Όταν πρωτογνωρίστηκα με τις κοινωνιοβιολογικές απόψεις, ένιωσα να μου αποκαλύπτεται ένας μεγάλος νέος κόσμος κατανόησης. Για πρώτη φορά εύρισκα κάποιες ερμηνείες για φαινόμενα όπως η έλλειψη αλτρουισμού γενικά στα έμβια αλλά όχι στις μέλισσες, είτε οι διαφορές στη γενετήσια και στη σεξουαλική συμπεριφορά των αρσενικών και των θηλυκών. Καμιά άλλη θεωρία, σύμφωνα με τις γνώσεις μου, δεν μπορούσε να δώσει επιτυχημένη απάντηση σε αυτά και πολλά άλλα σημαντικά ζητήματα και έκτοτε είχα ορθάνοικτα μάτια και αυτιά στις απόψεις αυτού του είδους και προσπαθούσα, σύμφωνα με τις δυνατότητές μου, να ενημερώνομαι έπ’ αυτών. Όταν αργότερα στο σχολείο πήρα να διδάσκω μόνο βιολογία αφ’ ενός μεν γνωρίστηκα λίγο περισσότερο με το τι είναι και τι ξέρουμε πως κάνει το DNA και τα τμήματά του, τα γονίδια, αφ’ ετέρου νομιμοποιούμουν να δίνω περισσότερο χρόνο στη μελέτη θεμάτων που άπτονταν της βιολογίας.
Όπως γίνεται πάντα, τον πρώτο ενθουσιασμό ακολούθησε ο σκεπτικισμός και ερωτήματα άρχισαν να αναφύονται.
Δεν επρόκειτο όμως μόνο για ερωτήματα εμβάθυνσης ή εφαρμογής, εν προκειμένω μια ουσιαστική ένσταση μορφοποιούνταν σιγά-σιγά. Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι πως οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι συγγραφείς της κοινωνιοβιολογικής κατεύθυνσης μιλάνε με περισσή ευκολία για συμπεριφορές που καθορίζονται από τα γονίδια χωρίς καθόλου να φαίνεται να τους απασχολεί το κατά πόσον θα μπορούσαν πράγματι τα γονίδια να μορφώνουν αυτές τις συμπεριφορές.
Ας μπούμε στον κόπο να αντιγράψουμε ένα μεγάλο απόσπασμα από το βιβλίο “Για την ανθρώπινη φύση” του Ε. O. Wilson που θεωρείται ο πατέρας της κοινωνιολογίας, προκειμένου να πειστούμε για το που μπορεί να φτάσει αυτή η υπόθεση. “Το 1945, ο Αμερικανός ανθρωπολόγος George P. Murdock κατέγραψε μερικά χαρακτηριστικά που συναντώνται σε κάθε ανθρώπινο πολιτισμό γνωστό από την ιστορία και την εθνογραφία ως εξής:
Κατάταξη κατά ηλικία, σπόρ, στολισμός του σώματος, τήρηση ημερολογίου, άσκηση καθαριότητας, οργάνωση σε κοινότητες, μαγείρεμα, ομαδική εργασία, κοσμολογία, ερωτοτροπία, χορός, διακοσμητικές τέχνες, μαντική ικανότητα, καταμερισμός εργασίας, ερμηνεία των ονείρων, εκπαίδευση, εσχατολογία, ηθική, εθνοβοτανική, εθιμοτυπία, θεραπεία μέσα από θρησκευτική πίστη, οικογενειακές γιορτές, άναμμα φωτιάς, λαογραφία, ταμπού τροφής, νεκρικές τελετουργίες, παιχνίδια, χειρονομίες, προσφορά δώρων, διοίκηση, χαιρετισμοί, στυλ μαλλιών, φιλοξενία, οικιακή φροντίδα, υγιεινή, ταμπού της αιμομιξίας, νόμοι κληρονομικότητας, αστεία, συγγενικές ομάδες, συγγενική νομενκλατούρα, γλώσσα, νόμοι, προλήψεις, μαγεία, γάμος, χρόνοι γευμάτων, ιατρική, μαιευτική, ποινικές κυρώσεις, προσωπικά ονόματα, πληθυσμιακή τακτική, φροντίδα νεογνών, πρακτικές εγκυμοσύνης, δικαιώματα ιδιοκτησίας, εξευμενισμός υπερφυσικών πλασμάτων, έθιμα ήβης, θρησκευτικές τελετουργίες, κανόνες διαβίωσης, σεξουαλικές απαγορεύσεις, αντιλήψεις περί ψυχής, διαφοροποίηση της κοινωνικής θέσης, χειρουργική, κατασκευή εργαλείων, εμπόριο, ανταλλαγή επισκέψεων, υφαντική και παρακολούθηση των καιρικών συνθηκών.
