπορούν να εξαχθούν από αυτές, είναι τόσο λίγο δημιουργικό όσο το να παίζει κανείς ένα οποιοδήποτε παιχνίδι: κάποιες ικανότητες πράγματι απαιτούνται, αλλά
:· οι ικανότητες αυτές δεν είναι εκείνες που μπορούν να δείξουν το ποιο παιδί είναι ικανό για τη μια ή την άλλη σχολή, εφ’ όσον θα μπορούσαν να αφήσουν απ’ έξω δημιουργικά, ανήσυχα, απείθαρχα μυαλά, που σαν ερευνητές, τεχνικοί, καλλιτέχνες και δημιουργοί θα μπορούσαν να είναι εξαιρετικοί αμέσως μετά την εφηβεία τους
· η αποτυχία στο παιχνίδι αυτό είναι εξαιρετικά επώδυνη υπόθεση για το παιδί που μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του λιγότερο έξυπνο και ικανό γενικά (κι όχι στο συγκεκριμένο παιχνίδι) και να πληγωθεί αναπόδραστα. Σε όλη του τη δομή, κυρίως όμως με το θεσμό των εισαγωγικών εξετάσεων, το εκπαιδευτικό σύστημα διαχωρίζει ρατσιστικά τους ανθρώπους, με βάση ικανότητες ενός μόνο τύπου, που σίγουρα δεν είναι και οι σημαντικότερες στη ζωή του. Κι αν μεν η οικογένεια έχει τη δυνατότητα να το στείλει στο εξωτερικό και σπουδάσει επιτυχημένα, μπορεί να ανασκευάσει αυτή την εικόνα. Φυσικά, με ένα τεράστιο ψυχικό και οικονομικό κόστος για την οικογένεια αλλά και για την οικονομία της χώρα. Το παιδί πάντως της φτωχής οικογένειας συνήθως μένει έξω από τη μόρφωση, με πόνο ψυχής και το στίγμα της αποτυχίας για μια ζωή
· ασκώντας τα παιδιά στη νοητική πειθαρχία, μην καλλιεργώντας την αναζήτηση και τον προβληματισμό, μην ενθαρρύνοντας την ερευνητική προσπάθεια, την περιέργεια, την πρωτοτυπία, τη δημιουργικότητα, πιθανότατα ισοπεδώνουμε εξαιρετικά πνεύματα, στρεβλώνοντας για πάντα την ανάπτυξή τους. Γιατί χρειάζεται να “μεταλλάξει” κανείς ένα παιδί για να αποποιηθεί κάθε υγιή προβληματισμό και όση από την άγια περιέργεια και πρωτοτυπία κρύβει μέσα του. Δεν πρέπει να απορεί κανείς γιατί τα παιδιά αρνιούνται το εκπαιδευτικό σύστημα και κάνουν ό,τι μπορούν να ξεφύγουν από την αλλοτριωτική βία του.
Ξέρουμε όλοι πόσο σημαντικό είναι για την ελληνική οικογένεια η υπόθεση του να μπει το παιδί στο πανεπιστήμιο. Οι αδιάβλητες εξετάσεις για τα πανεπιστήμια είναι πράγματι λαϊκή επιταγή κι οι πολιτικοί που πρωτίστως νοιάζονται για τις ψήφους δεν τολμούν να κάνουν καμιά αλλαγή που θα έμοιαζε να αγνοεί την επιταγή αυτή. Μπορούμε άραγε να υπερβούμε την κατάρα των εισαγωγικών εξετάσεων, όταν μάλιστα αναμφίβολα η εκπαίδευση είναι ο πιο συντηρητικός και αναχρονιστικός τομέας της κοινωνικής δραστηριότητας και οι αλλαγές που σημειώνονται σε αυτήν είναι συνήθως άτολμες και ανούσιες;
Δεν θα δηλώσω αισιόδοξος για το τι μπορεί να αλλάξει στη νεοελληνική ανόητη κοινωνία μας. Διατυπώνω την άποψή μου βασικά από ηθική υποχρέωση.
Νομίζω πως η σωστότερη κατεύθυνση θα ήταν να πάψει η μέση εκπαίδευση να αποτελεί τον προθάλαμο για τα πανεπιστήμια και να λειτουργεί σαν πραγματικά ανεξάρτητη εκπαιδευτική βαθμίδα. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων και την δημιουργία μεγάλων δυνατοτήτων απορρόφησης φοιτητών στα πρώτα πανεπιστημιακά έτη, έτσι ώστε να μπορεί να πηγαίνει ο καθένας οπουδήποτε θέλει, χωρίς εξετάσεις. Με αυτό τον τρόπο:
· τα παιδιά θα μπορούσαν να δουν από τα μέσα αν η σχολή που επέλεξαν είναι αυτή που τους εκφράζει, παίρνοντας μια καλή ιδέα από τα μαθήματα στα αμφιθέατρα κατ’ αρχήν, και να μην ακολουθούν ανεπιστρεπτί όποια σχολή νόμιζαν πως θέλουν ή που έτυχε λόγω βαθμολογίας να μπουν
· το εκπαιδευτικό σύστημα δεν παίρνει την ευθύνη της απόρριψης ιδιαίτερων ανθρώπων ή παιδιών με προβληματική εφηβεία
· η μέση εκπαίδευση παύει να είναι ένα απέραντο φροντιστήριο και μπορεί να στοχεύσει στην ευρύτερη ανάπτυξη και καλλιέργεια των νέων, όντας ταυτόχρονα πιο δημοκρατική και δεκτική στη διαφορετικότητα.
