Πρόλογος
“…μέσα σε ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν ξένος” Albert Camus (Ο μύθος του Σίσυφου)
“η ζωή είναι καλή όταν έχουμε ένα λογικό αριθμό από αυταπάτες” William James (Αθανασία ανθρώπου)
Το ότι οι άνθρωποι έχουμε την ανάγκη των ψευδαισθήσεων και των αυταπατών δεν υπάρχει μάλλον κανείς σώφρων ενήλικας που δεν θα το έχει διαπιστώσει. Αν όχι από τον εαυτό του, μια και μπορεί να έχει την αυταπάτη πως δεν αυταπατάται, θα το έχει σίγουρα διαπιστώσει από τους άλλους: από την “ψεύτικη” θρησκεία τους, την “φενακισμένη” ιδεολογία τους, τις “φαιδρές” πεποιθήσεις τους, τα “ανόητα” ιδανικά και τα “γελοία” είδωλά τους. Και φυσικά, από μια άποψη δεν φαίνεται πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με αυτό. Αν οι άνθρωποι μπορούν και πορεύονται όμορφα έχοντας τους δικούς τους ιδιαίτερους μύθους, ως απαραίτητους συνοδοιπόρους, προκειμένου η ζωή τους να είναι αξιοβίωτη, φαίνεται πως η μελέτη της “μυθολογικής σκέψης” μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον είτε με την μορφή της ακαδημαϊκής περιέργειας: “γιατί συμβαίνει αυτό;”, είτε της ανθρωπολογικής προσέγγισης, πράγμα που έχουν κάνει επαρκώς και με μεγάλη επιτυχία, σπουδαίοι ανθρωπολόγοι, όπως ο Λέβι Στρως και ο Μιρσέα Ελιάντε. Το γεγονός όμως πως “…μέσα σε ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν ξένος” και προβάλλει το απειλητικό πρόσωπο της κατάθλιψης, κάνει τη μελέτη του μύθου ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα και για την ψυχολογία. Όταν η ζωή μοιάζει να μην είναι παρά “dust in the wind“, όταν η καθημερινότητα φαντάζει ως μια ανίερη ρουτίνα και το μάτι εναγωνίως αναζητά γύρω το θαύμα, όταν τα πράγματα δείχνουν πως “θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής, των μαγεμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, χωρίς να σκίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων”, οι απαντήσεις στα ερωτήματα για το μύθο στη ζωή μας, γίνονται επιτακτική ανάγκη, ένα ζήτημα αληθινά ζωής ή θανάτου.
Η παραδοχή πως οι μύθοι δίνουν νόημα στη ζωή, δεν μας καθιστά ικανούς να πιστεύουμε σε οποιονδήποτε απ’ αυτούς, αν εν τω βάθει τον θεωρούμε αυταπάτη. Δεν μπορεί κανείς π.χ. να δεχθεί τα οφέλη μιας λυτρωτικής πίστης σε ένα πανάγαθο υπέρτατο ον, που μεριμνά για τα πάντα με απόλυτη σοφία, αν πιστεύει πως ένα τέτοιο ον δεν είναι δυνατό να υπάρχει στην πραγματικότητα. Δεν μπορεί κανείς να ενεργεί με καλή διάθεση, πάθος και επιμονή, για την επίτευξη ενός στόχου, αν δεν αποδίδει κάποια σημαντική αξία σε αυτό που κάνει. Δεν μπορεί να απαλείψει κανείς εύκολα την κενότητα και την πνιγηρή έλλειψη νοήματος που μπορεί να επιφέρει στη ζωή του η απομυθοποίηση.
Γιατί μας χρειάζονται οι μύθοι; Πώς και γιατί επέρχεται η έκπτωσή τους; Είναι η απομυθοποίηση ταυτόσημη με την άρση των αυταπατών; Τι είναι ιερό και τι βέβηλο; Τι μπορούμε να κάνουμε όταν αναγνωρίζουμε πως οι μύθοι μάς χρειάζονται αλλά δεν μπορούμε να τους πιστέψουμε; Είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί η απειλή της κατάθλιψης που επισύρει η απομυθοποίηση; Με τέτοια ερωτήματα, ψυχολογικής βασικά διάστασης, θα ασχοληθούμε σε αυτή την εργασία, ενώ οι γνώσεις από άλλα πεδία, όπως η φυσιολογία, η ειδική έρευνα για τις ψευδαισθήσεις, η τέχνη, η ανθρωπολογία, η λαογραφία κλπ, θα μας χρησιμεύσουν μόνο ως βοηθήματα στις ψυχολογικής υφής αναζητήσεις μας.
Προσπάθεια ορισμών
Ως μύθο συνήθως χαρακτηρίζουμε κάτι πιο κοινωνικό, που σε προσωπικό επίπεδο φαίνεται ως αυταπάτη, ενώ η ψευδαίσθηση θα λέγαμε πως ταιριάζει περισσότερο σε διεργασίες που εμπλέκουν τις αισθήσεις και τα αντιληπτικά μας συστήματα. Οι ψευδαισθήσεις, όπως ότι βλέπουμε βρεγμένη τη ζεστή άσφαλτο, δεν θα μας απασχολήσουν εδώ. Στη μελέτη μας, που εστιάζεται στο προσωπικό επίπεδο, ίσως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο “αυταπάτη”. Επειδή όμως η “αυταπάτη” έχει μια εξ’ αρχής αρνητική διάσταση, κάτι δηλαδή σαν “αυτοκοροϊδία”, προτιμήσαμε τον όρο “μύθος”. Εξ’ άλλου, στη γλώσσα μας, η έκφραση “προσωπικός μύθος” δεν στερείται νοήματος.
Στο λεξικό του Μπαμπινιώτη διαβάζουμε στο λήμμα μύθος:
1. η αφήγηση που αποτελεί τμήμα ευρύτερης μυθικής παράδοσης και η οποία συνδέει με τρόπο σχηματικό πραγματικά ή φανταστικά γεγονότα ή και τα δύο, προκειμένου να ερμηνεύσει ένα φυσικό φαινόμενο, μια θρησκευτική ή κοινωνική πρακτική
2. η αφήγηση που αναφέρεται με τρόπο αλληγορικό, ανάλογο με τις διδακτικές της προθέσεις, σε φυτά και ζώα: αισώπειοι
3. η διήγηση που αποτελεί πλάσμα της ανθρώπινης φαντασίας και δεν αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα
4. τρόπος σκέψεως που χαρακτηρίζεται από την πίστη σε μυθολογικές παραδόσεις και υπερφυσικές δυνάμεις
5. η υπόθεση λογοτεχνικού έργου.
Από τις 5 αυτές σημασίες, η τέταρτη αναφέρεται στον τρόπο σκέψης ατόμου και δεν αφορά αφήγηση, διήγηση κλπ, πράγμα που σημαίνει πως η αποδοχή του όρου μύθος και ως προσωπικής δοξασίας, δεν είναι κάτι παράταιρο. Το περιεχόμενο ωστόσο του όρου θα προσπαθήσουμε να το προσδιορίσουμε στη συνέχεια.
Όπως φαίνεται από τις σημασίες του λεξικού, αλλά όπως μπορούμε και να διαβάσουμε στον Claude Levi-Strauss (“Μύθος και νόημα”, σελ. 39) “Οι μυθικές ιστορίες είναι, ή φαίνονται, αυθαίρετες, χωρίς νόημα, παράλογες…“, ο μύθος και η μυθική διάσταση των πραγμάτων σχετίζονται με το φανταστικό, το αυθαίρετο, το αλληγορικό, το υπερβολικό. Αν και οι αναφορές αυτές σχετίζονται με την κοινωνική διάσταση του μύθου, στις ιστορίες δηλαδή που λεει ο κόσμος, φαίνεται πως ακόμα και στο επίπεδο του ατόμου, θα πρέπει να σχετίσουμε την μυθοποιητική διαδικασία με απόδοση ιδιοτήτων στα πράγματα, πέραν των όσων αυτά αληθινά κατέχουν.
Μόλις όμως επιχειρήσουμε να καθορίσουμε τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει “ποιες είναι οι ιδιότητες που αληθινά κατέχει ένα πράγμα“, καταλαβαίνουμε το αδιέξοδο της παραπάνω συσχέτισης[1]. Φυσικά, όλοι οι ενήλικες θα συμφωνούσαν πως το ξύλινο τραπέζι στο οποίο είχαμε ζωγραφίσει ένα τιμόνι αυτοκινήτου και φανάρια, δεν ήταν αληθινό αυτοκίνητο, όπως πιστεύαμε με τον ξάδελφό μου, όταν παίζαμε στην αυλή, μικρά. Όμως, δεν θα συμφωνούσαν όλοι για τις ιδιότητες ενός φυλακτού ή ενός ιερού σκεύους, αν τα νερά του Γάγκη, της κολυμπήθρας ή του αγιασμού έχουν εξαγνιστικές ιδιότητες, για το πόσο ιερή είναι μια πόλη ή μια πέτρα, πόσο “τίμιο” είναι ένα κομμάτι ξύλου.
Μια θετικιστική αντιμετώπιση που θα απέρριπτε ως ιδιότητα ενός πράγματος κάθε τι που δεν μετριέται με κάποιον αντικειμενικό τρόπο θα είχε πολλά προβλήματα. Παραδείγματος χάριν, ποιες είναι οι πραγματικές ιδιότητες μιας πέτρας, όταν όλοι μας ξέρουμε πως εκτός από τη μάζα, τον όγκο και τις λοιπές μετρήσιμες ιδιότητες, στον πυρήνα των ατόμων από τα οποία αυτή αποτελείται, κρύβονται οι πυρηνικές δυνάμεις που δεν μας φανερώνονται, όταν τα πρωτόνια και νετρόνια αποτελούνται από στοιχειωδέστερα σωμάτια των οποίων η φύση, εν πολλοίς, μας διαφεύγει κι όταν εικάζεται πως εκεί, στο μικρόκοσμο, μπορεί να υπάρχουν επιπλέον διαστάσεις πέραν των τριών που αντιλαμβανόμαστε; Πώς θα κριθούν οι θρησκευτικές δοξασίες ή αν ένα αντικείμενο είναι πράγματι φυλακτό; Ποιες είναι οι αληθινές ιδιότητες ενός ανθρώπου, εφόσον τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθούν αντικειμενικά, ενώ επιπροσθέτως οι διαφορετικοί παρατηρητές δεν θα συμφωνούσαν μεταξύ τους ούτε καν για την ελκυστικότητα των εξωτερικών του χαρακτηριστικών;
Θα πρέπει να αποδεχθούμε πως δεν διαθέτουμε τελεσίδικα κριτήρια αληθείας. Οι απόψεις με τις οποίες κρίνουμε τα πράγματα είναι αβάσταχτα περιορισμένες χωροχρονικά. Αν υποτεθεί πως κάποιος πρωτόγονος άνθρωπος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως η Γη είναι σφαιρική, θα τον έπαιρναν για τελείως τρελό, κι ίσως πράγματι να ήταν. Αργότερα, το σύμπαν θεωρήθηκε πως λειτουργεί σαν ρολόι, κι αυτό ήταν η επιστημονική άποψη της εποχής, όσο κι αν σήμερα μας φαίνεται ανόητο. Τι μπορεί όμως να μας βεβαιώσει πως η τωρινή μας άποψη πως τα πάντα είναι μια αέναη, άσκοπη και τυχαία εναλλαγή μορφών είναι η σωστή και μόνο επί μέρους συμπληρώσεις επ’ αυτής μπορεί να αναμένει κανείς; Αυτό σάμπως δεν πίστευε η κάθε εποχή για τις δικές της γνώσεις; Όπως παρατηρεί πολύ εύστοχα ο Jacques Ninio (“Η επιστήμη των ψευδαισθήσεων”) “η μεγαλύτερη ίσως ψευδαίσθηση είναι ότι είμαστε πάντα σε επαφή με την πραγματικότητα“. Ας θυμηθούμε πόσο έξω έπεσε ο μεγάλος Δρ. Κέλβιν όταν έλεγε στους μαθητές του, λίγο πριν την επανάσταση της κβαντομηχανικής και της σχετικότητας, πως η φυσική έχει τελειώσει κι αυτοί δεν έχουν να κάνουν άλλο παρά συγκεκριμένους υπολογισμούς. Ποιες άραγε θα είναι οι συνέπειες αν είναι αληθινές οι θεωρίες, που ήδη κυκλοφορούν, όπως ότι πραγματώνονται όλες οι εκδοχές σε πάμπολλα σύμπαντα που δημιουργούνται κατά την εξέλιξη ενός γεγονότος για να φιλοξενήσουν αυτές τις εκδοχές, ότι τα σωματίδια είναι κόμποι στο χωρόχρονο και κυματο-σωματιδιακά φαντάσματα, πως υπάρχουν πολλές διαστάσεις στο μικρόκοσμο, πως μπορεί να υπάρξει ακαριαία αλληλεπίδραση από απόσταση χωρίς αποστολή πληροφορίας, για κβαντικό κενό που “βράζει” από συνεχείς και βίαιες ταλαντώσεις; Ποιος μπορεί να ξέρει αν η αποκάλυψη κάποιας νέας γνώσης αύριο δεν αποδείξει πως αυτό που πιστεύουμε σήμερα ως ορθό και προφανές, δεν είναι παρά μόνο μια πλάνη, που οφείλεται στην τεράστια ανεπάρκεια των αντιληπτικών και νοητικών μας δυνατοτήτων;
Μήπως όμως θα έπρεπε ο ορισμός του μύθου να αφορά στο φανταστικά σημαντικό σε αντιδιαστολή με ό,τι είναι αληθινά σημαντικό, και όχι στις ιδιότητες που αληθινά κατέχουν τα πράγματα; Δυστυχώς, περνώντας από την αναζήτηση των φυσικών ιδιοτήτων στη σφαίρα των “αξιών”, όχι μόνο δεν βρίσκουμε την “καθαρή” λύση για τον ορισμό μας, αλλά αντιμετωπίζουμε μεγαλύτερο μπλέξιμο. Για ποιες άραγε από τις μεγάλες αξίες που συνήθως ψυχώνουν την δράση των ατόμων, όπως η ατομική διάκριση κι η επιτυχία, η θρησκεία, η πατρίδα, οι πίστεις και τα ιδανικά θα μπορούσαμε να πούμε πως “δεν είναι μύθοι αλλά αληθινά άξιες λόγου επιδιώξεις”; Με ποιο κριτήριο θα ονομάζαμε υγιώς φιλόδοξο ένα άτομο και “ψώνιο” ένα άλλο, όταν και τα δύο παλεύουν με πάθος για την προσωπική τους διάκριση και επιτυχία; Η τυπική απάντηση: “αν οι φιλοδοξίες του είναι στα πλαίσια των δυνατοτήτων του” είναι εξαιρετικά επισφαλής, γιατί οι δυνατότητες δεν είναι κάτι στατικό που μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, ενώ πάντα υπεισέρχεται ισχυρά το τυχαίο ως ένας καθοριστικός παράγοντας και γι αυτό πολύ συχνά άνθρωποι που έμοιαζαν ανίκανοι ή ελάχιστα ικανοί μπορούσαν να φτάσουν πολύ υψηλότερα (Αϊνστάιν) από πολλά “παιδιά θαύματα”. Είναι “ψώνιο” το κοριτσάκι που ονειρεύεται τον εαυτό του σταρ του κινηματογράφου, αλλά παύει να είναι, αφ’ ης στιγμής το πετυχαίνει; Με ποιο κριτήριο θα ονομάζαμε “αντικειμενικά σημαντικό” κάτι ή “παραμύθι”; Ήταν “αντικειμενικά σημαντική” η εμμονή του Κοπέρνικου να αποδείξει την αναληθή θεωρία των επίκυκλων του Πτολεμαίου (δες “Οι υπνοβάτες” του Άρθουρ Καίσλερ) ή μήπως έγινε τέτοια όταν έθεσε τη βάση του ηλιοκεντρικού συστήματος, πέραν της αρχικής επιδιώξεως του συγγραφέα; Διδάχθηκα πως η θρησκεία μου ήταν η μοναδικά σωστή και υπέστην ένα πολύ μεγάλο σοκ όταν συνειδητοποίησα πως οι ορθόδοξοι χριστιανοί είναι μια πολύ μικρή μειοψηφία και πως αναγκαστικά όλοι οι υπόλοιποι θρησκευόμενοι ανά τον κόσμο θα πρέπει να σφάλλουν. Είναι η αγάπη στην δική μου πατρίδα αληθινά ιερή υπόθεση, ενώ η ανάλογη πίστη των Γερμανών μια επικίνδυνη υπόθεση που χρησιμοποιήθηκε από τον εθνικισμό και όσους ήθελαν να σύρουν την ανθρωπότητα σε δύο παγκόσμιους πολέμους; Είναι ο μύθος της “προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο” αυθεντική πίστη, αυταπάτη ή απάτη; Κι όταν ακόμα είναι αυθεντική πίστη κατά πόσο δεν είναι ταυτόχρονα μια αυταπάτη, εφόσον το άτομο μέσω της κοινωνικής προσφοράς αυτό που μπορεί εν τω βάθει να επιδιώκει να είναι η προσωπική του επιτυχία και ένα τρόπο να υπάρχει;
Από τα παραπάνω φαίνεται πως δεν μπορούμε να ορίσουμε το μύθο ως το φανταστικό κι όχι αληθινό, ούτε στο επίπεδο των φυσικών ιδιοτήτων, ούτε στο επίπεδο των αξιών. Όμως ένας ορισμός είναι απολύτως αναγκαίος, τόσο γλωσσικά, για να είναι καθαρό για τι πράγμα μιλάμε, όσο και από πλευράς περιεχομένου, προκειμένου δηλαδή να καταδεικνύεται το αντικείμενο της μελέτης. Θα ξεχάσουμε λοιπόν τη διάκριση φανταστικό-αληθινό και θα καταφύγουμε ακριβώς σε αυτό, το αντικείμενο δηλαδή της μελέτης επαναπροσδιορίζοντας τι είναι αυτό που θέλουμε να μελετήσουμε. Όπως είπαμε, μας ενδιαφέρει ό,τι φαίνεται σημαντικό και δίνει νόημα στη ζωή στη ζωή του ατόμου. Οι προσωπικοί του μύθοι. Στο επίπεδο λοιπόν της ατομικής ψυχολογίας, όπου περιορίζεται το ενδιαφέρον μας, θα ορίσουμε ως μύθο κάθε ψυχονοητική οντότητα που είναι σε θέση είτε να προκαλεί υψηλού βαθμού συγκινησιακή και νοητική εγρήγορση[2], προσφέροντας κίνητρα ζωής, είτε να ερμηνεύει την πραγματικότητα με τρόπο που να συνεισφέρει στη νοητική τάξη και το αίσθημα ασφάλειας, αδιαφορώντας τελικά για κάθε διάκριση φανταστικού- πραγματικού και αληθινά ή απατηλά σημαντικού. Σε τελευταία ανάλυση, το απέραντο μωσαϊκό των οντοτήτων που ψυχοκινούν τους διαφορετικούς ανθρώπους ή που τους κάνουν να νιώθουν ασφαλέστεροι ταξινομώντας το συμπαντικό χάος, το γεγονός πως ό,τι φαίνεται εξαιρετικά σπουδαίο και άξιο να αφιερώσει τη ζωή του σε κάποιον μπορεί να είναι γελοίο ή παγερά αδιάφορο σε κάποιον άλλον, αποδεικνύουν πως το θέμα μας είναι υποκειμενικό και θα πρέπει να απαρνηθούμε κάθε προσπάθεια “αντικειμενικών” προσδιορισμών.
