29.12.2002
Στο κείμενο της 19.12 που βρίσκεται στο πράσινο σπιράλ τετράδιο διαπραγματεύτηκα την κίνηση της χορδής που γίνεται μουσική. Δεν έβγαλα απ’ αυτό συμπεράσματα που να έχουν κάποιο καθολικό χαρακτήρα. Παίρνω ωστόσο ορισμένα στοιχεία από το τελευταίο μέρος του σημειώματος που είναι ίσως χρήσιμο για περαιτέρω προβληματισμό.
Κάθε τι λοιπόν μπορεί να μετατρέπεται σε κάτι άλλο με παντοίους τρόπους, χωρίς κανενός είδους κανόνας να διέπει αυτές τις μετατροπές; Τι είναι όμως το ένα και το άλλο; Τι είναι μετατροπή; Η σελίδα ενός τετραδίου είναι ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο είτε μια γραμμή, ανάλογα την οπτική γωνία από την οποία την βλέπεις. Το ξύλο του τραπεζιού ήταν δένδρο, υποστήριγμα για να γράφω και μπορεί να γίνει μέρος της σκεπής ενός σπιτιού. Όπως έχουμε και παλιότερα επισημάνει, ένα μικροκοσμικό ον δεν θα έβλεπε παρά νετρόνια-πρωτόνια-ηλεκτρόνια σε κινήσεις (κάπως όπως εμείς βλέπουμε τους πλανήτες και τους αστέρες), άλλα πιο κοντά, άλλα πολύ μακριά, σε κάθε περίπτωση όμως δεν θα προσδιόριζε τα διαφορετικά στοιχεία που προσδιορίζουμε εμείς.
-Όλα είναι τα ίδια: στοιχειώδη σωμάτια, βασικές αλληλεπιδράσεις και κίνησή τους
-Κι αυτό το “ένα” είναι “άλλο”, ανάλογα τον παρατηρητή, τη θέση και την κίνησή του (ποιός ξέρει άραγε αν στον μικροκοσμικό παρατηρητή μας φαίνονται ίδια ακόμη κι αυτά τα στοιχειώδη σωμάτια).
Πώς οι νευρωνικές διεργασίες (κινήσεις ιόντων) στον εγκέφαλό μου γίνονται η σκέψη που διατυπώνεται τώρα στο χαρτί; Προφανώς αυτή τη διάσταση της λειτουργίας του εγκεφάλου μου τη “βλέπω” μόνο εγώ. Είναι η οπτική γωνία που δεν μπορεί να έχει κανείς απ’ έξω. Όλα όσα μεταδίδουμε στους άλλους επικοινωνώντας δεν είναι σκέψεις αλλά τεχνάσματα της σκέψης (μετατροπές σε κάτι άλλο) για να “δει” ο άλλος άνθρωπος τη σκέψη μας: η γλώσσα είναι παραγωγή ηχητικών κυμάτων από τη φωνητική κοιλότητα και διαφόρους μυς, ενώ η γραπτή έκφρασή της είναι μελάνι πάνω σε χαρτί ή φωτοσκιάσεις στην οθόνη υπολογιστή.
Η σκέψη είναι δική μας. Είμαστε ο μόνος παρατηρητής που μπορεί να την αντιληφθεί. Για τους άλλους είναι ανύπαρκτη, όπως είναι η θερμοκρασία ή τα διαφορετικά στοιχεία για το μικροσκοπικό μας παρατηρητή.