Από αυτές τις ιδιότητες λίγες μπορούν να χαρακτηριστούν ως αναπόφευκτο προϊόν μιας κοινωνικής ζωής ανωτέρου επιπέδου ή ως προϊόντα ανώτερης νοημοσύνης” σχολιάζει ο Ε. O. Wilson, υπαινισσόμενος τον γονιδιακό καθορισμό τους. Εγώ πάλι, διαβάζω και ξαναδιαβάζω προσεκτικά τον κατάλογο αυτό μήπως κι έχω κάνει λάθος, όμως αν εξαιρέσει κανείς την ερωτοτροπία (όχι τόσο το φλερτ που έχει άπειρες μορφές, όσο την ερωτική επιθυμία), τα παιχνίδια (ακριβέστερα, την διάθεση για παιχνίδι), τους χαιρετισμούς (βασικά τις εκφράσεις του προσώπου) και τη γλώσσα (με την έννοια που το θέτουν ο Chomsky και Pinker), δεν μπορώ να διακρίνω ιδιότητες ή συμπεριφορές από τον παραπάνω κατάλογο που να μπορούν να θεωρηθούν γονιδιακά καθοριζόμενες. Θα μπορούσε κανείς εύκολα να δείξει πως δεν είναι δυνατό να υπάρχουν γονίδια για την τήρηση ημερολογίου, το μαγείρεμα, την ερμηνεία των ονείρων, την προσφορά δώρων, το στυλ των μαλλιών και για οτιδήποτε άλλο αναφέρεται. Είναι όμως τόσο ανόητος ο πατέρας της κοινωνιοβιολογίας ώστε να ισχυρίζεται πως υπάρχει γονίδιο για την υφαντική και την παρακολούθηση των καιρικών συνθηκών; Ας δούμε πώς απαντάει ο ίδιος σε αυτό το ερώτημα στο ίδιο βιβλίο του παρακάτω: “Είναι μάλλον απίθανο αυτά τα γονίδια να καθορίζουν ορισμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Δεν υπάρχουν μεταλλαγές για μια συγκεκριμένη σεξουαλική πρακτική ή για τον τρόπο ντυσίματος. Το πιθανότερο είναι τα συμπεριφορικά γονίδια να επηρεάζουν τη μορφή και την ένταση των συναισθηματικών αποκρίσεων, το κατώφλι διέγερσης, την εξοικείωση σε ορισμένα ερεθίσματα έναντι άλλων και το πρότυπο ευαισθητοποίησης σε πρόσθετους περιβαλλοντικούς παράγοντες που κατευθύνουν την πολιτισμική εξέλιξη σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και όχι σε κάποιαν άλλη.”
Κατά τη γνώμη μου οι δύο αυτές τοποθετήσεις είναι ασύμβατες. Η μια λεει πως τα γονίδια καθορίζουν σχεδόν όλα αυτά τα στοιχεία που ο ανθρωπολόγος απαριθμεί σαν χαρακτηριστικά των πολιτισμών του ανθρώπου και η δεύτερη πως η γονιδιακή επιρροή είναι σε τελευταία ανάλυση, δεν προδιαγράφει με μονοσήμαντο τρόπο το αποτέλεσμα και δρα μόνο σε ατομικό κι όχι σε κοινωνικό επίπεδο. Πώς μπορεί Ε. O. Wilson να παραθέτει και τις δύο απόψεις ως ορθές και να μην καταλαβαίνει πως πρόκειται για απόλυτα διαφορετικές; Ποια είναι πιθανώς η ορθή και ποια είναι λάθος και πόσο μεγάλη σημασία έχουν στη αντίληψή μας για την Ανθρώπινη Φύση; Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό ερώτημα με κατά το δυνατόν σύντομο τρόπο.