“Μα, αν έχουν έτσι τα πράγματα”, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, “τότε και το ψωμί θα μπορούσε να είναι ένας μύθος για τον πεινασμένο, εφόσον είναι σε θέση να του προκαλεί υψηλού βαθμού συγκινησιακή και νοητική εγρήγορση, και η επιστημονική ερμηνεία επίσης μύθος, εφόσον μπορεί να συνεισφέρει στη νοητική τάξη. Μήπως ο ορισμός αυτός είναι απαράδεκτα γενικός;” Η απάντηση μας είναι: όχι. Το ψωμί μπορεί να είναι μύθος για τον πεινασμένο, εφόσον η αναζήτηση του, μπορεί να δίνει κίνητρο στη δράση και νόημα στην ύπαρξη, η ζέστη και η μυρωδιά του να τον κάνουν να δονείται συγκινησιακά και να του υποδεικνύουν πως η ομορφιά υπάρχει και μπορεί να κατακτηθεί. Η επιστήμη είναι μύθος στο μέτρο που δεν επιτρέπει καθολικές ερμηνείες λόγω του ειδικού και χωροχρονικά περιορισμένου χαρακτήρα της, κι ωστόσο συχνότατα οι εξ’ αυτής γενικεύσεις επεκτείνονται σχεδόν στα πάντα.
Ό,τι νιώθει ο καθένας σαν σημαντικό είναι μύθος, ο δικός του μύθος. Από την αγάπη για ζωή και το καθήκον να μεγαλώσει τα παιδιά του, έως το πολυτελές αυτοκίνητο και την απόκτηση μεγάλης συλλογής από ξύστρες[3]. Από το πάθος του για προσωπική επιτυχία, ή της ομάδας την οποία υποστηρίζει, έως την προσπάθεια για έναν καλύτερο κόσμο. Από τη θρησκευτική του πίστη έως την επιστημονική ερμηνεία με την οποία θέτει τάξη στο σύμπαν. Και τολμούμε να θέτουμε τα πάντα υπό τον ίδιο όρο “μύθος” γιατί κάθε αξιολόγηση είναι εν τέλει αυθαίρετη. Ως κι η αξία αυτής της ίδιας της ζωής δεν μπορεί παρά μόνο αξιωματικά να γίνει αποδεκτή. Στην ουσία, δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί πως το παιχνίδι της ζωής είναι αληθινά σημαντικό, ιδιαίτερα εάν ευσταθεί η κρατούσα επιστημονική αντίληψη πως ζούμε σε ένα άσκοπο σύμπαν και είμαστε αποτέλεσμα τυχαίας εναλλαγής μορφών. Οτιδήποτε δηλαδή ένα άτομο αποδέχεται νοητικά ως σπουδαίο και του προκαλεί υψηλή συγκίνηση, διάθεση ζωής, κινητοποίηση των δυνάμεών του και εγρήγορση είναι ένας μύθος. Με αυτό τον τρόπο, είμαστε σε θέση να αποδώσουμε στο μύθο τα χαρακτηριστικά του αυθαίρετου και του δυνάμει απατηλού, που αμφισβητήσαμε παραπάνω πως θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν ως στοιχείο διάκρισης του μυθικού από το αληθινό. Δεν είναι κάποια από αυτά που μας ψυχοκινούν αληθινά και άλλα μυθικά, είναι όλα μυθικά, καθόσον η σημασία τους απαιτεί την αυθαίρετη παραδοχή. Σε αυτό το επίπεδο συζήτησης, δεν θεωρούμε νόμιμη καμιά διάκριση. Αργότερα, θα προβληματιστούμε αν μεταξύ των μύθων μπορούμε κι έχει νόημα να διακρίνουμε το “Ιερό” και το “Βέβηλο”, όπως κάνει ο Μιρσέα Ελιάντε.
Περιεχόμενο του μύθου
Με τον ανωτέρω ορισμό του μύθου, ως ψυχονοητική οντότητα που είναι σε θέση είτε να προκαλεί υψηλού βαθμού συγκινησιακή και νοητική εγρήγορση είτε να ερμηνεύει την πραγματικότητα με τρόπο που να συνεισφέρει στη νοητική τάξη και το αίσθημα ασφάλειας, είναι προφανές πως έχουμε αποδόσει στο μύθο συγκινησιακά και γνωσιακά χαρακτηριστικά, των οποίων την ουσία, θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε.
Πριν όμως απ’ αυτό, θα ήταν καλό να κάνουμε μια σύντομη παρένθεση για τη σχέση συγκινησιακών-νοητικών διεργασιών, χωρίς σε καμιά περίπτωση να προσδοκούμε ούτε στην εξαντλητική παρουσίαση των σχετικών απόψεων ούτε, ακόμα περισσότερο, στη δημιουργία μιας νέας θεωρίας. Θα περιοριστούμε απλά σε ό,τι εδώ μας χρειάζεται.
Είναι πράγματι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με την άποψη του Jeffrey A. Gray πως “η νευροβιολογική έρευνα σε ζώα υποδείχνει ισχυρά πως τα εγκεφαλικά συστήματα που διαμεσολαβούν τις συγκινήσεις εμπλέκονται με εκείνα που διαμεσολαβούν τις γνωστικές λειτουργίες, σε τέτοιο βαθμό, που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να βεβαιωθεί οποιαδήποτε καθαρή διάκριση μεταξύ τους” (Pychobiological aspects of relationships between emotion and cognition σελ.268). Ωστόσο, όλοι οι άνθρωποι μάλλον θα συμφωνούσαν πως η συγκινησιακή εμπειρία δεν ταυτίζεται με τη λογική σκέψη τους. Γιατί ο καθένας νιώθει ως διαφορετικό τον καθαρό μαθηματικό συλλογισμό του πυθαγόρειου θεωρήματος (με την προϋπόθεση να μην ξυπνήσει μνήμες ή σενάρια άσχετες από το μαθηματικό του μέρος) από τη θαλπωρή μιας αγαπημένης αγκαλιάς με το μυαλό κενό από σκέψεις. Έχει λοιπόν νόημα να υπογραμμίσουμε πως ο μύθος, όπως τον ορίσαμε, έχει συγκινησιακό και νοητικό μέρος. Μπορεί να διεγείρει όλες τις συγκινήσεις αποδίδοντας χρώμα και αίσθημα ασφάλειας στη ζωή και έχει γνωστικό περιεχόμενο, στο μέτρο που μπορεί κανείς να τον συλλογιστεί από πολλές απόψεις, ως ιστορία, νόημα, πληροφορία, σχέση με άλλα πράγματα κλπ.
Αμφότερες οι πλευρές του μύθου είναι πολύ σημαντικές, αν και αυτό που φαίνεται να προεξάρχει είναι η δυνατότητα επιρροής του επί των συγκινήσεων. Το σκίρτημα, η ένταση, η φλόγα, η ασφάλεια, η γαλήνη είναι τα ζητούμενα κι όχι ο ορθός λόγος. Ο τελευταίος καθίσταται σημαντικός για έναν άνθρωπο στο μέτρο πάλι που μπορεί να κινήσει θετικές συγκινήσεις όπως η γαλήνη που επέρχεται από την απάντηση ερωτημάτων είτε η επιτυχία και η αυτοεκτίμηση.
Πώς καθορίζονται όμως οι συγκινήσεις; Προφανώς, δεν μπορούμε δια της ελεύθερης βούλησής να αποφασίσουμε να είμαστε χαρούμενοι και ήρεμοι, γιατί απλά, θα το κάναμε και θα ήταν όλα καλά. Δεν μπορούμε να διατάξουμε τις συγκινήσεις, οι οποίες όμως διατάσσονται από διεργασίες που λαβαίνουν χώρα εντός μας και συχνά ερήμην της επίγνωσής μας. Πρώτα νιώθουμε χαρούμενοι ή λυπημένοι, μας αρέσει ή όχι κάποιος άνθρωπος ή περιβάλλον ή κατάσταση, και μετά, αν ρωτηθούμε ή αναρωτηθούμε θα δώσουμε μια ερμηνευτική υπόθεση για το γιατί νιώθουμε έτσι. Συχνά η απάντηση αυτή δεν θα είναι σωστή, ενώ ακόμη συχνότερα δεν είμαστε καν σε θέση να δώσουμε καμία ερμηνεία. Το “έτσι μου αρέσει”, εκτός από διαφημιστικό σλόγκαν, είναι η απόδειξη της αδυναμίας εξήγησης και απόρροια της έλλειψης γλώσσας συγκινήσεων.
Το γεγονός όμως ότι στο συγκινησιακό μέρος του εαυτού μας δεν έχουμε απ’ ευθείας βουλητική πρόσβαση μήπως σημαίνει πως τα νοητικά επιχειρήματα της μελέτης αυτής δεν θα είναι σε θέση να αγγίξουν το συγκινησιακό περιεχόμενο των μύθων; Νομίζω πως όχι. Για παράδειγμα, η κόκκινη Ferrari μπορεί να έχει γίνει φετίχ για έναν άνθρωπο, ίσως μάλιστα μέσω συγκινησιακής βασικά προβολής από τα μέσα ενημέρωσης, κι όχι γιατί μελέτησε τα προσόντα της ως αυτοκίνητο, ωστόσο, σκέψεις ενάντια στον καταναλωτισμό και υπέρ της οικολογικής αντίληψης, θα μπορούσαν να κλονίσουν το μύθο. Το δίχως άλλο όμως, χρειάζεται να κάνουμε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε λίγο περισσότερο τις συγκινήσεις και τη σχέση τους με τις γνωστικές διεργασίες γιατί, αν και δεν είναι το θέμα μας, είναι εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα για το θέμα μας. Ας ανοίξουμε λοιπόν εδώ μια μεγάλη παρένθεση.
Μια παρένθεση για τις συγκινήσεις
Όλη μας η ζωή είναι γεμάτη από επιθυμίες, απέχθειες, φόβους, λύπες και χαρές. Οι συγκινήσεις μας κατευθύνουν, εφόσον τείνουμε να επιδιώκουμε ό,τι μας προκαλεί ευχαρίστηση και να αποφεύγουμε ό,τι μας δυσαρεστεί. Οι συγκινήσεις μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα ή άσχημα, ήρεμοι ή ανήσυχοι, ευτυχισμένοι ή δυστυχείς, καθορίζουν ακόμα και τον τρόπο που σκεφτόμαστε και δίνουν συνολικά νόημα στη ζωή ή την απαξιώνουν.
Αφού αυτό που μας ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να νιώθουμε καλά κι όχι άσχημα, με τρόπο βέβαια που να έχει κάποια διάρκεια και να μην μας οδηγεί στην καταστροφή στην επόμενη στροφή, αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε πρωτίστως είναι τι μας κάνει να νιώθουμε καλά και τι άσχημα; Από που καθορίζονται οι συγκινήσεις μας, εφόσον δεν τις διατάσσουμε δια της βουλήσεως μας;
Σε καθαρά σωματικό επίπεδο, ο οργανισμός φαίνεται να κατέχει γενετικά τη γνώση, μέσω των ομοιοστατικών μηχανισμών που διαθέτει, για το τι είναι καλό και τι όχι. Παρ’ ότι οι μηχανισμοί αυτοί δεν είναι αλάθητοι, σε γενικές γραμμές πληροφορούν σωστά για την ανάγκη λήψης τροφής (πείνα), υγρών (δίψα), την επιταγή αφόδευσης, ούρησης, ξεκούρασης, ύπνου κλπ και με την άμεση σχέση που φαίνεται πως έχουν με τις συγκινήσεις, κάνουν το άτομο να νιώθει καλά όταν εκπληρώνει αυτές του τις ανάγκες και άσχημα όταν η εκπλήρωσή τους εμποδίζεται ή παραμελείται[4]. Ξεκινάμε την προσωπική μας ζωή και περιπέτεια με βασικά εφόδια αξιολόγησης τους σωματικούς αυτούς δείκτες που αφορούν στην πλήρωση των σωματικών αναγκών και τον πόνο. Η περίπτωση των κοριτσιών της Ινδίας που μεγάλωσαν με λύκους και που το ένα εξ’ αυτών πέθανε όταν τα πήρε να τα μεγαλώσει στην οικογένειά του ένας κληρικός, μη μπορώντας να προσαρμοστεί στο ανθρώπινο περιβάλλον, το δε άλλο δεν συμπεριφέρθηκε ποτέ σας πραγματικός άνθρωπος, δείχνουν πως η κωδίκευση που γίνεται στα πρώτα νηπιακά χρόνια για το τι είναι καλό ή κακό δεν είναι προδιαγεγραμμένη[5]. Αν η λύκαινα έπαιζε το ρόλο της μητέρας στα πρώτα παιδικά χρόνια, πιθανώς η “φοβερή” μορφή του λύκου θα προκαλούσε θετικά συναισθήματα στο παιδί στη συνέχεια. Η θέα ενός στεφανιού από αυτά που πηγαίνουμε στις κηδείες εμείς στην Ελλάδα, είναι σίγουρο πως δεν θα ενεργοποιήσει τα ίδια θλιβερά συναισθήματα σε έναν ξένο που δεν ξέρει τίποτε γι αυτή τη συνήθεια.