Ποια είναι όμως η ιδιαιτερότητα του ατόμου και μπορεί και αντιλαμβάνεται τη σκέψη του; Ίσως διαπίστωση κλειδί για την όποια απάντηση σε αυτό το ερώτημα να είναι το ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τη σκέψη του άλλου. Σκεπτόμενος, δεν βλέπω κινήσεις ιόντων, δεν βιώνω δυναμικά ενέργειας, δεν νιώθω νευρώνες να ενεργοποιούνται ή να αδρανούν, δεν αντιλαμβάνομαι συνάψεις όπου κυστίδια με κάποιο υλικό αδειάζουν το περιεχόμενό τους το οποίο συλλαμβάνεται από ειδικούς υποδοχείς στην αντίπερα όχθη. Αν αυτού του είδους τα δρώμενα παράγουν τη σκέψη μου, αυτά μετατρέπονται σε κάτι άλλο για να τα αντιληφθώ εγώ και μόνο εγώ σαν τη σκέψη μου. Και γίνονται κάτι άλλο μόνο για μένα. Για κάθε άλλο παραμένουν ως έχουν και μπορεί να τα καταγράψει τινι τρόπο (που βελτιώνεται διαρκώς) μόνο ως τέτοια κι όχι ως σκέψη. Είναι ενδιαφέρον πως αυτής της σκοπιάς του άλλου για τα δρώμενα στον εγκέφαλό μου είναι δυνατόν να μετέχω, βλέποντας π.χ. τις οθόνες των απεικονιστικών διατάξεων, όπως κι ο άλλος. Αυτός δεν βλέπει τη σκέψη μου. Σε τι λοιπόν μετατρέπονται τα νευρωνικά δρώμενα για να τα βιώνω σα σκέψη μόνο εγώ; Αυτά έγραψα πριν 10 μέρες. Ας δούμε αν μπορώ σήμερα (με το νυσταγμένο κεφάλι-η χθεσινή μέρα με το κόψιμο των ξύλων και τη βαριά, όλη μέρα, και το φοβερό μπάσκετ το απόγευμα, αργά ύπνο-νωρίς ξύπνημα) να συνεισφέρω στον προβληματισμό.
Μου φαίνεται γόνιμο να θέσω έτσι το ερώτημα: τι είναι αυτό που έχω εγώ και μπορώ και βιώνω τη σκέψη μου και δεν το έχει ο άλλος που δεν μπορεί να βιώσει τη σκέψη μου, παρ’ ότι και οι δύο μπορούμε να αντιληφθούμε παρόμοια τα νευρωνικά δρώμενα μέσω της τεχνολογίας; Τα νευρωνικά δρώμενα δεν γίνονται κάτι άλλο για τον εξωτερικό παρατηρητή. Γίνονται κάτι άλλο μόνο για το άτομο στο οποίο ανήκει ο εγκέφαλος. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που κατανοούμε (ή νομίζουμε πως κατανοούμε) σε σχέση με τις μετατροπές σε κάτι άλλο στα εγκεφαλικά δρώμενα. Ένα ερέθισμα προσπίπτει σε κάποιο αισθητικό κύτταρο, προκαλεί την εκφόρτισή του, που σημαίνει την αγωγή ηλεκτρικού ρεύματος μέσω ενός νευράξονα, και γίνεται αιτία για την εκφόρτιση ορισμένων άλλων κυττάρων. Μια ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία (οπτικό ερέθισμα), ένα ηχητικό σήμα (ακουστικό), μια μηχανική επαφή (αφή), μια χημική διεργασία (γεύση, όσφρηση) προκαλούν με κάποιο τρόπο την ενεργοποίηση εξειδικευμένων κυττάρων, τα οποία προκαλούν με ηλεκτροχημικές διεργασίες την ενεργοποίηση άλλων κυττάρων με τα οποία έχουν κάποιου τύπου διασύνδεση. Ως εδώ, κάτι μετατρέπεται διαρκώς σε άλλο. Γι αυτές τις μετατροπές, ούτε ο αισθανόμενος ούτε ο εξωτερικός ως προς αυτόν παρατηρητής έχουν άμεση αντίληψη, μπορούν όμως κι οι δύο να τις προσδιορίσουν-σε απόλυτη συμφωνία μεταξύ τους, με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Από τη στιγμή όμως της πραγμάτωσης των “συνελεύσεων των νευρώνων” (Ζ. Π. Σανζέ) γίνεται το εκπληκτικό. Οι ενδοεπικοινωνούντες νευρώνες αποδίδουν μια νέα τάξη φαινομένων μόνο για την ανθρώπινη οντότητα στην οποία ανήκουν οι νευρώνες αυτοί (υπό την έννοια της απαρτίωσης ενός σώματος και τροφοδοσίας τους με ουσίες μέσω της λειτουργίας του σώματος αυτού) αλλά είναι ανύπαρκτα για κάθε άλλον εκτός του σώματος αυτού. Κι εδώ μπορούν να γίνουν δυό υποθέσεις:
1. τα φαινόμενα αυτά δεν υπάρχουν για τον εξωτερικό παρατηρητή και γι αυτό δεν μπορεί να τα αντιληφθεί
2. τα φαινόμενα αυτά υπάρχουν και για τον εξωτερικό παρατηρητή αλλά δεν έχει τον τρόπο να τα αντιληφθεί
Οι δύο αυτές υποθέσεις είναι πολύ διαφορετικές. Ας δώσουμε κατ’ αρχήν κάποια παραδείγματα για το πώς θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο αλλού:
Όσον αφορά την υπόθεση 1. Για το μικροκοσμικό παρατηρητή δεν έχει νόημα, δεν μπορεί να αντιληφθεί το ζεστό και το ψυχρό. Γι αυτόν υπάρχουν μόνο κινούμενα, γρηγορότερα ή αργότερα, σωματίδια και κινήσεις τους. Επίσης γι αυτόν δεν υπάρχουν διαφορετικά στοιχεία και οι καταστάσεις της ύλης στερεό, υγρό, αέριο. Υπάρχουν μόνο διαφορετικές συγκεντρώσεις μικροσωματίων. Αν προσπαθούσε να έλθει σε κάποια συμφωνία με τις διατυπώσεις του μακροσκοπικού παρατηρητή, θα βρισκόταν μπρος σε ένα απίστευτα σύνθετο καθήκον. Για τη θερμοκρασία θα έπρεπε να μελετάει κινήσεις και συγκρούσεις αφάνταστα μεγάλων αριθμών σωματίων και για τις καταστάσεις της ύλης να προσδιορίζει τις δυνάμεις μεταξύ τους. Κι αν πάλι βέβαια μπορούσε να κάνει αυτούς τους απίθανους υπολογισμούς, δεν θα είχε με κανένα τρόπο την αίσθηση της θερμοκρασίας, του στερεού, υγρού και αερίου, όπως την έχουμε τα χοντροκομμένα μακροκοσμικά όντα-εμείς. Εμείς πάλι, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τα μικροδρώμενα σαν διακριτά φαινόμενα και “βλέπουμε” μόνο τα αποτελέσματα των αλληλεπιδράσεων εξαιρετικά μεγάλου αριθμού σωμάτων. Πώς άραγε θα ήταν αν μπορούσαμε να δούμε τα κβάντα των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των στοιχειωδών σωματίων; Τι κόσμο θα αντικρίζαμε αν μπορούσαμε να κάνουμε μια βόλτα σε αυτό που λέμε πυρήνα ενός ατόμου, το οποίο φυσικά δεν θα βλέπαμε σαν άτομο αλλά κάπως σαν πλανητικό σύστημα; Δεν θα μάθουμε ποτέ γιατί είμαστε απίστευτα χοντροκομμένοι, πάντως ας παρηγορηθούμε γιατί μπορούμε και “βλέπουμε” πράγματα που δεν μπορεί ο “μικρός”: το πεύκο τώρα μπρος μου ή τα λαμπάκια των χριστουγέννων.Αυτή όμως η δραματική διαφορά των φαινομένων αφορά δύο διαφορετικούς κόσμους. Απαντάται άραγε, έστω και σε μικρότερη κλίμακα για διαφορετικούς παρατηρητές του ίδιου κόσμου; Δεν μπορώ να σκεφθώ παρά σαν φυσικός προσπαθώντας να βρω πώς θα μπορούσε οι ίδιας τάξης μεγέθους παρατηρητές να αντιμετωπίζουν δραματικά διαφορετικά φαινόμενα. Οι διαφορές αυτές μπορούν να προκύψουν από τη σχετική θέση και κίνηση. Για μένα η γη είναι ακίνητη, επειδή μετέχω στην κίνησή της, αλλά ο κοσμοναύτης μπορεί να τη δει να κινείται. Το σπίτι είναι τελείως άλλο πράγμα όταν είσαι εντός ή εκτός του. Ο χρόνος κυλάει διαφορετικά για τον κινούμενο με υψηλές ταχύτητες παρατηρητή.