Όποιος παρακολουθεί λίγο τη σχετική βιβλιογραφία δεν μπορεί παρά να έχει σημειώσει την ανελέητη μάχη που γίνεται μεταξύ των υποστηρικτών και των πολέμιων της κοινωνιοβιολογίας σε σχέση με τη δυνατότητα της τελευταίας να ερμηνεύει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Παρά τις ουσιώδεις διαφορές των αντιμαχομένων πλευρών, σήμερα κανείς δεν αμφισβητεί τον ουσιώδη ρόλο των γονιδίων όσον αφορά στη δημιουργία δομών και στη ρύθμιση των λειτουργιών μέσω της πρωτεϊνοσύνθεσης, κανένας μελετητής δεν αγνοεί το ρόλο της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος και τη σύνθετη αλληλεπίδρασή τους για κάθε έμβια δομή και λειτουργία. Είμαι βέβαιος πως αν οι κοινωνιολόγοι κάνανε πράξη αυτό που λεει ο Wilson “θα πρέπει να μελετήσουμε και να παρακολουθήσουμε ξεχωριστά κάθε συμπεριφορά σε κάποιο βαθμό, καθώς η διαδικασία της ανάπτυξης οδηγεί από τα γονίδια στο τελικό προϊόν.”, δεν θα υπήρχε έδαφος για τις διαφωνίες που στο επίπεδο των γενικών τοποθετήσεων μπορούν να διτηρούνται. Φυσικά, στο σημερινό επίπεδο των γνώσεών μας δεν μπορεί να περιμένει κανείς ολόκληρη την ιστορία, θα ήταν γόνιμη ωστόσο μια προσπάθεια να ειπωθεί έστω και το τι περίπου μπορεί να γίνεται, έτσι που η συζήτηση να είναι συγκεκριμένη κι όχι αντανάκλαση της πίστης των αντιμαχομένων για άπειρες ή μηδενικές κανονιστικές δυνατότητες του δεσοξυριβοζονουκλεϊκού οξέος. Ο Steven Pinker για παράδειγμα, στο βιβλίο του το “Γλωσσικό Ένστικτο” μπαίνει στον κόπο να δώσει μια περιγραφή (ανεξάρτητα πόσο πετυχημένη και επαρκή μπορεί να τη θεωρεί κάποιος) για το πώς μπορεί η εκμάθηση της γλώσσας να είναι γονιδιακά καθοριζόμενη. Αν ο Ε. O. Wilson μας έλεγε κάποιες ιδέες για το πώς τα γονίδια θα μπορούσαν να κάνουν ένα άτομο μονογαμικό ή πολυγαμικό, επιχειρηματικό ή απατεώνα κλπ. η συζήτηση θα ήταν σε πολύ πιο στέρεο έδαφος. Θα μπορούσαν οι κοινωνιοβιολόγοι, όταν μιλάνε για γονιδιακά καθοριζόμενη συμπεριφορά, να πουν αν αναφέρονται σε κάποια νευρωνική και σωματική δομή όπως συμβαίνει με το τραγούδι του τζίτζικα που κατευθύνεται από μια ομάδα νευρώνων που επιβάλλουν μια επαναλαμβανόμενη κίνηση του “δοξαριού” πάνω στις “χορδές” του. Αν πάλι δεν είναι δυνατό να εντοπισθούν δομές θα μπορούσε να γίνει μια νύξη στο συμπεριφορικό καθ’ αυτό επίπεδο. Η τάση για παράδειγμα για μονογαμία πώς εξασφαλίζεται από τα γονίδια; Τι κάνει στο άτομο; Το κάνει να νιώθει καλά με ένα σύντροφο ή αρνητικά με πολλούς ή και τα δύο. Πώς αυτό γίνεται στο επίπεδο της δράσης; Λειτουργεί ο έλεγχος μέσω των συγκινήσεων, μέσω της κρίσης και της λογικής, έχει επίγνωσή του το άτομο ή είναι υπό την επίγνωση. Το να αποδίδεται κάθε συμπεριφορά στα γονίδια χωρίς καμιά νύξη για το πώς θα μπορούσε αυτό να συμβαίνει φαντάζει περισσότερο σαν μόδα ή πίστη κι όχι επιστημονική προσέγγιση.