Δεν υπάρχουν λοιπόν ενδείξεις πως κατέχουμε κάποιο πρόσθετο αξιολογικό μηχανισμό που κατευθύνει τις συγκινήσεις μας παρέχοντας κάποιου τύπου κριτήρια περί του καλού ή κακού, του ηθικού ή του ανήθικου, του δίκαιου ή του άδικου. Τα ανθρώπινα νήπια δεν έχουν εκ γενετής γνώση ούτε καν του κινδύνου του ύψους, όπως εικάζεται πως έχουν τα σκυλάκια και τα γατάκια και δεν την αποκτούν παρά με την εμπειρία ή τη διδαχή. Αν έχουν κάποια ενστικτώδη “γνώση” όπως π.χ. του κινδύνου από ένα αντικείμενο που τα πλησιάζει με ταχύτητα, η “γνώση” αυτή είναι αμελητέα μπροστά σε ό,τι θα μάθει το παιδί σε σχέση με το τι είναι καλό ή κακό στο περιβάλλον του, που δεν είναι δυνατό να κριθεί με άμεσα σωματικά κριτήρια, συχνά μάλιστα είναι και απολύτως ενάντια σε αυτά. Αρκεί να θυμηθούμε περιπτώσεις όπως η κρανιοδεσία, οι χαλκάδες στη μύτη, η επιμήκυνση του λαιμού ή των χειλιών, τα ξυλοπάπουτσα, τα σκουλαρίκια σε κάθε σημείο έως την κλειτορίδα, το φρύδι, τη θηλή του στήθους, τη μύτη, τον αφαλό, που ενώ είναι τελείως ενάντια σε κάθε είδους σωματικό όφελος, υιοθετούνται από πολλούς ανθρώπους που προσβλέπουν σε κοινωνικά πλεονεκτήματα εξ’ αυτών. Είτε ακόμα πως ενώ μια δυτική γυναίκα νιώθει άσχημα όταν ο άνδρας της έχει ερωμένη, μια άλλη γυναίκα, κάποιας αφρικανικής φυλής, νιώθει άσχημα όταν ο άνδρας της είναι τόσο φτωχός που δεν έχει τη δυνατότητα να αγοράσει δεύτερη γυναίκα.
Θα ονομάσω “αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων” τα σχετικά σταθερά κριτήρια τα οποία διαμορφώνει ένα άτομο, με βάση τα οποία εκδηλώνει τη μια ή την άλλη συγκινησιακή αντίδραση και νιώθει όμορφα, άσχημα, φόβο, ενοχή, χαρά, θλίψη κ.λ.π. ανάλογα τις περιστάσεις.
Σύμφωνα λοιπόν με τους ορισμούς που έχουμε δώσει, οι μύθοι εντάσσονται στα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων, εφόσον αποτελούν σχετικά σταθερές δομές που είναι σε θέση να κινητοποιούν συγκινησιακές αντιδράσεις. Τα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων ωστόσο είναι κάτι ευρύτερο από τους μύθους εφόσον σχετίζονται με το σύνολο των συγκινήσεων και τις αρνητικές, κι όχι μόνο τις θετικές-διεγερτικές, και όλης της γκάμας των εντάσεων, κι όχι μόνο τις έντονες-συναρπαστικές.
Τα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων είναι κατά κάποιον τρόπο συμπεράσματα εξωλεκτικής[6] μορφής για το ποια συγκίνηση θα πρέπει να εκδηλωθεί στις εκάστοτε συνθήκες. Διαμορφώνονται στην προσωπική ιστορία του κάθε ατόμου και οδηγούν με αυτόματο τρόπο την εκδήλωση των συγκινήσεων του, με τρόπο που θυμίζει την εκτέλεση των αυτοματοποιημένων κινητικών δεξιοτήτων. Οι μεγάλες διαφορές μεταξύ των ατόμων σε σχέση με την εκδήλωση των συγκινήσεων τους οφείλονται βασικά στον απολύτως πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο συνδέει και κωδικοποιεί το κάθε άτομο την πραγματικότητα με το συμφέρον του. Κωδικοποίηση που γίνεται ερήμην του ατόμου, κατά τα παιδικά του χρόνια, δεν παύει όμως να τροποποιείται καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Όπως δεν μαθαίνουμε να βαδίζουμε ή να κάνουμε ποδήλατο με λεκτικές οδηγίες και δεν μπορούμε να περιγράψουμε αυτό που έμαθε το σώμα μας να κάνει με λέξεις έτσι κι η σύνδεση των ερεθισμάτων με τις συγκινήσεις και η περαιτέρω κωδικοποίηση που αφορά σε απειράριθμες δαιδαλώδεις συσχετίσεις, ξεκινάει να γίνεται πολύ πριν αποκτήσουμε τη γλωσσική ικανότητα και συνεχίζει να γίνεται καθ’ όλη την ενήλικη ζωή με αφάνταστα δαιδαλώδη και πολύπλοκο τρόπο που συνήθως είναι πολύ δύσκολο ακόμα και να γίνει αντιληπτός λογικά και να περιγραφεί με λέξεις. Ας προσεχθεί, αυτό δεν σημαίνει πως οι λέξεις δεν μπορεί να είναι συγκινησιακά φορτισμένα αντικείμενα, αλλά πως ο τρόπος που γίνεται η σύνδεση της λέξης με τη συγκίνηση (π.χ. το σκίρτημα στο άκουσμα του ονόματος του αγαπημένου προσώπου) είναι άρρητος.
Εδώ δεν μπορεί να μην παρατηρήσουμε πως οι συσχετίσεις αυτές δεν είναι απλά εξαρτημένα αντανακλαστικά. Ακόμα και στις πιο απλές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα όταν ένα άρωμα μας ξυπνάει συναισθήματα από το παρελθόν, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα από ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό, εφόσον το νυν συναίσθημα εμπεριέχει στοιχεία από επόμενες-συγγενείς εμπειρίες και την εκτίμηση της τρέχουσας στιγμής. Αυτό που συμβαίνει είναι στην πραγματικότητα μια πολύ πιο σύνθετη διεργασία από μια άκαμπτη εξάρτηση της μορφής: ερέθισμα-απόκριση. Παρά ταύτα, οι συσχετίσεις, οι γενικεύσεις και οι κρίσεις αυτού του μηχανισμού είναι ολότελα διαφορετικές από εκείνες του λογικού μας νου και γι αυτό μοιάζει σαν ένας ξένος εντός μας.
Τα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων ενός ατόμου δεν ταυτίζονται με τις απόψεις του, εφόσον το άτομο μπορεί να μην έχει καν επίγνωσή τους και να μη μπορεί να τις προσδιορίσει λεκτικά. Συνάμα, στα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς δεν ανήκει οποιαδήποτε άποψη μπορεί να εκφράζεται στα πλαίσια των νοητικών προβληματισμών του ατόμου. Στο σημείο αυτό θα μπορούσα να κάνω μια αναφορά για την διαφωνία μου με τους “γνωσιακούς” ψυχολόγους που θεωρούν πως σκέψεις και “γνωσίες” είναι “οι “δυνάμεις” που δίνουν ένταση και κατεύθυνση στη συμπεριφορά, έτσι ώστε αυτή τελικά να μην είναι το άμεσο αποτέλεσμα των ερεθισμάτων” (σελ.36 Αζίζη). Κι ενώ ως προς το σκέλος του να αναιρέσουν την εσφαλμένη κατεύθυνση στην ψυχολογία, που αποδίδεται με το σχήμα “ερέθισμα-απόκριση”, μια τέτοια άποψη είναι ένα μεγάλο βήμα εμπρός, ως προς το σκέλος πως αρνιούνται ουσιαστικά τις ασυνείδητες διεργασίες (εφόσον σαν “γνωσίες” ορίζουν “τα διάφορα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στο συνειδησιακό χώρο του ατόμου” (σελ. 39 στο ίδιο)) είναι ένα βήμα προς τα πίσω. Οι “γνωσίες” μπορεί να επηρεάζουν τους συγκινησιακούς εκτιμητές, το υλικό όμως των εκτιμητών αυτών μπορεί να είναι πολύ πιο καταχωνιασμένο και ασυνείδητο. Συχνότατα, οι άνθρωποι θεωρούμε άλλο πράγμα ως ηθικό, πρέπον ή σωστό και αλλού διαπιστώνουμε πως μας οδηγούν οι συγκινήσεις μας. Χωρίς καμιά ερμηνεία και νοητική δικαιολόγηση.
Πολλά πράγματα και καταστάσεις μπορεί να έχουν λαθεμένα συνδεθεί με τον φόβο, τη θλίψη, τον καταναγκασμό ή οποιαδήποτε άλλη αρνητική συγκίνηση δυναστεύοντας ουσιαστικά το άτομο και επιφέροντάς του ελάχιστο όφελος στην πράξη. Ευτυχώς ωστόσο, είναι δυνατόν να γίνει αλλαγή των προτύπων αναφοράς των συγκινήσεων και αναπροσαρμογή των αυτοματοποιημένων συγκινησιακών συσχετίσεων. Όπως δηλαδή μπορεί να αναπροσαρμόσει κανείς αυτοματοποιημένες κινητικές δεξιότητες, όταν για παράδειγμα από αυτοκίνητο με ταχύτητες αρχίσει να οδηγεί αυτόματο αυτοκίνητο, όμως στην περίπτωση των συγκινήσεων οι αλλαγές είναι πολύ πιο αργές, δυσκολότερες και απαιτούν διαδικασίες πολύ μεγαλύτερης πολυπλοκότητας.
Χωρίς αμφιβολία, τα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων που δημιουργούνται στα πρώτα χρόνια της ζωής είναι σταθερότερα και υπόκεινται δυσκολότερα σε αλλαγές. Θα μπορούσαμε να κάνουμε μερικές υποθέσεις γιατί συμβαίνει αυτό, όπως ότι οι “εγγραφές” αυτές είναι αρχικές και δεν έρχονται να τροποποιήσουν κάτι ήδη “εγγεγραμμένο”, πως επειδή σχηματίζονται πριν την ανάπτυξη της γλώσσας είναι περισσότερο εξωλεκτικές και βαθύτερα ασυνείδητες, πως λαμβάνουν χώρα κατά την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος και παίζουν ρόλο στη διαμόρφωσή του, πως πρόκειται για ιδιότητες της μνήμης, όπως δηλαδή θυμόμαστε καλύτερα τα ποιήματα και τραγούδια της παιδικής ηλικίας κ.α. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε τη σταθερότητα των αξιολογικών προτύπων αναφοράς των συγκινήσεων που δημιουργούνται στα πρώτα παιδικά χρόνια ως εμπειρικό δεδομένο, ακόμα περισσότερο τη στιγμή που δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση γι αυτό, εφ’ όσον όλες οι σχολές ψυχολογίας αλλά και κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος ξέρει πως πρέπει να τα αναζητήσει στα παιδικά χρόνια. Γενίτσαροι, φασιστική νεολαία, γυφτάκια που κλέβουν και λένε ψέματα μπορεί να δημιουργηθούν μόνο με επιρροή κατά την παιδική ηλικία και είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουν μεγαλώνοντας.
Η επανάληψη, φαίνεται πως είναι η κυριότερη προϋπόθεση διαμόρφωσης και αλλαγής των αξιολογικών προτύπων αναφοράς των συγκινήσεων, όπως συμβαίνει και με τις αυτοματοποιημένες κινήσεις. Από την παιδική ηλικία έως πολύ αργότερα, η επανάληψη στεριώνει ή τροποποιεί[7]. Η δυνατότητα της επανάληψης (με την εξαίρεση του μετατραυματικού φόβου), να διαμορφώνει τα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς, θα πρέπει να σχετίζεται εκτός από τις ιδιότητες της μνήμης και με την συντηρητικότητα των εκτιμητικών μηχανισμών. Ο φόβος μπρος στο νέο δείχνει πως αξιολογούνται ως λιγότερο σημαντικές οι νέες ευκαιρίες που μπορεί να φέρει σε σχέση με το ρίσκο που εμπεριέχει. Αυτό φαίνεται πως ήταν εξελικτικά σωστό, εφόσον το άγνωστο μπορούσε να συνεπάγεται ακόμα και το θάνατο του μακρινού μας προγόνου, ενώ αυτό που εχθές δεν απέβη μοιραίο ή ωφέλησε, έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι ασφαλές και σήμερα. Ο “ενδογενής” συντηρητισμός πάντως είναι υπεύθυνος και για σοβαρές αδυναμίες, όπως η ξενοφοβία κι η άκριτη αποδοχή όσων “μάθαμε” δια της επανάληψης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (πολιτικοί, καλλιτέχνες, αθλητές, μοντέλα, παίκτες του Big Brother) και η δυσκολία αποδοχής του καινούργιου, από απόψεις και συνήθειες έως να αγοράσουμε την “άγνωστη” οδοντόκρεμα σε σχέση με αυτή που διαφημίζεται.
Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα για το ρόλο της επανάληψης στη διαμόρφωση των αξιολογικών προτύπων αναφοράς των συγκινήσεων μπορούμε να πάρουμε αν αναλογιστούμε πώς διαμορφώνονται αυτά σε σχέση με το τι είναι δόκιμο να φοράμε. Όλοι νιώθουμε ντροπή αν υποχρεωθούμε να κυκλοφορήσουμε ντυμένοι με κάτι “τρελό” σε δημόσιο χώρο. Όταν όμως επικρατήσει αυτό το “τρελό”, σαν η νέα μόδα, θα είναι αντικείμενο ντροπής το ένδυμα που κάποια χρόνια πριν ήταν πρέπον. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως μας φάνηκε απαράδεκτο στην αρχή το παντελόνι-καμπάνα, τη δεκαετία του ’70, μετά φορώντας το δεν αντέχαμε να βλέπουμε σε κανένα το στενό παντελόνι, κι αρκετά αργότερα βλέπαμε γελοίο τον εαυτό μας στις φωτογραφίες με παντελόνι-καμπάνα. Αναμένω να δω, σοφότερος πλέον και χωρίς να κάνω σχόλια περί “αντικειμενικά αντιαισθητικού”, αν θα αλλάξει πάλι το κριτήριο μου τώρα που ξαναρχίζει να φοριέται και πάλι το παντελόνι-καμπάνα.
Η επανάληψη μπορεί να συντελέσει στην τροποποίηση των αξιολογικών προτύπων αναφοράς, ερήμην της επίγνωσής μας. Εμείς όμως μπορούμε να κάνουμε κάτι για να τροποποιήσουμε ένα αξιολογικό πρότυπο αναφοράς, το οποίο θεωρούμε πως μας βλάπτει; Όπως π.χ. το ότι νιώθουμε συντετριμμένοι μετά από μια αποτυχία. Έχει νόημα να δουλέψει κανείς νοητικά με κάτι τέτοιο ή απλά θα χάσει το χρόνο του, εφόσον οι συγκινήσεις του θα δρομολογούνται έτσι κι αλλιώς ερήμην του;
Σύμφωνα με τον Joseph Le Doux, το συγκινησιακό σύστημα μπορεί να δράσει ανεξάρτητα από το νεο φλοιό[8]. Οι αμυγδαλοειδείς πυρήνες, που είναι η έδρα των συγκινήσεων κατά τον Le Doux, λαμβάνουν πληροφορίες από τις αισθήσεις πριν κι ανεξάρτητα από τα ανώτερα κέντρα του εγκεφάλου, σαν μεταιχμιακό σύστημα- με τη συνεισφορά του ιππόκαμπου- έχουν τη δυνατότητα ανεξάρτητης μνήμης και αυτόνομης επεξεργασίας της πληροφορίας και τη δυνατότητα να εκδηλώνουν τη συγκινησιακή αντίδραση ακόμα και χωρίς καμιά ενσυνείδητη συμμετοχή. “Τα συναισθήματα έχουν το δικό τους μυαλό, ένα μυαλό που μπορεί να συγκρατήσει απόψεις εντελώς ανεξάρτητα από το λογικό εγκέφαλο” (σελ. 50, Συναισθημ. Νοημοσύνη, Νταν. Γκόλεμαν)
Η στερέωση λοιπόν, όσο και η μεταβολή των αξιολογικών προτύπων αναφοράς των συγκινήσεων γίνονται ερήμην της επίγνωσης κι είναι συνήθως κουφές στα κελεύσματα του ορθού λόγου. Όπως είπαμε, δεν παίρνει κανείς αποφάσεις για το τι αξιολογεί ως επιθυμητό, δυσάρεστο, φοβερό κλπ. Αναγνωρίζοντας μάλιστα ενίοτε το απρεπές, το άστοχο ή το βασανιστικό και προσπαθώντας να πετύχει αλλαγές μοιάζει σα να προσπαθεί να πείσει κάποιον άλλον κι όχι τον ίδιο του τον εαυτό. Από τη δυσφορία του άνδρα για την κυτταρίτιδα της κοπέλας του, παρά τη λογική αναγνώριση του δικαιώματος στην ατέλεια, έως το φόβο για το ασανσέρ, παρά την αντίληψη του αβάσιμου, διακρίνουμε το σχηματισμό αξιολογικών προτύπων που αγνοούν τη λογική. Είναι πράγματι η λογική ένας άσχετος παρατηρητής;
Ο λόγος κι η λογική έχουν το ρόλο τους αφ’ ενός στην διαμόρφωση, αφ’ ετέρου στις αλλαγές των αξιολογικών προτύπων αναφοράς. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, παρ’ ότι η συσχέτιση των πραγμάτων και των καταστάσεων με τις συγκινήσεις γίνεται με άρρητο τρόπο, οι λογικές επεξεργασίες και οι λέξεις μπορούν να αποτελούν “συγκινησιακό υλικό”. Σε ένα ντοκιμαντέρ που είδα πρόσφατα, σε δημοτικό σχολείο του Ιράκ, βάζανε τα παιδάκια να λένε, υπό μορφή απαγγελίας, πόσο καλός είναι, πόσο αγαπάνε και πόσο πρόθυμα θα έδιναν τη ζωή τους για τον ηγέτη της χώρας τους, τον Σαντάμ Χουσεϊν. Στην περίπτωση αυτή, είναι φανερό πως στη διαμόρφωση του αξιολογικού προτύπου που οδηγεί αργότερα αυτά τα παιδιά στο φανατισμό, έως και την αυτοθυσία, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο λόγος, όσα δηλαδή λένε στα παιδιά κι όσα τα βάζουν να πουν, καθώς και τα “επιχειρήματα” που αναπτύσσουν για το πόσο σπουδαίος είναι ο ηγέτης τους, φυσικά με την συνδρομή της απαραίτητης επανάληψης.