Οι εύλογες αντιρρήσεις σε μια τέτοια πρόταση μπορούν να είναι:
1. αν στο λύκειο δεν υπάρχει η πίεση των εξετάσεων οι μαθητές δεν θα διαβάζουν
2. θα συσσωρευτούν όλοι στις δημοφιλείς σχολές, ενώ άλλες σχολές-λιγότερο δημοφιλείς θα συρρικνωθούν
3. το πρόβλημα της αξιολόγησης μετατίθεται στα πρώτα πανεπιστημιακά έτη από τις πανελλαδικές εξετάσεις, κάνοντας έτσι τη διαβλητότητα και το ρουσφέτι περισσότερο εφικτά
4. δεν υπάρχουν τα κονδύλια για μια τέτοια λύση Ας δούμε αυτές τις αντιρρήσεις μία-μία: 1. Μια τέτοια αντίρρηση προϋποθέτει φυσικά πως τώρα τα πράγματα πάνε καλά και θα χειροτερέψουν αν καταργηθούν οι εξετάσεις. Όπως όμως προείπαμε, όσοι διαβάζουν με στόχο τις εξετάσεις δεν στοχεύουν στην εμβάθυνση, στην απάντηση σε ερωτήματα, στην αληθινή γνώση. Ίσως πράγματι αν καταργηθούν οι εξετάσεις θα πάψει το αγχώδες διάβασμα των μαθητών, αυτό όμως θα πρέπει να θεωρείται ζητούμενο κι όχι αρνητική εκδοχή. Με το σημερινό επίπεδο, μορφή και περιεχόμενο της μέσης εκπαίδευσης, αν πάψουν οι καταναγκασμοί πιθανότατα δεν θα διάβαζαν οι μαθητές. Όμως, “όποιος συλλογάται ελεύθερα συλλογάται καλά” κι η μορφωτική διαδικασία θα πρέπει να είναι πράξη δημιουργίας, απελευθέρωσης από την άγνοια και χαράς. Μήπως θα έπρεπε να αναζητούμε τρόπους με τους οποίους η μόρφωση θα γίνει ελκυστική για τους νέους και θα τους ενθαρρύνει αναδεικνύοντας τις ιδιαίτερες ικανότητές τους, αντί να φοβόμαστε τα κακά που θα φέρει η άρση των καταναγκασμών;
2. Ομολογουμένως, μια τέτοια αντίρρηση αποτελεί ομολογία πως στέλνουμε τα παιδιά να σπουδάσουν, όχι όπου αυτά θέλουν αλλά σε όποιες σχολές υπάρχουν (φυσικά όχι όπου χρειάζεται, γιατί κανείς δεν ισχυρίζεται πλέον πως η απόκτηση ενός τίτλου σπουδών εξασφαλίζει επαγγελματικά και μάλιστα σε κείνα τα επαγγέλματα που έχει ανάγκη η κοινωνία). Ας ομολογηθεί καθαρά: οι εξετάσεις είναι ένας μηχανισμός αποτροπής της συσσώρευσης σε δημοφιλείς σχολές και τροφοδοσίας με φοιτητές σχολών στις οποίες δεν θα πήγαινε κανένας. Ας μην ανησυχούμε όμως: εφόσον μια σχολή έχει κάτι να προσφέρει, θα υπάρξουν νέοι που θα θελήσουν να σπουδάσουν σε αυτήν. Ο πλουραλισμός και η διαφορετικότητα είναι απέραντη. Δεν θα είναι άραγε πολύ ενδιαφέρον να προσπαθούν οι ίδιες οι ανώτερες σχολές να γίνονται καλύτερες ως προς το επίπεδο μόρφωσης που παρέχουν ώστε να τις θέλουν οι νέοι κι όχι να πηγαίνουν σε αυτές σαν οι διωγμένοι και αποτυχημένοι των εξετάσεων; Είναι πάντως γεγονός πως ίσως υπάρξουν προβλήματα σε μια μεταβατική περίοδο. Πολύς κόσμος ίσως δήλωνε κάποιες δημοφιλείς σχολές. Όμως, η ίδια η μεγάλη συσσώρευση θα δράσει αποτρεπτικά. Η δυσοίωνη ακόμα προοπτική επαγγέλματος θα είναι ένας ισχυρός παράγοντας αναπροσανατολισμού. Από την άλλη μεριά, οι “εγκαταλελειμμένες” σχολές αντί να κλείσουν θα μπορούσαν να αναδιαταχθούν και να ξανακερδίσουν σε κύρος, ενώ το γεγονός ότι θα είχαν λίγο κόσμο θα αποτελούσε θετικό κίνητρο σε ένα δεύτερο στάδιο. Θα μπορούσε επίσης, στις σχολές που παρατηρείται συσσώρευση να υπάρχει κάποια καθυστέρηση εισόδου και ορισμένα κριτήρια προτεραιότητας, όπως κοινωνικά ή ο βαθμός του λυκείου σε ειδικά μαθήματα. Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαν να τεθούν και να συζητηθούν διάφορες προτάσεις και να εξευρεθούν ορισμένες λύσεις, που κι αν ακόμα στην αρχή δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, θα μπορούσαν να βελτιώνονται στην πορεία.