Προφανώς όλες αυτές οι διαφορές μπορούν να υπερπηδηθούν αρκεί να αλλάξει ο παρατηρητής θέση και κίνηση. Βέβαια, αυτό μπορεί να μην είναι σε κάθε περίπτωση εφικτό. Μπορεί να είναι αδύνατο να γίνει κανείς κοσμοναύτης, να βγει και να δει απ’ έξω το κλουβί του ή να κινηθεί με σχετικιστικές ταχύτητες. Μια διαφορά τόσο απλή όσο να είναι κανείς μέσα σε ή έξω από ένα σπίτι μπορεί να κάνει αγεφύρωτα διαφορετική την περιγραφή αν οι δύο παρατηρητές δεν έχουν ο μεν πρώτος τη δυνατότητα να βγει από το σπίτι, ο δε δεύτερος να μπει σε αυτό. Και στην περίπτωση που διαπραγματευόμαστε μοιάζει τω όντι το κάθε υποκείμενο να είναι μέσα και ο κάθε παρατηρητής έξω από το νευρικό του σύστημα και προφανώς το υποκείμενο δεν μπορεί να βγει απ’ αυτό ενώ ο παρατηρητής δεν μπορεί να μπει σε αυτό.Ας παρατηρήσουμε όμως πως όλες αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει να θεωρηθεί πως ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία, όπου δηλαδή τα φαινόμενα υπάρχουν αλλά ο παρατηρητής δεν έχει τον τρόπο να τα αντιληφθεί, κι όχι τόσο πως πρόκειται για διαφορετικά ριζικά φαινόμενα. Η προσέγγισή μας αυτή φαίνεται να δείχνει πως αν ο καθένας από εμάς είναι “μικροσκοπικός” παρατηρητής για τα φαινόμενα που διαδραματίζονται στον εγκέφαλό του, θα μπορούσε να είναι αληθής η υπόθεση 1. Όσον αφορά τώρα την υπόθεση 2. έχουμε ήδη αναφέρει πως θα μπορούσε να είναι αληθής αν θα υπήρχε κάποιου τύπου αποκλεισμός. Ένα άλλο παράδειγμα διαφοράς είναι το γεγονός πως δεν βλέπουμε το μάτι μας, το όργανο μέσω του οποίου βλέπουμε, ενώ μπορεί να το δει κάθε εξωτερικός παρατηρητής. Πίσω από τους διαφανείς φακούς βρίσκονται τα φωτοευαίσθητα κύτταρα που για μας δρουν ως ανιχνευτές ακτινοβολίας και μας επιτρέπουν να βλέπουμε τον κόσμο γύρω αλλά όχι αυτά, ενώ για τον εξωτερικό παρατηρητή τα κύτταρα αυτά είναι ένα αδιαφανές ορατό υλικό. Αυτός δεν μπορεί να δει με τα μάτια μας αλλά βλέπει τα μάτια μας, εμείς δεν μπορούμε να δούμε τα μάτια μας αλλά βλέπουμε μέσω αυτών.Εν προκειμένω όμως θα πρέπει να διαπιστώσουμε πως με τη βοήθεια ενός καθρέφτη ή μιας καλής φωτογραφίας μπορούμε να δούμε το μάτι μας όπως το βλέπει ο εξωτερικός παρατηρητής. Το γεγονός πάλι πως ο εξωτερικός παρατηρητής δεν βλέπει την εικόνα που βλέπουμε εμείς δεν αποτελεί ένα άλλο παράδειγμα, αφού στην ουσία είναι το ίδιο ζήτημα που συζητάμε: πέρα από την μεταφορά των σημάτων από τα φωτοευαίσθητα κύτταρα σε άλλα, η δημιουργία της εικόνας στο μυαλό μας είναι ομόλογο πρόβλημα με εκείνο της σκέψης και της συνείδησης.