Εκτός όμως της καθιέρωσης, μέσω του λόγου είναι επίσης δυνατή και η τροποποίηση ενός ήδη διαμορφωμένου αξιολογικού προτύπου αναφοράς της συγκίνησης. Έτσι, ένας Ιρακινός μετανάστης σε μια άλλη χώρα, που δεν θα συναναστρέφεται μόνο συμπατριώτες του αλλά και ανθρώπους οι οποίοι θα τον φέρνουν σε επαφή με δημοκρατικές ιδέες και αληθινά επιχειρήματα, είναι δυνατό να πάψει να είναι άκριτος υποστηρικτής οποιουδήποτε.
Οι λογικές επεξεργασίες μπορούν να τροποποιήσουν διαμορφωμένα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων, υπό την προϋπόθεση να πληρούνται και οι δύο παρακάτω συνθήκες:
- να παρέχουν σοβαρά για το άτομο επιχειρήματα επί του θέματος
- να μην ξεχνιούνται, να επαναλαμβάνονται.
Η πρώτη προϋπόθεση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί προφανής. Οι υπό την συνείδησή μας επεξεργαστές τακτοποιούν το υλικό τους με βάση παραλληλισμούς και συσχετίσεις, που συχνά μπορεί να είναι τόσο “ανόητοι” ή κρυμμένοι για τη λογική μας, ώστε να μη μπορεί αυτή να τους διακρίνει, να θεωρεί πως κάτι άλλο συμβαίνει και με αυτό το άλλο να ασχολείται. Είναι όπως όταν το άτομο με χειρουργικά διαχωρισμένα τα ημισφαίρια του εγκεφάλου αναζητά με βάση τη λογική ερμηνεία που δίνει το ομιλούν αριστερό την πληροφορία που έχει το δεξί μη ομιλούν ημισφαίριο, προσπαθώντας να ερμηνεύσει, ας πούμε, το τι έκανε το αριστερό του χέρι. Όταν οι λογικές επεξεργασίες δεν μπορούν να αποκαλύψουν σε τι ουσιαστικά συνίσταται το αξιολογικό πρότυπο αναφοράς μιας συγκίνησης δεν μπορούν να το επηρεάσουν. Ας υποθέσουμε π.χ. πως ένα άτομο ξυπνάει το βράδυ και αισθάνεται φόβο, χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί. Φταίει μήπως η αδυναμία να βλέπει στο σκοτάδι, κάποιες τραυματικές εμπειρίες, η ανάδειξη των ίδιων φόβων με εκείνους της ημέρας όταν κατασιγάζουν οι δραστηριότητες, οι σκέψεις πως δεν θα είναι δυνατή η εκπλήρωση των καθηκόντων της επόμενης μέρας ή κάτι άλλο; Η λογική επεξεργασία θα είναι οπωσδήποτε αναποτελεσματική αν έχει ως αντικείμενο της άλλο από αυτό που όντως κρύβεται από πίσω από το βραδινό φόβο.
Ταυτόχρονα με την απαίτηση να είναι επί του θέματος, η λογική επεξεργασία θα πρέπει να είναι σε θέση να δώσει καθαρή κι όχι διφορούμενη απάντηση. Στο προηγούμενο παράδειγμα, απαντήσεις της μορφής: “δεν κινδυνεύω από το ότι δεν βλέπω στο σκοτάδι, αλλά μπορεί να έλθει ο κλέφτης πάνω από το κεφάλι μου χωρίς να τον δω“, “δεν είμαι άρρωστος αλλά μπορεί να αρρωστήσω βαριά“, “θα τα βγάλω πέρα την επόμενη μέρα παρά την αϋπνία, αλλά αν προκύψει κάτι σημαντικό, χάθηκα” πιθανότατα δεν θα βοηθήσουν, εφόσον θα επιτρέπουν την δημιουργία σεναρίων που θα βλέπουν με τα μάτια της φαντασίας τον κλέφτη πάνω από το κεφάλι και θα “ζουν” την όποια καταστροφή.
Στην περίπτωση τώρα που η λογική επεξεργασία καταφέρει μια πειστική ανασκευή αυτού που αποτελούσε την ουσία της αξιολόγησης για την εκδήλωση της συγκίνησης, μπορεί να την τροποποιήσει. Έτσι, αν κανείς φοβάται πως μια αλλαγή του καρδιακού ή του αναπνευστικού του ρυθμού μπορεί να γίνει αιτία αιφνίδιου θανάτου του, οι εξετάσεις και η γνώση πως μια υγιής καρδιά δεν διακόπτει τη λειτουργία της καθόλου εύκολα, μπορούν να βοηθήσουν. Ο φόβος δεν θα εξαλειφθεί με μιας, αλλά όταν εμφανίζεται, το άτομο μπορεί στη θέση των σεναρίων θανάτου να αναλογίζεται την ιατρική γνώση. Τη δυνατότητα των σκέψεων και λογικών προτάσεων να τροποποιήσουν τις συγκινήσεις μπορούμε εύκολα να τη διαπιστώσουμε στις περιπτώσεις που ένας τρομερός φόβος για καρκίνο εξαφανίζεται μετά την πληροφορία για τα αποτελέσματα μιας βιοψίας, την αναστάτωση που μπορεί να φέρει η συνειδητοποίηση, κατόπιν ελεύθερων στοχασμών, μιας επικείμενης καταστροφής κλπ.
Εδώ όμως ανακύπτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και δύσκολο θέμα. Το άτομο που φοβόταν πως σταματάει η καρδιά του ή πως έχει καρκίνο, όταν πειστεί από αδιάσειστα πειστήρια πως δεν κινδυνεύει από αυτά, είναι πιθανό να δημιουργήσει αύριο μια νέα φοβία με ένα νέο περιεχόμενο. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για “φοβικό” άτομο, δεχόμενοι ως κάποιο σταθερό χαρακτηριστικό την υπέρτερη εκδήλωση φόβου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα επίθετα “μελαγχολικό”, “αισιόδοξο”, “νευρικό”, “χαρούμενο”, φαίνεται πως επίσης αποδίδουν κάποια σταθερά λίγο ως πολύ συγκινησιακά χαρακτηριστικά. Υπό το πρίσμα αυτό, αναδείχνεται ως σημαντική η “συγκινησιακή φυσιογνωμία” του ατόμου κι όχι τόσο η συγκίνηση που εκδηλώνει στη μια ή την άλλη περίπτωση. Αρκετοί μάλιστα στις μέρες μας υποστηρίζουν την άποψη πως η προσωπικότητα ενός ατόμου καθορίζεται ολοκληρωτικά από τα γονίδια και την διαμόρφωση του νευρικού του συστήματος (Cazzaniga, Pinker), θέτοντας έτσι αμέσως το πρόβλημα πως οι ιδέες, οι απόψεις, οι επιρροές του περιβάλλοντος κλπ, έχουν μικρή ή καθόλου σημασία για την ψυχολογία μας. Μια τέτοια άποψη θα μπορούσε να υποδείχνει πως η αποκάλυψη του αξιολογικού προτύπου αναφοράς στη βάση του οποίου εκδηλώνεται μια συγκίνηση, και η προσπάθεια ανασκευής του, δεν έχουν και τόση σημασία, αφού αύριο θα επιλεγεί κάτι άλλο για να δικαιολογήσει τη χαρά, το φόβο, την αισιοδοξία ή τη μελαγχολία. Αν κάποιος μπορεί να λυπάται μπροστά στο γεμάτο μπουκάλι γιατί κι αυτό κάποτε θα αδειάσει, ενώ ο άλλος ακόμα και μπρος στο άδειο να χαίρεται την όμορφη στιγμή που έζησε, η συζήτηση για το γεμάτο ή το άδειο μπουκάλι, μοιάζει να είναι δευτερεύουσα μπρος στο τι είναι το άτομο που το θωρεί. Στην περίπτωση των μύθων, που είναι το κυρίως θέμα της μελέτης μας, το πιθανότερο είναι πως το άτομο θα υιοθετεί ή θα επινοεί τους μύθους που ταιριάζουν στην ψυχολογία του, έτσι που η συζήτηση για τα σταθερά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας φαίνεται πως είναι το ενδιαφέρον από την πλευρά της ψυχολογίας θέμα, ενώ το ενδιαφέρον για τους μύθους καθ’ αυτούς μοιάζει να περιορίζεται στην ανθρωπολογική τους διάσταση.
Νομίζω πως δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς πως ο τρόπος εκδήλωσης των συγκινήσεων ενός ατόμου καθορίζεται εν πολλοίς από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του. Στην εργασία αυτή δεν έχουμε λόγο να μπλεχτούμε στη διαμάχη για το ρόλο των γονιδίων και του περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Το δίχως άλλο όμως, αν κάτι δεν πάει καλά και το άτομο νιώθει να υποφέρει από αρνητικά συναισθήματα, των οποίων αναγνωρίζει τον υπερβολικό και αδικαιολόγητο χαρακτήρα τους, δεν μπορεί προφανώς να κάνει αλλαγές στην “καλωδίωση” του νευρικού του συστήματος. Ούτε βέβαια με τη χρήση ψυχοφαρμάκων μπορεί να παρέμβει εκεί ακριβώς όπου χρειάζεται, χωρίς γενικότερα αρνητικές συνέπειες. Ακόμα περισσότερο δεν γνωρίζουμε κανένα είδος γενετικής παρέμβασης, καμιά ευγονική διεργασία που θα μπορούσε να βοηθήσει. Στην ουσία, οι απόψεις, οι ιδέες, οι γνώσεις και τα συμπεριφορικά τεχνάσματα είναι τα μόνα μέσα που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να τροποποιήσει τον τρόπο εκδήλωσης των συγκινήσεών του. Κι αν ακόμα τα μέσα αυτά είναι πενιχρά σε σχέση με μια γενετική παρέμβαση, η δεύτερη, εκτός του ότι είναι ανέφικτη κι ίσως δεν γίνει ποτέ εφικτή και ευκταία, ανάγει το ζήτημα του χειρισμού του ίδιου μας του εαυτού σε ένα ιατρικό-βιολογικό πρόβλημα, στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων δεν μπορεί παρά να είναι παθητικός παρατηρητής. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να κάνουμε κάτι εμείς για να μειώσουμε την αδικαιολόγητη θλίψη, την υποτιμητική ζήλια, φοβία, οργή και όποια αρνητική συγκίνηση, ανεξάρτητα από την προέλευσή της γενετική ή επίκτητη. Είμαστε ανήμποροι παρατηρητές του εαυτού μας; Έχουμε τον οποιοδήποτε βαθμό ελευθερίας ή έχουμε καθοριστεί αναπόδραστα από το γονιδίωμα και τα πρώτα παιδικά χρόνια;
Η δυνατότητα επιρροής των νοητικών διεργασιών επί των συγκινήσεων, θα μπορούσε να είναι ανύπαρκτη, μια ακόμη ψευδαίσθηση. Υπάρχουν όμως πολλοί λόγοι, που δεν μπορούν να αναπτυχθούν σε πλήρη έκταση εδώ, που υποδεικνύουν πως οι ιδέες, οι απόψεις, η νόηση δεν ακολουθούν μόνο τυφλά τη συγκινησιακή διάθεση, αλλά μπορούν εμμέσως και υπό προϋποθέσεις να την καθορίζουν. Ο Γιώργος Καρανικόλας στην εισαγωγή του στο βιβλίο του William James “Η βούληση της πίστης” γράφει, αναφερόμενος στο συγγραφέα: “Ο φιλόσοφος είχε ήδη υποστεί μια κρίση “νευρασθενικής κατάθλιψης”, την οποία κατόρθωσε να ξεπεράσει. Σε αυτό συνετέλεσε η μελέτη του Wordsworth καθώς και η σχέση του με το Γάλλο φιλόσοφο Renouvier, ο οποίος τον έφερε εκ νέου σε επαφή με τη σκέψη του Pascal. Ειδικότερα, η ανάγνωση του Deuxieme Essai του Renouvier θα οδηγήσει τον James στο να επιλέξει να αποδεχθεί την ελευθερία της βούλησης και να τη θεωρήσει ως την αναγκαία συνθήκη μιας αξιόλογης ζωής.” Η άποψη του Καρανικόλα ότι ο James ξεπέρασε την κατάθλιψη με τη βοήθεια ιδεών συνεπικουρείται από τις φράσεις που βρίσκουμε σε άλλα έργα του συγγραφέα: “Η στάση της δυστυχίας δεν είναι μόνο επώδυνη, αλλά και άθλια και άσχημη. Τι μπορεί να είναι πιο ποταπό και ανάξιο από την καθηλωτική, κλαψιάρικη, στενόχωρη ψυχική διάθεση, άσχετα από τα εξωτερικά αίτια τα οποία μπορεί να τη γέννησαν;“ William James (Παραλλαγές θρησκευτ. εμπειρ. σελ. 137) ή όπως: “Το Σύμπαν, οι πηγές του οποίου δημιουργούν κάθε ζώσα οντότητα, δημιουργεί ταυτόχρονα μια απαίτηση γι’ αυτήν την οντότητα, και μια επιθυμία για τη συνέχισή της- τη δημιουργεί, αν όχι οπουδήποτε αλλού, τουλάχιστον μέσα στην καρδιά της ίδιας της οντότητας.” (Περί της αθανασίας του ανθρώπου).
Η γνώση πως είμαστε δίπλα σε έναν γκρεμό, πως επίκειται σεισμός, πως είμαστε φορείς ανίατης νόσου μπορεί να μας παγώσει έως πανικού, ενώ η γνώση πως υπάρχει ισχυρό προστατευτικό κάγκελο, πως το κτίριο είναι υψηλής αντισεισμικότητας, πως βρέθηκε νέο φάρμακο που αντιμετωπίζει τη νόσο, θα μετρίαζε το φόβο μας. Ανάλογα οι γνώσεις, οι ιδέες, οι απόψεις, οι εντυπώσεις για τον εαυτό μας, το περιβάλλον, το σύμπαν και τη θέση μας σε αυτό, επηρεάζουν σοβαρά τις συγκινήσεις μας. Κι αν από τη φύση μας τείνουμε να δούμε μισοάδειο ή μισογεμάτο το μπουκάλι, είναι στα πλαίσια της όποιας ελευθερίας μπορεί να έχουμε από αυτή τέλος πάντων τη φύση μας που έχει τόσο μεγάλη σημασία να δούμε τα πράγματα αλλιώς και να νιώσουμε καλύτερα.