3. Για να περάσει κάποιος φοιτητής από τα προπαρασκευαστικά πρώτα έτη μιας σχολής στα επόμενα, θα χρειάζεται να περάσει επιτυχώς ορισμένες δοκιμασίες (τις οποίες θα θεσπίσει η κάθε σχολή) που δεν θα είναι στη δικαιοδοσία ενός ή λίγων ανθρώπων αλλά πολλών και διάφορων. Εκτός του ότι θα είναι πράγματι πολύ δύσκολο να χρηματίζεται όλο το απαιτούμενο διδακτικό προσωπικό, θα μπορούσαν να ληφθούν πρόσθετα μέτρα διασφάλισης του αδιάβλητου των διαδικασιών και να σχηματιστούν ειδικές επιτροπές ελέγχου.
4. Είναι γεγονός πως η δημιουργία των προϋποθέσεων υποδοχής στα πρώτα χρόνια ενός μεγάλου αριθμού φοιτητών και το άνοιγμα γενικότερα των πανεπιστημίων απαιτούν πολύ μεγάλα κονδύλια για να γίνουν εφικτά. Αναλογίζομαι όμως πόσα χρήματα δαπανήθηκαν για τη δημιουργία και συνεχίζουν να δαπανώνται για τη συντήρηση του μηχανισμού λήψης των θεμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων που λειτουργεί σήμερα σε όλα τα λύκεια της χώρας. Πρόκειται για συστήματα υψηλής τεχνολογίας- πρωτοποριακά (ποια άλλη χώρα στον κόσμο θα έδινε τόσα λεφτά για να στέλνει θέματα εξετάσεων). Οι εξετάσεις ακόμα που διενεργούνται κάθε χρόνο στα σχολεία έχουν ένα τεράστιο κόστος, αφού πληρώνονται ένα πλήθος επιτροπών καθηγητών που διενεργούν τις εξετάσεις, που εξετάζουν γραπτά και προφορικά και που διορθώνουν γραπτά. Αν σκεφτούμε πως οι πανελλαδικές αυτές εξετάσεις που κοστίζουν τρομερά, δεν προωθούν αλλά καταρρακώνουν τη μόρφωση, ενώ η δημιουργία των προϋποθέσεων για να δέχονται τα πανεπιστήμια περισσότερους φοιτητές, βασικά στα πρώτα τους έτη, θα προσέφερε άπειρα καλά στο εκπαιδευτικό σύστημα, ποιος καλοπροαίρετος άνθρωπος δεν θα συμφωνούσε πως θα έπρεπε τουλάχιστον να ξεκινήσουμε να προβληματιζόμαστε σε αυτή την κατεύθυνση: τα λεφτά που δαπανώνται για τους εξεταστικούς μηχανισμούς εισαγωγής στις ανώτερες σχολές να δίνονται στις σχολές αυτές, για την δημιουργία υποδομών και την πρόσληψη προσωπικού, έτσι ώστε να καταστούν βαθμιαία ικανές να απορροφήσουν φοιτητές στα πρώτα τους κατ’ αρχήν έτη. Μου φαίνεται πως μια αληθινή αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι τόσο σημαντική υπόθεση που αξίζει οποιοδήποτε κόπο, κοινωνικές δαπάνες και θυσίες. Τα οφέλη μόρφωσης, πολιτισμού και ψυχικής υγείας που θα προκύψουν θα είναι απεριόριστα μεγαλύτερα. Σε ένα δεύτερο στάδιο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα ακολουθήσουν και οικονομικά οφέλη από την καλύτερη αξιοποίηση του νοητικού δυναμικού.
Δεν ισχυρίζομαι πως οι παραπάνω προτάσεις είναι ό,τι πιο μελετημένο, εμπνευσμένο και σοφότερο για να αρθεί η απαξίωση της μέσης βαθμίδας του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η αναγνώριση ωστόσο του πόσο μεγάλα προβλήματα δημιουργούνται στη μέση εκπαίδευση, όσο και στην ανώτερη, μα και όλη την κοινωνία, από τις εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια, θα ήταν ένα καλό ξεκίνημα για να αναζητήσουμε τολμηρά, αληθινά νέες λύσεις.
Ωρωπός 28.5.02