Ρίχνοντας πάντως μια πιο κριτική ματιά στην δεύτερη υπόθεση διαπιστώνουμε πως ενώ εν πρώτοις θα μπορούσε να είναι ο αποκλεισμός του εξωτερικού παρατηρητή από το εσωτερικό του νευρικού συστήματος του σκεπτόμενου η αιτία που τον κάνει να μην έχει πρόσβαση στη σκέψη του δεύτερου, το γεγονός πως και οι δύο μπορούν να παρατηρούν τα ίδια νευρωνικά δρώμενα με τη χρήση των διαφόρων τεχνολογιών, υποδείχνει πως αυτό που εκεί μέσα γίνεται δεν είναι διαφορετικό για τον εντός λόγω διαφορετικής θέσης ή κίνησης αλλά μάλλον γιατί κάτι μετατρέπεται σε κάτι άλλο μόνο γι αυτόν. Η πρώτη υπόθεση υπόδειχνε πως μπορεί η διαφορά του εντός με τον εκτός παρατηρητή όσον αφορά τη μετατροπή των νευρωνικών φαινομένων σε ψυχικά να οφείλεται στο ότι ο εντός παρατηρητής είναι ένας μικροσκοπικός παρατηρητής σε σχέση με τον εξωτερικό που είναι μακροσκοπικός. Στην περίπτωση όμως αυτή, το γεγονός πως ο σκεπτόμενος άνθρωπος παρατηρώντας τη δραστηριότητα του εγκεφάλου του βλέπει ό,τι κι ο εξωτερικός, μας υποχρεώνει να δεχτούμε πως παρ’ ότι η σκέψη βιώνεται από τον σκεπτόμενο με μικροκοσμικής υφής διεργασίες, η ίδια η σκέψη λειτουργεί ως μακροσκοπικό όργανο παρατήρησης. Δηλαδή ο σκεπτόμενος άνθρωπος είναι ένας μικροκοσμικός παρατηρητής μόνο σαν ον που συνειδητοποιεί τη σκέψη του, ενώ είναι ένας μακροκοσμικός παρατηρητής σε κάθε άλλη παρατήρηση, συμπεριλαμβανομένης και της λειτουργίας του εγκεφάλου και της σκέψης του. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως το ότι ίσως το σκεπτόμενο άτομο βιώνει τη συνείδησή του ως μικροσκοπικός παρατηρητής, δεν σημαίνει πως τα φαινόμενα της σκέψης είναι απαραιτήτως κβαντικής υφής. Μπορεί δηλαδή οι νευρωνικές διεργασίες να είναι δυνατόν να αποδώσουν την αίσθηση της συνείδησης χωρίς να χρειάζεται να διαμεσολαβεί κάποια κβαντική υφή της ύλης. Ωστόσο είναι πολύ πιθανόν και αυτό το τελευταίο να συμβαίνει, όσο και κάτι άλλο ακόμα πιο παράξενο και άγνωστο, που με τη σημερινή ανεπάρκεια της γνώσης μας να τοποθετείται στη σφαίρα της μεταφυσικής και της παραψυχολογίας.
Ας πάμε όμως τώρα κάπου αλλού. Όλη ετούτη η συζήτηση για το πώς μπορεί να αναδύεται η συνείδηση έχει εφαρμογή και αφορά μόνο στον άνθρωπο ή έχει, και μέχρι ποιου σημείου, εφαρμογή στα ζώα; Συνηθίζουμε να θεωρούμε ως κατανοητά ή έστω ως επιλυμένα, με την έννοια πως δεν κρύβουν κανένα μυστήριο κι όχι πως γνωρίζουμε εξαντλητικά κάθε πτυχή τους, το χημειοτακτισμό της αμοιβάδας, το τραγούδι του τζίτζικα, τις περισσότερες συμπεριφορές των ζώων, έως και τα αντανακλαστικά τόξα στον άνθρωπο ή ακόμα και τις κινήσεις του. Το μυστήριο φαίνεται να αναδείχνεται με τη βίωση της συνείδησης, την επίγνωση, τη σκέψη. Μπορούμε να κατανοήσουμε (ή νομίζουμε πως μπορούμε) ένα βιολογικό αυτόματο αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι γίνεται και από τις νευρωνικές δραστηριότητες ξεπηδά ό,τι ονομάζουμε συνείδηση, σκέψη, ψυχικά φαινόμενα, πνεύμα. Η αισθητηριακή σύλληψη των ερεθισμάτων και η αντανακλαστική απόκριση σε αυτά, συμπεριλαμβανομένων των εντολών κίνησης μοιάζει να μπορούν να πραγματωθούν από ένα βιολογικό αυτόματο. Το τελευταίο προϋποθέτει την