Συνοψίζοντας λοιπόν αποφαινόμαστε, πως ενώ πράγματι οι λογικές διεργασίες δεν μπορούν να διατάξουν άμεσα τις συγκινήσεις, οι υπό τη συνείδηση διεργασίες που διαμορφώνουν τα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων μπορεί να επηρεαστούν από τον ορθό λόγο, τις γνώσεις τις ιδέες, τις απόψεις. Αυτές, οι υπό τη συνείδηση διεργασίες που είναι υπεύθυνες για την εκδήλωση των συγκινήσεων έχουν πρόσβαση στα λογικά επιχειρήματα, τα οποία λαμβάνουν υπ’ όψιν εφόσον προσκομίζουν αταλάντευτα στοιχεία και ανασύρονται επανειλημμένα.
Η εναντιομορφική εκδήλωση των συγκινήσεων
Δεν θα έπρεπε ωστόσο να κλείσουμε αυτή την σύντομη παρένθεση στις συγκινήσεις χωρίς να αναφερθούμε σε ένα εξαιρετικά σημαντικό, στην πράξη, χαρακτηριστικό τους, που έχω ονομάσει εναντιομορφές.
Ας το δούμε μέσα από ένα παράδειγμα. Είναι γνωστό σε όλους πως το νερό είναι ό,τι πιο επιθυμητό υπάρχει στη φύση (όταν διψάμε, πριν την αφυδάτωση) είτε ό,τι πιο φοβερό και ανεπιθύμητο (αν μετά από επεισόδιο που κόντεψε να καταλήξει σε πνιγμό έχουμε πιει ακατάσχετες ποσότητες νερού, μετά την πλημμύρα ή το ναυάγιο). Οι τόσο μεγάλες μεταβολές της συγκινησιακής στάσης μας απέναντι στο ίδιο αντικείμενο ανάλογα τις περιστάσεις, φαίνεται να κλονίζει την ιδέα της σχετικής σταθερότητας των αξιολογικών προτύπων αναφοράς των συγκινήσεων, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω, ή τουλάχιστον, υποδεικνύει σημαντικές ιδιότητες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν για τη συμπλήρωση της εικόνας.
Ας προλάβουμε τις παρεξηγήσεις. Η αναφορά μας αυτή δεν υπονοεί κάποιου τύπου διαταραχή όπως αυτή που οι “γνωσιακοί ψυχολόγοι” θεωρούν ως “τη γνωσιακή παραποίηση της διπολικής σκέψης, όλα ή τίποτα, άσπρο ή μαύρο, τη διχοτομική σκέψη κατά την οποία το άτομο αξιολογεί όλες τις εμπειρίες του κατατάσσοντάς τες σε δύο αντίθετα άκρα…” (σελ. 60 Αζίζη). Εμείς αναφερόμαστε στο γιατί τα δύο αυτά άκρα σχηματίζονται στο μυαλό όλων των ανθρώπων κι όχι στο πόσο εύκολα κάποιοι άνθρωποι πετάγονται από το ένα άκρο στο άλλο.
Στο προηγούμενο βιβλίο μου είχα χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τον όρο “εναντιομορφές” λαμβάνοντας ως αφετηρία το πώς αντιλαμβανόμαστε έναν κύβο ζωγραφισμένο στο επίπεδο με απλές γραμμές, κάτι που είναι γνωστό ως κύβος του Necker: Αν προσηλώσετε το βλέμμα σας στη μπροστινή κορυφή του κύβου και επιμείνετε κοιτώντας, θα δείτε την εικόνα να αλλάζει και θα δείτε μια άλλη εκδοχή του κύβου με τη μπροστινή κορυφή να είναι πίσω. Αν συνεχίσετε να κοιτάτε, θα βλέπετε εναλλάξ και τις δύο εκδοχές, χωρίς ποτέ να είναι δυνατό να δείτε και τις δύο ταυτόχρονα ή κάτι που να μοιάζει σαν ενδιάμεση κατάσταση. Κάθε φορά, αυτή που θα βλέπετε θα είστε σίγουροι πως είναι η μοναδική και θα εκτοπίζει την άλλη που δεν θα υπάρχει καθόλου[9]. Τις δύο αυτές όψεις-εκδοχές έχω ονομάσει εναντιομορφές, ακριβώς λόγω του ότι είναι αδύνατο να συνυπάρχουν την ίδια στιγμή.
Οι ειδικοί, μας πληροφορεί ο Jacques Ninio, θεωρούν βέβαιο πως στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι γεωμετρικές ψευδαισθήσεις δεν δημιουργούνται στον αμφιβληστροειδή αλλά αφορούν βασικά στην ερμηνεία σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο επεξεργασίας από πλευράς νευρικού συστήματος. Η εναντιομορφική ταξινόμηση και η εναλλάξ αποδοχή των εναντιομορφικών απόψεων δεν είναι κάτι που καθορίζεται από το οπτικό μας σύστημα αλλά από τον τρόπο λειτουργίας του μυαλού μας. Ο William James έλεγε πως όταν ταλαντευόμαστε μεταξύ δύο ερμηνειών Α και Β, η αντίληψη δεν παράγει ποτέ μια υβριδική ερμηνεία. Κάνει πάντα το διαχωρισμό, προτείνει πρώτα την Α, κατόπιν μεταπηδάει στη Β. Η γνωστή εξ’ άλλου τάση να εμμένουμε σε κάποιο στοιχείο που δείχνει να οδηγεί στη λύση ενός προβλήματος, η προσπάθεια να το επιβεβαιώσουμε κι η δυσκολία να εγκαταλείψουμε τη λανθασμένη πρώτη προσέγγιση δείχνει με έναν ακόμη τρόπο τη δυσπραγία μας στη σύλληψη εναλλακτικών απόψεων.
Ίσως η αξία της τάσης μας να υιοθετούμε τη μια μοναδική αλήθεια και να μη μπορούμε να δεχτούμε την ταυτόχρονη συναλήθευση της εναλλακτικής της να είναι αυτή που παραθέτει ο Jacques Ninio: “Ένα ζώο που ζει ελεύθερο στην άγρια φύση είναι υποχρεωμένο να παίρνει αποφάσεις μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η μορφή που διακρίνει ανήκει σε κάποιον θηρευτή ή σε ένα υποψήφιο θήραμα; Η επιβίωσή του εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία λειτουργεί η κρίση του. Και οι άνθρωποι όμως οφείλουν να παίρνουν γρήγορες αποφάσεις στην κοινωνική τους ζωή…” Αρκετά από τα ψεγάδια που εμφανίζονται όταν πάμε να λύσουμε κάποια προβλήματα οφείλονται, κατά τον Jacques Ninio, στο πώς είναι δομημένη η νόησή μας: “…είναι καλύτερα να παίρνει κανείς άμεσα μια απόφαση, ακόμη και αν αυτή δεν είναι η καλύτερη, παρά να χάνει το χρόνο του αξιολογώντας όλες τις δυνατότητες.”
E. O. Wilson, ο ιδρυτής της κοινωνιοβιολογίας αναφέρει: “Ο πρωτόγονος άνθρωπος χώριζε τον κόσμο του σε φίλους και εχθρούς και αντιδρούσε γρήγορα και έντονα ακόμη και στις πιο ήπιες απειλές που παρουσιάζονταν έξω από αυτό το αυθαίρετο διαχωριστικό σύνορο” (“Η ανθρώπινη φύση”, σελ. 130) και παρακάτω: “Φαίνεται πως ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος με μια τάση να χωρίζει τους ανθρώπους σε φίλους και ξένους…” (στο ίδιο, σελ 133).
Παρά τα προφανή μειονεκτήματα, ο τέτοιος τρόπος λειτουργίας της ψυχολογίας μας, φαίνεται πως είναι βιολογικά χρήσιμος αφού οδηγεί αταλάντευτα τη συμπεριφορά στην κατεύθυνση των ατομικών αναγκών και των συμφερόντων. Πολλοί μελετητές αλλά και συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι, έχουν καταλάβει σε τι προβλήματα εμπλέκεται ο διανοούμενος, του οποίου η συμπεριφορά δεν είναι “καθαρή”, ταλαντευόμενος γιατί μπορεί να αναγνωρίσει και τα δίκαια του άλλου ή την πολυπλοκότητα της κατάστασης. Η δράση φαίνεται να εξυπηρετείται από την μονοδιάστατη πίστη. Η ανάγκη λήψης μιας μονοσήμαντης απόφασης μοιάζει κατανοητή. Πώς θα μπορούσαμε όμως να εξηγήσουμε την υπόθεση ότι το μυαλό μας συχνά ταξινομεί εναντιομορφικά τις απόψεις μας;
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η καταχώρηση κάποιας οντότητας στη μνήμη γίνεται με βάση πάρα πολλά χαρακτηριστικά της, από πολλαπλά συστήματα επεξεργασίας. Δηλαδή κάτι μπορεί να ταξινομηθεί με βάση το όνομά του, την εικόνα του (ή και χωριστές λεπτομέρειες της συνολικής εικόνας), τη μυρωδιά, την αφή, την σχέση του με διάφορα χαρακτηριστικά της εμπειρίας κι οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Οι ταξινομήσεις αυτές μπορεί να είναι ανεξάρτητες η μια από την άλλη, γίνονται από διαφορετικούς επεξεργαστές και “φυλάσσονται” σε διαφορετικούς “μνημονικούς τόπους”. Δίπλα σε οποιαδήποτε άλλη ταξινόμηση ωστόσο, υπάρχει κι η ταξινόμηση με βάση θετικές ή αρνητικές συγκινήσεις που προέρχονται πρωτίστως από την εμπειρία του ατόμου σε σχέση με την εν λόγω οντότητα. Έτσι ο καθένας έχει μια πολύ θετική “άποψη” για το νερό, εφ’ όσον το έχει απολαύσει μετά από δίψα, δίνοντας απάντηση στο μείζον πρόβλημα της ζωής του τη στιγμή εκείνη, αλλά και κάποια αρνητική είτε λόγω δυσφορίας από υπερεπάρκεια υγρών είτε από προσωπική ή άλλων εμπειρία πνιγμού, πλημμύρων κλπ. Φυσικά υπάρχουν ένα πλήθος ενδιαμέσων ταξινομήσεων λιγότερο θετικών ή αρνητικών, ωστόσο όμως τα άκρα θετικό-αρνητικό αποτελούν ζεύγος που συνιστά εναντιομορφική ταξινόμηση.
Η βιολογική αξία αυτής της ταξινόμησης είναι συμπληρωματική σε αυτή του Jacques Ninio που αναφέραμε παραπάνω: για να μπορέσουν να υπάρξουν γρήγορες αποφάσεις αποφυγής κινδύνου ή εκμετάλλευσης της ευκαιρίας, που οδηγούν σε άμεση ανάλογη συμπεριφορά, πρέπει να υπάρχουν ταξινομήσεις με ουσιαστικό περιεχόμενο το θετικό ή αρνητικό τους χαρακτήρα για το άτομο. Οι πολύχρωμες ταξινομήσεις δεν βοηθούν τη δράση όσο μπορεί να το κάνει η ταξινόμηση μαύρο-άσπρο. Αυτό που χρειάζεται η δράση είναι ένας γρήγορος οδηγός μένω ή φεύγω κι όχι το μοντάρισμα μιας ολοκληρωμένης εικόνας με πρακτικά άπειρο πλήθος λεπτομερειών. Για τη δράση το σημαντικό είναι αν το ζώο μπρος μου είναι επικίνδυνο ή φιλικό κι όχι πώς είναι το χρώμα στο κεφάλι σε σχέση με το χρώμα της κοιλιάς, αν τα μάτια του είναι καφέ ή πράσινης απόχρωσης, αν τα αυτιά του είναι στο κεφάλι ή στα γόνατα κι αν το επιστημονικό του όνομα είναι hominicus ή brasiculus. Εκτός όμως από τις λεπτομέρειες περιγραφής η άμεση δράση και η συμπεριφορά δεν ενδιαφέρεται ούτε και για συγκινησιακές ταξινομήσεις μέσης έντασης που θα προέκυπταν από εκτιμήσεις όπως: αυτό το φίδι μπορεί να μην είναι δηλητηριώδες, αυτή η αρκούδα μπορεί να είναι εξημερωμένη, αυτός ο καρχαρίας μπορεί να μην επιτίθεται σε ανθρώπους. Στη θέα του φιδιού, της αρκούδας ή του καρχαρία ενεργοποιείται η εναντιομορφή του επικίνδυνου και ξεδιπλώνεται μια συμπεριφορά του τύπου μάχης ή φυγής. Αυτή η αντίδραση μπορεί να γλιτώσει τη ζωή του ατόμου και είναι γι αυτό εξαιρετικά χρήσιμη. Οι εναντιομορφικές ταξινομήσεις επί του εδάφους του θετικού ή αρνητικού συγκινησιακού περιεχομένου τους έχουν κάθε λόγο να υπάρχουν και φαίνεται πως τω όντι υπάρχουν.
Από το παράδειγμα της μεταβολής της συγκινησιακής στάσης μας για το νερό, το εξαιρετικά ενδιαφέρον συμπέρασμα που εξάγεται είναι πως η ανάδειξη και κυριάρχηση της μιας από τις δυο εναντιομορφές και η καταπόντιση της άλλης, καθορίζεται βασικά από τις ανάγκες του οργανισμού είτε κάποιες εκτιμήσεις συμφέροντος.
Αναφορικά με τις ανάγκες του οργανισμού, ειδικότερα, η ανίχνευση από το κέντρο δίψας της υψηλής συγκέντρωσης νατρίου και η ενεργοποίηση του με την έκκριση του ειδικού νευροδιαβιβαστή αγγειοτενσίνη ΙΙ (ουσία που χρησιμεύει στην χημική επικοινωνία των νευρώνων που σχετίζονται με τη δίψα) φαίνεται πως έχει τον τρόπο να καθορίσει το ποια θα είναι η κυρίαρχη εναντιομορφική στάση απέναντι στο νερό. Οι “απόψεις” για το νερό είτε πως σώζει τη ζωή κάθε διψασμένου όντος είτε πως μπορεί να στερήσει ζωές μέσω του πνιγμού και του σαπίσματος, υπάρχουν μέσα μας. Τμήμα του γνωστικού μας πλούτου και της συγκινησιακής εμπειρίας μας. Κυριαρχεί όμως μόνο η μια και εξαφανίζει παντελώς την άλλη από το προσκήνιο, στη βάση των χημικών μεταβολών που λαμβάνουν χώρα στο επίπεδο του κεντρικού νευρικού συστήματος. Με ποιο τρόπο άραγε; Νομίζω πως η επιλογή της μιας εναντιομορφής από την άλλη μπορεί να επιτευχθεί με την ελάχιστη πριμοδότηση που της επιτρέπει να κυριαρχήσει επί της άλλης και να καταλάβει το χώρο (στη μνήμη εργασίας, ας πούμε) που μόνο η μια από τις δύο μπορεί να κατέχει. Στις εναντιομορφές του κύβου, αν ζωγραφίσουμε με διακεκομμένες γραμμές τις “πίσω” και πολύ έντονες τις “μπροστά”, υποδεικνύουμε τη μια εναντιομορφή σε βάρος της άλλης. Κατ’ αναλογία, νομίζω πως η μια άποψη υποδεικνύεται μέσω της συγκίνησης που ενεργοποιείται με χημικό τρόπο.
Ποιος όμως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι είναι ο τρόπος με τον οποίο οι χημικές διεργασίες εντός του οργανισμού, επιλέγουν ποια από τις εναντιομορφικές απόψεις θα είναι η κυρίαρχη; Νομίζω πως εφ’ όσον η εναντιομορφική τακτοποίηση των “απόψεων” υπάρχει στη μακροπρόθεσμη μνήμη, η επιλογή της μιας από αυτές θα μπορεί να επιτευχθεί με την ελάχιστη πριμοδότηση που θα της επιτρέψει να κυριαρχήσει επί της άλλης και να καταλάβει το χώρο που μόνο η μια από τις δύο μπορεί να κατέχει. Στις εναντιομορφές του κύβου, αν ζωγραφίσουμε με διακεκομμένες τις γραμμές που θέλουμε να σημάνουμε πως δεν θα βλεπόταν στο αληθινό στερεό, οπότε είναι πίσω, τότε επιβάλλουμε, υποδεικνύουμε τη μια εναντιομορφή σε βάρος της άλλης. Κι όταν η μια άποψη υποδεικνύεται μέσω των συγκινήσεων που έχουν ενεργοποιηθεί με χημικό τρόπο, είναι σαν να φωτίζεται με άπλετο φως και να αναδύεται στη μνήμη εργασίας αφήνοντας την εναντιομορφική της στα σκοτεινά της μνήμης. Όταν δηλαδή υπάρχει έντονη δίψα και η εμπειρία υποδεικνύει πως το νερό θα επέφερε εξαιρετική απόλαυση δροσίζοντας τον ξεραμένο βλεννογόνο του στόματος και του οισοφάγου και διαλύοντας κάθε αίσθημα κινδύνου και δυσφορίας κάθε νοητική λειτουργία και η φαντασία δουλεύουν στην κατεύθυνση της αναζήτησης του σωτήριου ύδατος[10]. Πολλές ερευνητικές εργασίες έχουν δείξει πως φαντασιακές-ψυχονοητικές διεργασίες είναι δυνατό να προκαλούν σπλαχνικές είτε κινητικές αντιδράσεις ανάλογες με το περιεχόμενό τους. Αν διψάς έντονα, δεν μπορεί να μην φαντάζεσαι πώς είναι να πίνεις νερό και η “άποψη” για το νερό τότε δεν μπορεί παρά να είναι η θετικότερη δυνατή από όλες τις “απόψεις” που μπορείς να έχεις για το νερό.