Δεν θα διατυπώσω, όπως ο Richard Lewontin, εικασίες για τις πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες και σκοπιμότητες που μπορεί να κρύβονται από πίσω από αυτό το “ρεύμα”, όπως η αποδοχή και επιστημονικοποίηση ρατσιστικών και ταξικών απόψεων. Ούτε προτίθεμαι να ασχοληθώ με το ποια επιρροή στη στάση ζωής ενός ατόμου μπορεί να επιφέρει η πεποίθηση πως η συμπεριφορά του είναι γονιδιακά καθοριζόμενη, πράγμα που μοιάζει να σημαίνει πως δεν μπορεί να κάνει πολλά για να την αλλάξει. Τα θέματα αυτά είναι πολύ σημαντικά, οφείλω όμως να ομολογήσω πως τα κίνητρα της δικής μου διερεύνησης είναι βασικά θεωρητικά. Εγώ καίγομαι από την περιέργεια να διαλευκάνω αν και πώς ένα μόριο μπορεί να κάνει όλα αυτά που του αποδίδουν. Αν και πώς μπορεί να παράγει ανθρώπινες συμπεριφορές που εμπεριέχουν στοιχεία πνευματικών διεργασιών.
Θα μπορούσαμε με σχετική ευκολία να δεχτούμε πως γονίδια είναι υπεύθυνα για το τραγούδι του τζίτζικα εφ’ όσον μια σαφώς καθορισμένη δομή νευρώνων και εκτελεστικών οργάνων είναι μονταρισμένη με τρόπο που θυμίζει τις ευχετήριες κάρτες που έχουν ένα ηλεκτρονικό κύκλωμα και παίζουν μουσική όταν τις ανοίγεις. Εν προκειμένω μπορούμε να αποκαλύψουμε δομή και λειτουργία και εν πολλοίς το ρόλο των γονιδίων σε αυτές, παρά τα όποια ερωτήματα παραμένουν ακόμα αναπάντητα. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για το μυοτατικό αντανακλαστικό στον άνθρωπο. Κι εδώ ένα απλό-προσδιορισμένο κύκλωμα εκδηλώνει μια καθορισμένη λειτουργία υπό την επίδραση ενός ερεθίσματος.
Ας ξαναρωτήσουμε όμως, τι θα μπορούσε να κάνει ένα γονίδιο (ή μια ομάδα γονιδίων) για να καταστήσει έναν άνθρωπο μονο ή πολυ γαμικό, με ροπή ή όχι στη θρησκευτικότητα, με τα α ή β γούστα και προτιμήσεις; Δημιουργεί μήπως με κάποιο τρόπο νευρωνικά κυκλώματα που είναι υπεύθυνα γι αυτά; Στην περίπτωση όμως αυτή θα έπρεπε τα κυκλώματα αυτά να λένε κάτι, η δομή τους να σημαίνει άποψη για το άτομο. Μια τέτοια όμως τοποθέτηση θυμίζει τα κύτταρα της γιαγιάς που λέγανε κάποτε, όταν πίστεψαν πως ο ηλεκτρικός ερεθισμός συγκεκριμένων εγκεφαλικών περιοχών ξεδίπλωνε τις αποθηκευμένες εκεί μνήμες. Σήμερα κανείς δεν πιστεύει πως υπάρχει κάποιο κύτταρο που είναι υπεύθυνο για την μνημονική κατακράτηση της εικόνας της γιαγιάς και δεν έχω ακούσει κανένα ποτέ να κάνει λόγο για κύτταρα απόψεων. Βέβαια το ότι δεν λεει κανείς δεν σημαίνει πως δεν είναι δυνατό να υπάρχουν, όμως οι πιθανότητες να είναι κάτι τέτοιο αληθές είναι πράγματι μηδαμινές, εφ’ όσον η νευροφυσιολογία δεν είναι στο σημείο μηδέν ώστε να επιτρέπει να βλέπουμε κάθε εκδοχή ως ισοπίθανη. Αν όμως δεν είναι υπεύθυνα ειδικά νευρωνικά κυκλώματα για τις σύνθετες συμπεριφορές οι οποίες σύμφωνα με τους κοινωνιοβιολόγους καθορίζονται γονιδιακά, πώς αλλιώς μπορεί να πραγματώνεται ο καθορισμός;