ύπαρξη του κυττάρου, που θα μπορούσε να θεωρηθεί το “μυστήριο”. Όμως αυτά που μπορεί να κάνει το βιολογικό αυτόματο μπορούν να τα κάνουν μηχανές κατασκευασμένες από τον άνθρωπο. Οι μετατροπές σε κάτι άλλο που διαδραματίζονται μπορούν να παρατηρηθούν και να καταγραφούν σε βαθμό τέτοιο που να μπορεί να θεωρηθεί πως δεν υπάρχει κάτι μυστήριο από πίσω. Η ανάδυση ωστόσο των ψυχικών και πνευματικών φαινομένων είναι μετατροπή σε κάτι άλλο που δεν μπορούμε να καταλάβουμε πώς πραγματώνεται. Είναι προφανώς δύσκολο να ορίσουμε το τι είναι συνείδηση, ψυχικά και πνευματικά φαινόμενα. Δεν δεχόμαστε πως η αμοιβάδα έχει τέτοια όταν κάνει τις αμοιβαδοειδείς κινήσεις της, η μέλισσα ή το μυρμήγκι όταν εκδηλώνει την πολύπλοκη αλλά αρκετά μηχανική και άκαμπτη συμπεριφορά του, έχει όμως η γάτα; Βλέπει όνειρα και αν βλαφτεί ο κερκοφόρος πυρήνας κινείται όπως τα όνειρά της υποδείχνουν. Το μυαλό της μπορεί λοιπόν να κάνει αναπαραστάσεις του κόσμου. Κι αυτό ανεξάρτητα το πώς θα το πούμε είναι μετατροπή σε κάτι άλλο που δεν ξέρουμε πώς λαμβάνει χώρα. Ξεφεύγοντας λοιπόν από το πρόβλημα της συνείδησης, της σκέψης, των ψυχικών φαινομένων και του ορισμού τους, μπορούμε να ξεκινήσουμε από εδώ που κάτι γίνεται κάτι άλλο κι εμείς δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε το πώς και τι. 9.1.02
Απ’ ότι φαίνεται υπάρχουν δύο μετατροπές σε κάτι άλλο που δεν έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε καθόλου: από τη χημική αλληλεπίδραση των μορίων στην οργανωμένη δραστηριότητα του κυττάρου και από τη δράση των νευρώνων στα ψυχονοητικά αντικείμενα. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως κατανοούμε επαρκώς κάθε άλλη μετατροπή ενός πράγματος σε κάτι άλλο, αλλά επειδή συνήθως έχουμε κάποια ιδέα για το τι περίπου συμβαίνει, δεν νιώθουμε ως είμαστε μπρος σε ένα απρόσιτο μυστήριο.)
Όσον αφορά στο κύτταρο, η απάντηση, που με το σημερινό επίπεδο των γνώσεών μας μοιάζει να κυριαρχεί, είναι πως η απίθανη δομή που συνελήφθη στην ιστορία, υπάρχει μέσω της δυνατότητας της να αντιγράφεται και να τροποποιείται, έως σήμερα. Παρατηρώντας το τι κάνει το κύτταρο, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα απίστευτης πολυπλοκότητας μηχάνημα, που φαίνεται να μπορούμε να αποκαλύψουμε ολονέν και περισσότερο τον τρόπο που λειτουργεί. Δεν φαίνεται δηλαδή σε αυτό το επίπεδο να υπάρχει μυστήριο. Νιώθουμε το μυστήριο στην αρχική κατασκευή, κάπως όπως το μηχανικό ξυπνητήρι στα χέρια ενός ιθαγενή απομακρυσμένου τόπου, που με την παρατήρηση αρχίζει να καταλαβαίνει τη λειτουργία του, και ανοίγοντάς το, τι περίπου κάνουν τα διαφορετικά μέρη του, αλλά του είναι αδύνατο να κατασκευάσει ή να καταλάβει πώς μπορεί να κατασκευάστηκε κάτι τέτοιο. Όπως λοιπόν εκείνος συνειδητοποιεί ότι το ελατήριο προκαλεί την κίνηση, τα γρανάζια τη μεταφέρουν και οι δείκτες στρέφονται δείχνοντας την ώρα, έτσι κι εμείς ανακαλύπτουμε τους ρόλους των μακρομορίων και πώς πραγματώνονται κάποιες κυτταρικές λειτουργίες, χωρίς να νιώθουμε πως υπάρχει κάτι ενδογενώς μυστηριακό, κάτι που δεν υπακούει στους φυσικοχημικούς νόμους και είναι απρόσιτο στην κατανόησή μας.