Παράλληλα με τις χημικές μεταβολές που συμβαίνουν στο εσωτερικό του οργανισμού και μπορούν να υποδείξουν κάποια από τις εναντιομορφικές απόψεις, αυτό μπορούν επίσης να το κάνουν οι εκτιμήσεις συμφέροντος, διαδικασίες γνωστικής δηλαδή υφής,. Θυμάμαι πάντα, όταν ήμουν έξω από μια διαμάχη, πόσο ξεκάθαρα έβλεπα τις αντιθέσεις των αντιμαχόμενων πλευρών ως δευτερεύουσες, που δεν θα μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να είναι ικανές για την πρόκληση συγκρούσεων. Θεωρούσα πως θα χρειαζόταν μια ελάχιστη προσπάθεια για να δει κανείς πως και η άλλη άποψη έχει επίσης το δικό της σκεπτικό, πως δεν είναι ίσως τόσο τραγικά διαφορετική και πως αποτελεί μια εναλλακτική άποψη. Αντ’ αυτού έβλεπα πάντα συμπαγή αντιμαχόμενα στρατόπεδα να υποστηρίζουν αταλάντευτα τα “δίκια” τους. Αν η άλλη άποψη είναι κατηγορηματικά λάθος, όπως πάντα διατείνονται οι αντίπαλοι, θα έπρεπε κανείς να αναρωτηθεί τι καθιστά δυνατή μια τόσο μεγάλη συνάθροιση ανόητων. Απορούσα με την τύφλα τους και αναρωτιόμουν αν άραγε δεν καταλαβαίνουν το πόσο μονομερείς γίνονται ή καταλαβαίνουν κι απλώς παρουσιάζουν προς τα έξω μόνο αυτό που τους συμφέρει. Η απάντησή μου σήμερα είναι πως οι άνθρωποι που αντιμάχονται κάποιους άλλους ακόμα και για ελάχιστες διαφορές βλέπουν σαν μόνο σωστό αυτό που τους συμφέρει. Η πράξη εκτίμησης του τι είναι συμφέρον αποτελεί μια γνωστική διαδικασία που δεν είναι όμως καθόλου απαραίτητο να γίνεται με ένα λογικό συλλογισμό της μορφής της ορθολογικής αντιπαράθεσης των υπέρ και κατά επιχειρημάτων. Αυτό μπορεί να συμβεί με υπολογισμούς κάτω από την επίγνωση και με αδιαφανή συχνά κριτήρια, που ωστόσο πάντα έχουν ως γνώμονα το ιδιοτελές για το άτομο συμφέρον[11]. Η φαντασία που δραστηριοποιείται στην κατεύθυνση της σεναριακής αναζήτησης του ποια γεγονότα θα σήμαιναν στην πράξη υλοποίηση του συμφέροντος, υποδεικνύει ποια εναντιομορφική άποψη θα κυριαρχήσει και θα καταστεί οδηγός της δράσης και ποια θα παραμείνει καταχωνιασμένη και αόρατη. Έτσι, η συμπεριφορά που οδηγεί στην πρόσβαση στις πηγές του νερού μπορεί να έχει σαν κίνητρό της τη δίψα είτε την εκτίμηση συμφέροντος για τα οφέλη από το πότισμα των καλλιεργειών, οι πράξεις πρόσβασης που πραγματώνονται έχουν τη συγκινησιακή ένταση (που δίνει το κίνητρο της δράσης) και τη θεωρητική κάλυψη (που δίνει τα επιχειρήματα ορθότητας), ενώ η άλλη άποψη, οι ανάγκες και τα συμφέροντα του άλλου αγνοούνται ή υποτιμούνται. Σε συνθήκες μεγάλης έλλειψης του νερού είναι πολύ πιθανό το άτομο να επιδοθεί σε “ιερό” πόλεμο ενάντια στον “σφετεριστή” και “άπληστο” άλλο. Στην έρημο, μάλιστα, λίγο πριν το θάνατο από αφυδάτωση, θα πάρει το φλασκί από τον άλλο που πεθαίνει επίσης, με όσο βίαιο τρόπο κι αν χρειαστεί και δεν θα χρειαστεί κανένα επιχείρημα γι αυτό.
Ας δούμε όμως ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένας άντρας που έχει πολύ μεγάλη σεξουαλική στέρηση μπορεί να δει επιθυμητή την 80χρονη γυναίκα (περιπτώσεις βιασμών ηλικιωμένων γυναικών υπάρχουν αρκετές), να βλέπει από το παράθυρο στο δρόμο γυναικεία σιλουέτα ή ακόμα και φωτογραφίες γυναικών, όχι απαραίτητα καλαίσθητες ή σέξι, και να του φαίνονται άκρως ερεθιστικές. Ο ίδιος άντρας, σε μια άλλη περίσταση που έχει κάνει έρωτα μόλις πριν (ακόμα περισσότερο, αν έχει κάνει αρκετές φορές), δεν δείχνει ενδιαφέρον για το όμορφο γυμνό γυναικείο σώμα δίπλα του, ενώ είναι δυνατόν να τον ενοχλεί η κυτταρίτιδα, το μικρό μουτζούρωμα από το βάψιμο κάτω από το μάτι, η “γυναικεία” μυρωδιά, πράγματα που μόλις πριν ήταν γι αυτόν άκρως ερεθιστικά και θηλυκά. Αυτό είναι ιδιαίτερα άξιον λόγου: το ίδιο ερέθισμα μπορεί να λειτουργεί ως διεγερτικό ή ανασταλτικό, ανάλογα την κατάσταση του οργανισμού. Κατ’ αρχήν, μοιάζει να ενεργοποιούνται μηχανισμοί “ώθησης προς” ή “αποτροπής από” κάποια πράξη, ανάλογα τη βιολογική προτροπή. Στη συνέχεια, η φαντασία υποδείχνει σενάρια πραγμάτωσης ή αποτροπής της πράξης, ενώ τα συγκεκριμένα ερεθίσματα μοιάζει να παίρνουν το ρόλο τους σε ένα φαντασικό σενάριο ή εικόνα, ενισχύοντας την επιθυμία ή την αποστροφή[12].
Είναι δυνατόν λοιπόν για ένα και το αυτό πράγμα ή κατάσταση να υπάρχουν πάνω από ένα και δη άκρως αντίθετα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεών μας. Το ποιο θα ανασυρθεί και θα κυριαρχήσει, την εκάστοτε στιγμή, εξαρτάται εν πολλοίς από τις εκτιμήσεις συμφέροντος, σε επίπεδο οργανισμού (βιολογία) και περιβάλλοντος (πρωτίστως κοινωνία). Αν βλέπετε δηλαδή τον ή την σύζυγό σας άλλοτε ως λιμάνι, χάδι, σταθερότητα, στήριξη, καλοτυχία, κάποιες φορές ενώ κάποιες άλλες ως δεσμώτη, δυνάστη, κατώτερο των ονείρων και προσδοκιών σας, κακοτυχία, αν ψάξετε στο πίσω μέρος του μυαλού σας θα δείτε πως οι δύο αυτές εναντιομορφικές απόψεις υπάρχουν εκεί, υπερισχύει όμως η πρώτη και εξαφανίζει τη δεύτερη όταν νιώθετε την απειλή της αρρώστιας, της αποτυχίας, των γηρατειών και τον ή την σύζυγο συμπαραστάτη, ενώ αντίθετα η δεύτερη εξαφανίζει την πρώτη αν νιώθετε υγιείς και αισιόδοξοι και ότι σας δίνεται η δυνατότητα νέων ερωτικών ή άλλων προσωπικών ευκαιριών στις οποίες ο ή η σύντροφος μπαίνει εμπόδιο.
Η βάση του μύθου
Η μυθολογική σκέψη μπορεί να είναι απόρροια μιας πραγματικότητας που δεν είμαστε ακόμα σε θέση να συλλάβουμε. Ας μην ξεχνάμε πως τόσα χρόνια έρευνας, παρατηρήσεων και επιστημονικών προσπαθειών δεν έχουν καταφέρει να μας δώσουν καμιά αληθινά ικανοποιητική θεωρία για τα όνειρα που βλέπουμε κάθε βράδυ στον ύπνο μας. Παρά ταύτα, για μένα δεν είναι κατανοητό το πώς θα μπορούσε να υπάρχει κάτι σαν “συλλογικό ασυνείδητο”, όπως λέει ο Γιούνγκ. Ούτε όμως πώς θα μπορούσε η ανάγκη για καθολική ερμηνεία που οδηγεί στην υπερβατική σκέψη, κατά τον Μονό, να είναι εγγενής ιδιότητα. Γενικά, δεν βλέπω κανένα τρόπο να μεταφέρεται μέσω των γονιδίων κανενός άλλου τύπου πληροφορία πέραν της δομικής. Τα δε νευρωνικά κυκλώματα που δομούνται με άξονα τη γονιδιακή πληροφορία, με το σημερινό επίπεδο των γνώσεών μας, δεν φαίνεται πως μπορούν χωρίς την επίδραση του περιβάλλοντος να κάνουν τίποτε περισσότερο από αυτόματες διαδικασίες. Καθόσον όμως η γνώση μας για τον ανθρώπινο νου είναι τόσο ελλιπής, είμαστε υποχρεωμένοι να παραμείνουμε ανοικτοί σε ενδεχόμενα, όπως το να είναι υπαρκτά τα “πεδία πληροφορίας”, τα οποία επηρεάζουν συνείδηση και συμπεριφορά και που βρίσκονται πέραν των γνωστών αλληλεπιδράσεων που γνωρίζουμε από τη φυσική. (Δες David Feinstein, άρθρο από το ίντερνετ. Ο συγγραφέας αναφέρει πως η ύπαρξη αυτών των πεδίων υποστηρίζεται από νευρολόγους, φυσικούς, αναισθησιολόγους, θεωρητικούς συστημάτων, μηχανικούς, βιολόγους, νευροανατόμους, ψυχολόγους κλπ).
Η μυθολογική σκέψη αναμφίβολα υπάρχει. Αυτό είναι ένα εμπειρικό δεδομένο. Η βάση της μυθολογικής σκέψης μπορεί να είναι οσοδήποτε πολύπλοκη. Εμείς εδώ, ωστόσο, μπορούμε να κάνουμε μια προσπάθεια περιγραφής, που θα μας βοηθήσει στην κατανόηση που επιχειρούμε, με την επίγνωση πως όχι μόνο δεν είμαστε σε θέση να ξεδιπλώσουμε κάθε πτυχή του ζητήματος, αλλά και πως μπορεί να μας διαφεύγουν εξαιρετικά σημαντικές διαστάσεις του.
Αν τα αντιληπτικά συστήματα όλων των ανθρώπων ήταν “αντικειμενικά”, αν δηλαδή προσλαμβάναμε τα εξωτερικά ερεθίσματα χωρίς να υπάρχει υποκειμενική ερμηνεία, τότε μάλλον δεν θα υπήρχε η βάση για απόδοση διαφορετικών ιδιοτήτων στα αντικείμενα από τα διαφορετικά άτομα. Φυσικά, ακόμα και μια απλή μέτρηση, ο κάθε προσδιορισμός μιας ιδιότητας ενός αντικειμένου, απαιτεί κάποια αλληλεπίδραση, πράγμα που σημαίνει μια αναπόφευκτη υποκειμενική συνεισφορά, όμως εδώ δεν εννοούμε αυτό. Αν, ας πούμε, η αντίληψη της θερμοκρασίας από τον άνθρωπο γινόταν από ένα μηχανισμό μέτρησης, όπως το θερμόμετρο (το οποίο φυσικά και απορροφά θερμότητα από το περιβάλλον για να μετρήσει) και το αποτέλεσμα της μέτρησης αυτής καταγράφονταν χωρίς κανενός είδους επεξεργασία, θα χρειάζονταν μόνο μια απλή πράξη μετατροπής (π.χ. όταν το ένα θερμόμετρο δείχνει 20, το άλλο δείχνει 22), για να κατακτηθεί η συμφωνία, στη περίπτωση που οι μετρήσεις ήταν διαφορετικές. Όταν όμως η πράξη της πρόσληψης των έξωθεν ερεθισμάτων είναι μια πράξη ερμηνείας κι όχι καταγραφής, τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά υποκειμενικά. Στο παράδειγμα της θερμοκρασίας που αναφερθήκαμε, είναι γνωστό από τη φυσιολογία, πως αν βυθίσουμε τα χέρια μας σε δυο κάδους νερό της ίδιας θερμοκρασίας, αντιλαμβανόμαστε διαφορετική θερμοκρασία, στη περίπτωση που τα χέρια μας είναι το ένα ζεστό και το άλλο κρύο, πως μπορεί να νιώθουμε πως κάνει πολύ κρύο ή ζέστη ανάλογα με το δικό μας μεταβολικό ρυθμό και ανεξάρτητα από μεταβολές του περιβάλλοντος, πως αλλιώς αντιλαμβάνεται το νερό της θάλασσας, τη μέρα που χιονίζει, ο χειμερινός κολυμβητής από έναν άνθρωπο που μπαίνει στη θάλασσα μόνο το καλοκαίρι ή δεν μπαίνει καθόλου.
Αν ήμασταν “αντικειμενικές” καταγραφικές μηχανές, ακόμα κι αν υπήρχαν οι αντιληπτικές ιδιαιτερότητες που σχετίζονται π.χ. με το πώς προσλαμβάνει το κάθε υποκείμενο τα διάφορα ερεθίσματα, π.χ. πώς βλέπει το κόκκινο (τα λεγόμενα qualia στη διεθνή βιβλιογραφία), οι διαφορές θα ήταν προσδιορίσιμες (όπως και στο παράδειγμα των θερμομέτρων) ή μπορεί να μην γίνονταν καθόλου αντιληπτές. Όταν όμως ο ένας θεωρεί “τίμιο” ένα κομμάτι ξύλο, το σέβεται, το προσκυνά και θεωρεί πως τον προστατεύει, κι ο άλλος ως κάτι απόλυτα συνηθισμένο, η διαφορά είναι τεράστια κι η συμφωνία μάλλον ανέφικτη.
Η δυνατότητα (ή η αδυναμία) της μυθολογικής σκέψης εδράζεται στις ιδιότητες της ανθρώπινης μάθησης, και στους ενδογενείς περιορισμούς των αντιληπτικών μας συστημάτων. Αυτές είναι, θα λέγαμε, οι αναγκαίες συνθήκες, όχι όμως κι από μόνες τους ικανές, όπως θα πούμε παρακάτω.
Η προσωπική μάθηση, οδηγεί το άτομο, μέσω της ιδιαίτερης εμπειρίας του, σε συσχετίσεις συγκινησιακού και γνωστικού χαρακτήρα απολύτως εξειδικευμένες, και στο σχηματισμό των δικών του προσωπικών κωδίκων συσχέτισης των πραγμάτων. Αυτή η καθολική επικράτηση της υποκειμενικότητας θα μπορούσε ίσως να ήταν ελάττωμα μόνο της νηπιακής ηλικίας, αν τα αντιληπτικά μας συστήματα ήταν σε θέση, ωριμάζοντας, να αναγνωρίσουν τις “αντικειμενικές” ιδιότητες των πραγμάτων, διορθώνοντας τις όποιες λαθεμένες συσχετίσεις που σημειώθηκαν κατά τη νηπιακή ηλικία. Αντιληπτικά συστήματα δηλαδή που θα μπορούσαν να ανιχνεύουν κάθε ιδιότητα με οριστικό και τελεσίδικο τρόπο. Εκτός όμως από τις πασίγνωστες αδυναμίες και περιορισμούς των αισθήσεών μας (όπως π.χ. ότι βλέπουμε μόνο ένα ελάχιστο μέρος του φάσματος της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας), υπάρχουν διαστάσεις των πραγμάτων που δεν είμαστε προικισμένοι να συλλαμβάνουμε. Δεν ανιχνεύουμε το μαγνητικό πεδίο, δεν αντιλαμβανόμαστε τις μικροκοσμικές διεργασίες (φυσικά ούτε τις μακροκοσμικές, αν και γι αυτές υποτίθεται πως ο περιορισμός είναι μόνο οι τεράστιες αποστάσεις), τις ιδιότητες των πεδίων και των στοιχειωδών σωματίων, όμως ακόμα και του ίδιου μας του οργανισμού, του ανοσοποιητικού μας συστήματος, των διεργασιών που υπόκεινται αυτής της σκέψης που κάνουμε τώρα, της ψυχής μας που φαίνεται να κυβερνάται από πολλές και διαφορετικές βουλήσεις.
Η μυθοποιητική μας ιστορία αρχίζει νωρίς στη νηπιακή μας ηλικία. Χωρίς να ασχοληθούμε με λεπτομέρειες της αναπτυξιακής ψυχολογίας, που είναι απέραντες και αμφιλεγόμενες, θα διατυπώσουμε την άποψη πως αυτή ξεκινά για το νήπιο με τη συγκινησιακή επένδυση των πραγμάτων με θετικό ή αρνητικό χρώμα. Η μορφή της μητέρας, η σωματική επαφή, η οσμή της, ό,τι απαντά στις ανάγκες του νηπίου θα εγείρει θετικές συγκινήσεις, ενώ τα ξένα πρόσωπα (περί τον 7ο μήνα), ό,τι προκαλεί πόνο και δυσκολεύει την πλήρωση των αναγκών, θα εγείρει αρνητικές συγκινήσεις. Κατά τη νηπιακή ηλικία δημιουργούμε τις πρώτες συσχετίσεις και αποδίδουμε στα πράγματα ιδιότητες που μπορεί να μην έχουν. Ο πρώτος μας μύθος είναι η ταύτιση με τη μάνα[13], στην αρχή, και η απόλυτη ασφάλεια που μπορεί να μας παρέχει, στη συνέχεια. Η έλλειψη ορθού λόγου και γνώσης για τα πράγματα και τις καταστάσεις δεν μπορούν να θέσουν εμπόδια στις οσοδήποτε αυθαίρετες συσχετίσεις, όπως ότι η πάνινη κούκλα μπορεί να μας προστατέψει ή ότι η φωτογραφία στον τοίχο κρύβει απειλή. Οι συσχετίσεις αυτές ξεκινάνε να διαμορφώνονται πριν την ανάπτυξη του λόγου, αναπτύσσονται εξωλεκτικά και συνεχίζουν έτσι να υπάρχουν κατά κύριο λόγο. Οι λεκτικές ερμηνείες που μπορούμε να δημιουργούμε ερμηνεύοντας το γιατί των μύθων μας, στην καλύτερη περίπτωση θα έχουν τόσο σχέση με τους μύθους καθ’ αυτούς, όσο η περιγραφή ενός αγώνα σε σχέση με τον αγώνα που παίζεται στο γήπεδο.
Μεγαλώνοντας, λόγω του ότι δεν αναπτύσσουμε μηχανισμούς με τη βοήθεια των οποίων μπορούμε να καταγράφουμε κάθε διάσταση της πραγματικότητας, τροποποιούμε μεν και παραλλάσσουμε, τις αρχικές συσχετίσεις, χωρίς ποτέ να προστατευόμαστε επαρκώς από την αυθαιρεσία.
“The beauty is in the eye of the beholder” είναι η γνωστή ρήση, υπονοώντας την ψυχονοητική διεργασία που λαμβάνει χώρα όταν ένας παρατηρητής θεωρεί κάτι όμορφο. Βλέπει άλλα πράγματα από τη φυλλωσιά και τα πουλιά σε ένα δένδρο ένας άνθρωπος της πόλης από τον ιθαγενή του τροπικού δάσους. Βάζοντας το χέρι πάνω από το ύφασμα της τσέπης για να δεις αν το ρολόι είναι εκεί ή σου έχει πέσει, “βλέπεις” το ρολόι δια της φαντασίας, μόλις το χέρι αγγίξει την επιφάνειά του, όπως έλεγε ο William James. (Και δεν αντιλαμβάνεσαι πως πρόκειται για την κοιλιά του βατράχου που σου βάλανε στην τσέπη οι μαθητές σου, για αστείο, αφότου σου πήρανε το ρολόι, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε εμείς.) Η ίδια ακριβώς μυρωδιά σημαίνει 1000 διαφορετικά πράγματα για τους διαφορετικούς ανθρώπους, ακόμα και για τον ίδιο άνθρωπο σε άλλες συνθήκες, εφόσον η σύλληψη της δραστικής ουσίας που συλλαμβάνεται στον οσφρητικό βλεννογόνο δεν σημαίνει προσδιορισμός, όπως θα έκανε ένα χημικό όργανο ανάλυσης, αλλά ερμηνεία του υποκειμένου περί τίνος πρόκειται.
Το γεγονός ωστόσο πως οι αντιληπτικοί μας μηχανισμοί δεν είναι “αντικειμενικοί” δεν λέει ακόμα κάτι συγκεκριμένο για την γένεση της μυθικής σκέψης που μας ενδιαφέρει. Όπως το ότι έχουμε την δυνατότητα να δούμε σινεμά λόγω της αδυναμίας διάκρισης ως ξεχωριστών των εικόνων που μας προβάλλονται γρήγορα, δεν λέει τίποτε για την ταινία “Ο βιολιστής στη στέγη”.
Τι ακόμα μας οδηγεί στο μύθο
Αν η απόδοση συγκινησιακού περιεχομένου και γνωστικού νοήματος στα πράγματα και τις καταστάσεις, με υποκειμενικό τρόπο, από τη νηπιακή ηλικία, καθώς και οι καθολικές ψευδαισθήσεις, αποτελούν ίσως τα θεμέλια για την ανάπτυξη της μυθολογικής διάστασης, δεν υποδείχνουν γιατί στη συνέχεια δημιουργούνται ουρανοξύστες επί αυτών. Μένοντας στο επίπεδο του ατόμου, δεν θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε πώς δημιουργούνται οι μύθοι στο επίπεδο της κοινωνίας. Το θέμα δεν είναι αδιάφορο, εφόσον το άτομο υιοθετεί τους μύθους της εποχής και του τόπου του. Όπως όμως θα μπορούσε κανείς να μελετήσει την ανάγκη του ανθρώπου για να καλλωπίζεται, χωρίς να μελετήσει τη μόδα που είναι η κοινωνική διάσταση αυτής της ανάγκης (παρ’ ότι η μόδα μπορεί να υποδείχνει τον τρόπο που το συγκεκριμένο άτομο καλλωπίζεται στη συγκεκριμένη εποχή), έτσι κι εμείς θα παραμείνουμε στο επίπεδο της ανάγκης του ατόμου για μύθο, μην παραβλέποντας πως οι μύθοι του ατόμου συνήθως δεν είναι ατόφιες προσωπικές του δημιουργίες αλλά υιοθετήσεις κι επιρροές εκ των κυκλοφορούντων στην αγορά.
Υπάρχουν τρεις σημαντικές πλευρές, της ανθρώπινης φύσης (θα τολμούσα να πω) που οδηγούν στη μυθοποίηση, οι οποίες είναι:
1. η ανάγκη για καθολικές θεωρίες2. η επίγνωση της φθοράς, της παρακμής και του θανάτου3. ο εθισμός σε υψηλές συγκινήσεις. 1. Η ανάγκη για καθολικές θεωρίες
Ο Michael Cazzaniga, μέσω της έρευνάς του σε άτομα με διαχωρισμένα τα ημισφαίρια του εγκεφάλου τους, αποκάλυψε μια ιδιότητα στο αριστερό, ομιλούν ημισφαίριο, την οποία ονόμασε “διερμηνέα”. Με βάση αυτή την ιδιότητα, τα άτομα έφτιαχναν θεωρίες προκειμένου να ερμηνεύσουν για ποιο λόγο έδρασε με συγκεκριμένο τρόπο το δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου τους, παρ’ ότι μη έχοντας επικοινωνία των ημισφαιρίων δεν είχαν την σχετική γνώση, και επομένως οι ερμηνείες ήταν συχνά παντελώς άσχετες με την πραγματικότητα. Δεν ξέρω όμως αν μας χρειάζεται να επικαλεστούμε κάτι τόσο σύνθετο ή πειράματα της ψυχολογίας προκειμένου να αποδείξουμε την ανάγκη του καθένα να έχει μια “άποψη” για τα πράγματα και τις καταστάσεις. Αρκεί μια ενδοσκοπική ματιά ή ορισμένες παρατηρήσεις των ανθρώπων γύρω για να διαπιστωθεί πόσο ο καθένας πασχίζει να μορφώνει καθολικές θεωρίες, για το πού βρίσκεται, προς τα πού είναι η πόρτα, αν παραδίπλα υπάρχει γκρεμός, αν κινδυνεύει από το άγριο θηρίο, αν θα υπάρχει φαγητό αύριο, κι αν ο ήλιος θα ξανανατείλει.
Φαίνεται πως είμαστε επιφορτισμένοι με το καθήκον να έχουμε διαρκώς και ασταμάτητα θεωρίες για το “ποιος είμαι, πού βρίσκομαι, ποια είναι η προοπτική μου” (δες βιβλίο μου), γιατί αυτό αποτελεί μια αναγκαία συνθήκη αυτοπροστασίας μας. Η απάντηση στο ερώτημα “πού βρίσκομαι;” απαιτεί μια σχεδόν καθολική θεωρία για οτιδήποτε στο περιβάλλον. Από το ποιοι είναι οι γείτονες, οι συνάδελφοι κι οι υπόλοιποι στον κόσμο λαοί έως τι είναι η Γη, το ηλιακό σύστημα και το σύμπαν. Η απάντηση στο ερώτημα “ποια είναι η προοπτική μου;” απαιτεί αφενός μια θεωρία για ζητήματα όπως το αν θα έχω να φάω αύριο, αν θα έχω δουλειά, αν πρόκειται να γίνει πόλεμος, σεισμός, οικολογική ή πυρηνική καταστροφή, αν είμαστε στην τροχιά αστεροειδούς και πότε θα καταστραφεί ο ήλιος.
Από το βάθος της ψυχής μας ωθούμαστε να έχουμε καθολικές απαντήσεις και θεωρίες. Στην πράξη ήμασταν και είμαστε πολύ μακριά απ’ αυτές. Κι αν δεν ήξερε τι είναι ψηλά στον ουρανό, πέρα από την αχανή θάλασσα, την έρημο ή το απέραντο βουνό μπρος του, ο άνθρωπος φανταζόταν, με βάση όσα στοιχεία διέθετε, και έφτιαχνε πάντα τη θεωρία που είχε ανάγκη. Αυτό συνεχίζουμε να κάνουμε μέχρι σήμερα, όχι μόνο γιατί πιστεύουμε πως “κατακτήσαμε το διάστημα” τη στιγμή που ξέρουμε ελάχιστα την εγγύτατη γειτονιά μας, το ηλιακό μας σύστημα κι αυτά ακόμη τα έγκατα των ωκεανών και του στερεού μέρους της γης, αλλά και γιατί η γνώση που έχουμε για τα “πέρα μέρη”, τα όποια δηλαδή μέρη εκτός αυτών που περνάμε στριφογυρίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, δεν είναι παρά ανακριβείς εντυπώσεις. Αυτό όμως ποτέ δεν εμπόδισε κανέναν να ποθεί τους μαγεμένους τόπους, τους πλούσιους, τους ιερούς, την Γη της Επαγγελίας.
2. Η επίγνωση της παρακμής, της φθοράς και του θανάτου
Ως συνέχεια της παραπάνω ανάγκης για καθολική θεωρία, αλλά επί το ειδικότερον, οι άνθρωποι, ευρισκόμενοι αντιμέτωποι με την επίγνωση της φθοράς, της παρακμής και του θανάτου, είμαστε υποχρεωμένοι να μορφώσουμε μια ή περισσότερες θεωρίες που ουσιαστικά γίνεται ο πορειοδείκτης της ύπαρξής μας κατά το σύντομο πέρασμά μας από τη ζωή.
Δεν έχω συναντήσει ποτέ άνθρωπο, με τον οποίο μπορεί κανείς να επικοινωνήσει φυσιολογικά, που να μην έχει κάποια υπαρξιακή θεωρία, κάποια επεξεργασμένη ή αυθόρμητη φιλοσοφία. Ανεξάρτητα από το πόσο πολύπλοκη ή απλή είναι, από το πόσο αντιφατική ή άρτια δομημένη λογικά, από το πόσο σταθερή ή επιδεκτική τροποποιήσεων, όλοι οι άνθρωποι μορφώνουν την καθολική υπαρξιακή τους θεωρία, τοποθετώντας με κάποιο τρόπο τον εαυτό τους στο σύμπαν και στο χρόνο.
Κι αν οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε τον τρόπο που έχει δημιουργηθεί η ζωή, ποιος είναι ο σκοπός ο δικός μας, πώς κινούνται τα νήματα στο σύμπαν, φτιάχνουμε πάντα καθολικές θεωρίες, θρησκευτικές ή επιστημονικές και απαντάμε στα ερωτήματα αυτά. Όλοι έχουμε απαντήσεις για τα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μας, ακόμα κι όταν ο λογικός εαυτός μας αναγνωρίζει πως “ουδέν οίδε”. Κι είτε το θέλουμε είτε όχι, αυτές οι καθολικές απαντήσεις είναι που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία για την ψυχική μας υγεία. Δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε, ούτε να ικανοποιηθούμε με τίποτε λιγότερο από τα πάντα. Κάθε τέτοια θεωρία που ταξινομεί τα πάντα, κάθε απάντηση σε καθολικά ερωτήματα που δεν μπορούν, τουλάχιστον έως σήμερα, να απαντηθούν είναι μύθος.
3. Ο εθισμός σε υψηλές συγκινήσεις
Διατυπώνω την υπόθεση πως η ικανοποίηση που δέχεται το άτομο από τα μυθικά αντικείμενα είναι τόσο ισχυρή, που στην συνέχεια νιώθει εξάρτηση από αυτά, σχεδόν ανάλογη με εκείνη του ναρκομανούς από την εξαρτησιογόνο ουσία.
Υπάρχει μια τεράστια αρθρογραφία για την εξάρτηση. Ακόμα και από τις εφημερίδες μπορεί να έχει πληροφορηθεί κανείς πως πειραματόζωα είναι δυνατό να φτάσουν ως την πλήρη παραμέληση των ζωτικών τους αναγκών και το θάνατο, πιέζοντας κατ’ εξακολούθησιν έναν μοχλό που τους δίνει μια μικροδόση ενός ισχυρού ναρκωτικού ή έναν ηλεκτρικό παλμό σε ειδικά σημεία στον εγκέφαλο[14].
Ο William James, στο ογκώδες βιβλίο του “Παραλλαγές της θρησκευτικής εμπειρίας”, παραθέτει πάρα πολλά παραδείγματα που δείχνουν πως οι άνθρωποι που βιώνουν την υψηλή συγκίνηση που προσφέρει ένας μύθος απόλυτης τάξης θεωρούν την εμπειρία αυτή τόσο σημαντική που την αναζητούν στην υπόλοιπη ζωή τους διακαώς. Ο καθένας μας όμως μπορεί να επιβεβαιώσει ανασύροντας από τις μνήμες της παιδικής ηλικίας τι σήμαινε ο Αη-Βασίλης, το στολισμένο δεντράκι, το δάσος με το ελαφάκι, ο κόσμος των παραμυθιών και των θαυμάτων, των ηρώων, των γενναίων και καλόκαρδων παλικαριών, των πεντάμορφων και καλόψυχων κοριτσιών, του καλού που πάντα κυριαρχεί, των απόλυτων προσωπικών επιτυχιών. Ο καθένας μας ξέρει, στην ενηλικίωση πια, τι σημαίνουν για τη ζωή του τα ιδανικά, οι αξίες, οι στόχοι του και πόσο ανούσια και σισύφεια φαντάζει η απλή επιβίωση.