Το πρόβλημα του κυττάρου μοιάζει ιστορικό: λιγοπίθανα αυτοαντιγραφώμενα μόρια και διατηρητικές διαδικασίες που κατέστησαν δυνατά λόγω του τεράστιου χρόνου και των απειράριθμων “δοκιμών” και που βαθμιαία γίνανε συνθετότερα. Αυτές δε οι παλαιότερες μορφές, όπως οι ιοί, κι οι μονοκύτταροι προκαρυωτικοί οργανισμοί είναι ακόμα εδώ, μπροστά μας. Μήπως άραγε είναι ίδιας υφής ή ανάλογο το πρόβλημα νευρωνική δραστηριότητα-εγκέφαλος; Μήπως από τη “μνήμη” της απλύσιας, στα όνειρα της γάτας, την αυτογνωσία του γορίλα και τα ψυχονοητικά αντικείμενα του ανθρώπου η διαφορά δεν είναι παρά μόνο ποσοτική που πραγματώθηκε ιστορικά; Νομίζω όμως πως αν και η ιστορικότητα είναι κοινή και στις δύο περιπτώσεις, τα ζητήματα που τίθενται δεν μπορούμε με βάση το σημερινό επίπεδο των απόψεών μας να τα θεωρήσουμε ίδια ή ομόλογα. Εξετάζοντας το κύτταρο σαν δημιουργημένη οντότητα δεν παρατηρούμε κάποια μετατροπή κάποιου πράγματος σε κάτι άλλο που να μην είμαστε σε θέση να προσεγγίσουμε (Όπως είπαμε τέτοιο πρόβλημα έχουμε κατά τη μετάβαση από τα μόρια στην οργανωμένη κυτταρική μηχανή). Το πώς φτιάχνονται οι πρωτεΐνες και το m-RNA, με βάση τη δομή του DNA και τις λειτουργίες των ενζύμων νομίζουμε πως μπορούμε να το κατανοήσουμε σήμερα ή αύριο. Σε αυτό το επίπεδο, αφότου δηλαδή υπάρχει και λειτουργεί η κυτταρική μηχανή, δεν φαίνεται κάτι να μετατρέπεται σε κάτι άλλο με τρόπο μυστήριο. Κι οι κυτταρικές διεργασίες έχουν κοινά βασικά χαρακτηριστικά σε όλα τα κύτταρα, για όποιο κύτταρο κι αν μιλάμε, σε οποιοδήποτε οργανισμό (ειδικά πριν την διαφοροροποίησή τους σε ειδικά κύτταρα). Στον εγκέφαλο όμως, δοθείσης της δομής του, η μετατροπή της νευρωνικής δραστηριότητας σε ψυχική είναι τελείως ακατάληπτη και μυστηριακή.
Η ενίσχυση μιας συναπτικής διαδρομής στους νευρώνες τις απλύσιας με βάση τη χρήση τους μπορεί να είναι ένα βασικό φαινόμενο και για την ανθρώπινη μνήμη. Όμως, κι αν ακόμα τέτοιου είδους νευρωνικές διαδικασίες, ενίσχυσης και άμβλυνσης της ισχύος των συνάψεων, βρίσκονται στη βάση της δημιουργίας ενός ψυχονοητικού αντικειμένου στον ανθρώπινο εγκέφαλο, εδώ έχουμε τη μετατροπή κάποιου πράγματος σε κάτι άλλο, χωρίς να ξέρουμε πώς. Η ενίσχυση των συναπτικών διαδρομών γίνεται με τη χρήση τους που έχει σαν αποτέλεσμα ορισμένες δομικές τροποποιήσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα η συγκεκριμένη συναπτική διαδρομή να μπορεί στο μέλλον να ενεργοποιηθεί ευκολότερα απ’ ότι μια άλλη. Λαμβανομένου υπ’ όψιν πως η σχετική έρευνα έχει αποκαλύψει και τις σχετικές μοριακές αλλαγές που πραγματοποιούνται, μοιάζει να ξέρουμε αρκούντως καλά τι γίνεται όταν μιλάμε για τα στοιχειώδη νευρωνικά φαινόμενα σε απλούς οργανισμούς όπως η απλύσια. Τι είναι όμως αυτό που γίνεται όταν οι νευρωνικές δραστηριότητες δίνουν τις σκέψη που τώρα ξεδιπλώνονται σε μένα που γράφω αυτές τις γραμμές, ή σε σένα που τις διαβάζεις;
Ας εξετάσουμε την έννοια της αναπαράστασης.
Η εικόνα που βλέπουμε στην τηλεόραση είναι ένα σύνολο πολλών διαφορετικής έντασης φωτοσκιασμένων σημείων, έγχρωμων ή άχρωμων κουκίδων στην οθόνη της. Υπάρχουν μερικά νευροφυσιολογικά δεδομένα που επιτρέπουν την υπόθεση πως ένα αντικείμενο του περιβάλλοντος κόσμου μπορεί να προβάλλεται στον οπτικό φλοιό με ανάλογο τρόπο, μόνο που τα σημεία προβολής πλέον είναι κύτταρα που ενεργοποιούνται. Ας φανταστούμε λοιπόν πως βλέποντας ένα τροχό με τα μάτια μας στον οπτικό μας φλοιό ενεργοποιούνται κύτταρα που διατάσσονται ανάλογα με το σχήμα του τροχού, όταν βλέπουμε ένα τραπέζι, ενεργοποιούνται κύτταρα σε σχηματισμό ανάλογο με του τραπεζιού κ.ο.κ. Αν αυτή η υπόθεση είναι απολύτως αληθής δεν είναι άραγε η αποθέωση της έννοιας της αναπαράστασης της πραγματικότητας στον εγκέφαλο;
Κατ’ αρχήν ναι: ένα αντικείμενο του έξω κόσμου αναπαρίσταται στον εγκέφαλο με ενεργοποιημένα κύτταρα ίδιας διάταξης. Τι γίνεται όμως με ένα ακουστικό μήνυμα, ένα σωματαισθητικό ερέθισμα, μια γεύση, μια μυρωδιά; Τι θα σήμαινε στην περίπτωση αυτή αναπαράσταση στο επίπεδο των νευρώνων; Προφανώς δεν έχει νόημα να πούμε πως οι νευρώνες ενεργοποιούνται με διάταξη όπως αυτή του ήχου ή της μυρωδιάς, όμως η ιδέα της αναπαράστασης θα μπορούσε να σωθεί με την αποκάλυψη νευρώνων που ενεργοποιούνται σε ειδικές συχνότητες ήχων στον ακουστικό φλοιό ή σε ειδικές ουσίες στα τμήματα του εγκεφάλου όπου πραγματώνεται η αναγνώριση των οσμών ή εν πάσει περιπτώσει με κάποιο ειδικό τρόπο που αναπαριστά αυτό που γίνεται εκεί έξω-στον εγκέφαλο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα και ο εγκέφαλός μας μπορεί και δημιουργεί αναπαραστάσεις του κόσμου με κάποιου τύπου ομόλογη ενεργοποίηση νευρώνων του, η μνήμη αυτών των αναπαραστάσεων (που δεν είναι βέβαια απλό πράγμα αλλά θα μπορούσε ας πούμε να σημαίνει ανάλογη επανενεργοποίηση των εμπλεκομένων νευρώνων) και ο συνδυασμός τους, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως φωτίζουν το πώς κατ’ αρχήν παράγεται η σκέψη, πώς δηλαδή από τα νευρωνικά δρώμενα αναφύονται τα ψυχικά. Όμως το πρόβλημα που έχει παρακαμφθεί εδώ είναι τόσο θεμελιώδες που στην ουσία ακυρώνει την αξία των παραπάνω συλλογισμών όσον αφορά στο πόσο φωτίζουν το κεντρικό μας ερώτημα: νευρωνική δραστηριότητα ® ψυχισμός. Η εικόνα που υποθέσαμε πως σχηματίζεται στον οπτικό φλοιό από τα ενεργοποιημένα κύτταρά του κατά την θέα ενός αντικειμένου, θα ήταν πράγματι μια αναπαράσταση για έναν εξωτερικό παρατηρητή του εγκεφάλου του βλέποντος, ο οποίος από το σχήμα αυτό θα μπορούσε ίσως να καταλάβει τι βλέπει ο βλέπων. Για τον βλέποντα όμως άνθρωπο τα ενεργοποιημένα κύτταρα του εγκεφάλου του δεν είναι ορατά όπως τα pixel της οθόνης της τηλεόρασης και φυσικά ο τρόπος που βλέπει δεν είναι βλέποντας αυτό το εικονίδιο ενεργοποιημένων νευρώνων (που έχουμε δεχτεί πως είναι ομόλογο με το βλεπόμενο αντικείμενο). Εδώ αναμφίβολα υπάρχει μετατροπή σε κάτι άλλο που δεν έχουμε αποκαλύψει.