Στην παιδική ηλικία, η αδιαμόρφωτη λογική και η ελάχιστη γνώση δεν μπορούν να θέσουν εμπόδια στους μύθους της προσωπικής αξίας και της συμπαντικής τάξης. Όταν αργότερα, το άτομο υπό την πίεση της ζοφερής πραγματικότητας και του ορθού λόγου υποχρεωθεί να αμφισβητήσει τους μύθους της παιδικότητας, προκειμένου να μην οδηγηθεί σε έναν κόσμο στενό και άχαρο, συνήθως τους αντικαθιστά με άλλους, όπως: η πατρίδα, η θρησκεία, η οικογένεια, ο πλούτος, η επιτυχία και διάκριση, η δημιουργικότητα- καλλιτεχνική και νοητική κλπ. Ο άνθρωπος, ως ο ναρκομανής, συνεχίζει να αναζητά τις πιο υψηλού επιπέδου συγκινήσεις που έζησε μέσα από τους μύθους της απόλυτης τάξης και νοήματος σε όλη του τη ζωή. Γι αυτό νιώθει πως: “Ο μόνος τρόπος να ζει και να πεθαίνει κανείς σαν άνθρωπος, είναι να ζει και να πεθαίνει για ένα ιδανικό“.
Θα μπορούσα να προσπαθήσω να υποστηρίξω περαιτέρω την παραπάνω υπόθεση της εξάρτησης, με αναφορές από τη νευροφυσιολογία περί ενεργοποίησης ντοπαμινεργικών νευρώνων, ή τις απεικονιστικές μεθόδους περί ενεργοποίησης ειδικών περιοχών του εγκεφάλου. Όμως, όπως ξέρουν όσοι παρακολουθούν στοιχειωδώς τη σχετική φιλολογία, δεν υπάρχει καμιά νευροφυσιολογική ή απεικονιστική μέθοδος που μπορεί να μας πει, χωρίς να εγείρει, δικαιολογημένα, αμέτρητες αντιρρήσεις, αυτό που ο καθένας μας μπορεί να διακρίνει με ενδοσκόπηση και παρατήρηση. Οι βασικές επιστήμες δεν μπορούν να προσθέσουν σχεδόν τίποτε περισσότερο, για την κατανόηση της σημασίας του μύθου στη ζωή μας, απ’ ότι κάνει ο στίχος που ο καθένας μας νιώθει βαθιά μέσα του: “θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μαγεμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, χωρίς να σκίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων”. Θεωρώ πως ένα τέτοιο εγχείρημα από μεριάς μου θα ήταν μόνο προσπάθεια επιστημονικοφάνειας και γι αυτό δεν θα το επιχειρήσω.
Διατείνομαι λοιπόν, πως αναποδράστως ο άνθρωπος έχει την συναρπαστική εμπειρία του μύθου κατά την παιδική ηλικία και πως έκτοτε την αναζητά εις το διηνεκές. Είναι μια κατάρα γιατί έτσι χάνουμε την δυνατότητα να ζούμε τόσο απλά ως ο γαϊδαράκος στο λιβάδι “το χορτάρι του βοσκούσε κι ήταν τρισευτυχισμένος… το Θεό παρακαλούσε να είναι πάντα εκεί δεμένος και να βόσκει όσο ζούσε…τίποτε άλλο δεν ζητούσε ο καημένος…”; Είναι μήπως μια μοναδική ευλογία γιατί έτσι μπορούμε να ζούμε πέραν του πραγματικού και να βιώνουμε το εξαιρετικό; Δεν μπορώ να ξέρω. Πιθανότατα, είναι ταυτόχρονα κατάρα κι ευλογία: “κείνο που με τρώει κείνο που με σώζει είναι π’ ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη”. Όπως οι δυνάμεις τριβής στη φύση. Καλές είναι οι σκέψεις των μαθητών μου πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς τριβές, ακόμα καλύτερο όμως είναι να αποκαλύψουν τους νόμους που ισχύουν. Κι οι μύθοι, καλώς ή κακώς, υπάρχουν. Ως μέρος θα μπορούσα να πω της ανθρώπινης φύσης μας. Ας συνεχίσουμε να προσπαθούμε να τους καταλάβουμε και να δούμε ποια θα ήταν η καλύτερη στάση που θα μπορούσαμε να έχουμε απέναντί τους.
Τα κατά προτίμηση αντικείμενα του μύθου
Οι μύθοι, όπως τους ορίσαμε (ως ψυχονοητικές οντότητες που είναι σε θέση είτε να προκαλούν υψηλού βαθμού συγκινησιακή και νοητική εγρήγορση, προσφέροντας κίνητρα ζωής, είτε να ερμηνεύουν την πραγματικότητα με τρόπο που να συνεισφέρει στη νοητική τάξη και το αίσθημα ασφάλειας) μπορούν να διακριθούν σε δύο βασικά κατηγορίες:
1. σε όσους αποσκοπούν στην προσωπική καταξίωση και επιτυχία
2. σε όσους κάνουν το άτομο να νιώθει πως ανήκει σε ένα ευρύτερο σύνολο.
Ο Arthur Koestler θεωρεί πως όλες τις συγκινήσεις μας τις διαπερνούν αυτές οι δύο τάσεις, για αυτεπιβεβαίωση και αυτοϋπέρβαση[15], όπως τις αποκαλεί. Θα υιοθετήσουμε αυτή την διάκριση γιατί είναι πολύ γόνιμη και μπορεί να μας βοηθήσει σημαντικά στην κατανόηση των ζητημάτων που πραγματευόμαστε[16]. Σύμφωνα με αυτή, οι μύθοι για επιτυχία και ατομική διάκριση σε κάθε τομέα: σεξουαλικό, επαγγελματικό, οικονομικό, καλλιτεχνικό, αθλητικό, επιστημονικό κλπ χαρακτηρίζονται κύρια από την τάση για αυτεπιβεβαίωση, ενώ η θρησκεία, οι ιδεολογίες, τα ιδανικά, οι αξίες, η αφοσίωση στην πατρίδα, στην οικογένεια στην ποδοσφαιρική (ή την οποιαδήποτε) ομάδα κλπ χαρακτηρίζονται κύρια από την τάση για αυτοϋπέρβαση. Ο έρωτας, έχοντας την δυνατότητα να απαντά και σε ανάγκες αυτεπιβεβαίωσης (έχω την καλύτερη και πιο όμορφη γυναίκα), αλλά και αυτοϋπέρβασης (γίνομαι ένα με κάποιον άλλον άνθρωπο), καθίσταται ένας από τους ισχυρότερους μύθους στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ας προσπαθήσουμε όμως να περιγράψουμε, εν συντομία, γιατί οι ανάγκες αυτεπιβεβαίωσης και αυτοϋπέρβασης απαντώνται στο σύνολο σχεδόν των ανθρώπων, παρά τις διαφορές τους από ατόμου εις άτομο, πολιτισμούς και εποχές. Κι εδώ η ανάλυσή μας δεν μπορεί να είναι διεξοδική και πλήρης. Η βασική μας επιδίωξη είναι για μια ακόμη φορά η κατανόηση κι όχι η απόλυτη πληρότητα, που σημαίνει, η επεξεργασία κάποιας θεωρίας που μας βοηθάει στην ερμηνεία και στην πρόβλεψη των παρατηρούμενων φαινομένων κι όχι η ψευδαίσθηση της αποκάλυψης κάθε πλευράς της πραγματικότητας. Οφείλουμε να σημειώσουμε πως οι εξηγήσεις μας αυτές δεν αίρουν την καταγωγή τους στις απόψεις, και δεν θα πρέπει να περιβληθούν με το κύρος, του μεγάλου διανοητή Arthur Koestler, του οποίου την διάκριση περί αυτεπιβεβαιωτικών και αυτοϋπερβατικών τάσεων υιοθετήσαμε.
Ο άνθρωπος συλλαμβάνεται και υπάρχει από τις πρώτες στιγμές του μέσα στο σώμα ενός αλλού ανθρώπου. Το έμβρυο αλλά και το νήπιο στο ξεκίνημά του δεν έχει καμιά επίγνωση ατομικότητας. Υπάρχει μαζί και μέσω του άλλου. Μετά τη γέννηση του και για μεγάλο χρονικό διάστημα (το μεγαλύτερο από όλα τα ζώα), ακόμα κι η απλή επιβίωσή του ατόμου είναι δώρο των ανθρώπων που φροντίζουν για αυτό. Η αναγνώριση της αξίας των άλλων, δεν μπορεί παρά να επιτελεστεί σε κάθε άνθρωπο που επέζησε τη βρεφική και νηπιακή ηλικία[17] κι αυτό ακριβώς το γεγονός αποτελεί τη βάση των τάσεων αυτοϋπέρβασης, η οποία ενισχύεται περαιτέρω κι από άλλα γεγονότα, όπως θα δούμε παρακάτω.
Η εγωιστική-ανταγωνιστική φύση του ανθρώπου, όπως κάθε έμβιου όντος, δεν νομίζω πως μπορεί να αμφισβητηθεί. Αυτό που αμφισβητείται είναι αν υπάρχει έστω και ψήγμα έμφυτου αλτρουισμού στα έμβια[18], εδώ όμως δεν έχουμε λόγο να εμπλακούμε σε αυτή τη συζήτηση, που αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα θέματα επί του οποίου ερίζουν ασταμάτητα οι κοινωνιοβιολόγοι με τους επικριτές τους. Από τη στιγμή της σύλληψής του το έμβρυο εκδηλώνει εγωιστική δραστηριότητα απέναντι και σε αυτόν τον οργανισμό της ίδιας του της μάνας που το κυοφορεί (δες Σχέδιο και σκοπός στη φύση, George Williams) και ως νήπιο αναγνωρίζει και απαιτεί την ικανοποίηση μόνο των προσωπικών του αναγκών. Βιολόγοι ισχυρίζονται πως μόνο ο εγωισμός μπορεί να είναι εξελικτικά σταθερή στρατηγική, εφόσον τα αλτρουιστικά όντα θα εξαφανίζονταν σύντομα από οποιοδήποτε εγωιστικό ον που θα γεννιόταν ανάμεσά τους ως αποτέλεσμα μιας τυχαίας μετάλλαξης. Σε κάθε περίπτωση, νιώθουμε το δικό μας πόνο, δίψα, πείνα, πνιγμό και δεν πάμε στην τουαλέτα όταν περιστέλλεται το έντερο του άλλου. Ο εγωισμός δεν είναι απλά μια από τις συνιστώσες που διαμορφώνει τον ψυχισμό μας. Είναι το φως μέσω του οποίου βλέπουμε οτιδήποτε γύρω, είναι το παράθυρο, τα χέρια και τα εργαλεία δράσης μας, βρίσκεται στη βάση του ψυχικού μας οικοδομήματος κι οπωσδήποτε και των αυτεπιβεβαιωτικών μας τάσεων.
Τη φευγαλέα αυτή εικόνα που παραθέτουμε μπορούμε να την πλουτίσουμε λίγο περισσότερο με ορισμένα ακόμα στοιχεία. Η επιταγή της φροντίδας που πρέπει να δεχθεί το νήπιο από τους άλλους, κι η φυσική του μειονεξία, δεν είναι δυνατό να καταγραφεί μόνον θετικά στον ψυχισμό του, ακόμα και στην περίπτωση της πιο επαρκούς φροντίδας. Πέραν των αναπόδραστων ανεπαρκειών της φροντίδας που θα σηματοδοτούν απειλή, το παιδί δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει το πόσο μειονεκτεί απέναντι σε όλα τα μεγαλύτερα άτομα που το περιβάλλουν και που αναμφίβολα έχουν εξαιρετικές σε σχέση με αυτό ικανότητες. Αυτοί μπορούν να περπατούν καλά χωρίς να πέφτουν, να πιάνουν τα αντικείμενα χωρίς να τα σπάνε, να γράφουν, να διαβάζουν, να οδηγούν, να ξέρουν και να κάνουν “τα πάντα”. Για το νήπιο, κάθε πράξη είναι ένας Γολγοθάς, ενώ πρέπει να ανατρέχει όλη την ώρα στην ματιά, στην έκφραση του προσώπου και στη φωνή της μάνας για να προβλέψει αν θα πάθει κάτι, αν θα πέσει από ψηλά[19], πού πρέπει να πλησιάσει ή να απομακρυνθεί. Ο φόβος της στέρησης κι η διαπίστωση της μειονεκτικότητας είναι σχεδόν αδύνατο να μη δημιουργήσει στο μικρό άνθρωπο ένα, μικρότερο ή μεγαλύτερο, άγχος κοινωνικότητας[20]. Αναμφίβολα, οι διαφορές από ατόμου σε άτομο θα είναι μεγάλες και θα σημαδεύονται πιθανώς τόσο από γενετικές προδιαθέσεις, όσο και από την ποιότητα της φροντίδας που δέχεται στην παιδική του ηλικία, ωστόσο θα πρέπει να είναι σχεδόν αδύνατο να μην καταγραφεί στο καθένα, με κάποιο τρόπο, η αίσθηση της εξάρτησης, ο φόβος της εγκατάλειψης από τους ανθρώπους και η μειονεκτικότητα σε σχέση με αυτούς. Έτσι, ο άλλος άνθρωπος δεν αναζητείται μόνο θετικά, αλλά και από φόβο. Ανάλογα, η θετική κίνηση για ανάπτυξη των ικανοτήτων στο επίπεδο των μεγάλων θα συνοδεύεται από την εναγώνια προσπάθεια για εξομοίωση και συμμόρφωση και το φόβο της απόκλισης (οι μεγάλοι διαρκώς απαιτούν, επαινούν και αμείβουν όταν το παιδί τρώει, περπατάει, δουλεύει ή γράφει όπως οι ίδιοι, αλλά και δυσαρεστούνται και τιμωρούν όταν το παιδί “ξεστρατίζει”). Τα παραπάνω οδηγούν το άτομο στην ομάδα, το κάνουν να νιώθει καλά όταν γίνεται αποδεκτό από αυτήν, και απαντούν ταυτόχρονα σε αυτοεπιβεβαιωτικές και αυτοϋπερβατικές ανάγκες.
Παράλληλα με την ανάγκη της ταύτισης, εξομοίωσης, συμμόρφωσης, ανήκειν σε ομάδα και αποδοχής εκ μέρους της ομάδας, σε ένα επόμενο επίπεδο, αναδείχνεται ως σημαντική η επιταγή της κοινωνικής διάκρισης. Το παιδί αναζητώντας τα πρότυπα στα οποία θα ήταν ωφέλιμο να μοιάσει, ανακαλύπτει πως οι ισχυροί, οι δυνατοί, οι πρώτοι, οι ξεχωριστοί, όσοι διακρίνονται είναι που χαίρουν της μεγαλύτερης κοινωνικής αποδοχής και εκτίμησης και απολαμβάνουν τα περισσότερα οφέλη. Στην ουσία, η επιταγή της κοινωνικής διάκρισης κρύβει μέσα της πολλή από την επιταγή της κοινωνικής εξομοίωσης, όταν αυτή εντελώς φυσιολογικά στρέφεται προς τους πρώτους κι όχι τους έσχατους της κοινωνίας. Οι δυνατότεροι, οι γρηγορότεροι, οι πλουσιότεροι, οι εξυπνότεροι, οι ομορφότεροι, οι καλύτεροι ιππείς, κυνηγοί, μάγοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες και αθλητές, είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να πετύχουν την ανασκευή του αισθήματος μειονεξίας και φόβου προς την κοινωνία, και τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη από αυτήν, ανήκοντας στην ομάδα των εκλεκτών που απολαμβάνουν τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή και θαυμασμό, και δρέπουν ένα πλήθος άλλων ωφελημάτων όπως οικονομικά, σεξουαλικά κλπ. Η επιταγή αυτή είναι βέβαια αυτεπιβεβαιωτική, όμως όχι μόνον, εφόσον για να θεωρεί κανείς σπουδαίο να διακριθεί κοινωνικά προϋποθέτει πως έχει αναγνωρίσει την αξία της κοινωνίας, αυτής της οντότητας που τον υπερβαίνει, και ζητά την αναγνώρισή της και την καλύτερη δυνατή ένταξη σε αυτήν. Οι αυτεπιβεβαιωτικές και οι αυτοϋπερβατικές τάσεις δεν είναι πάντα τόσο αντίθετες όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.
Είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί, πως στην πράξη, οι επιταγές της συμμόρφωσης και της κοινωνικής διάκρισης, που φαίνεται να αναπτύσσονται σε όλα τα κοινωνικά περιβάλλοντα[21] δεν οδηγούν κατ’ ανάγκην στη διαμόρφωση όμοιων χαρακτηριστικών προσωπικότητας στους ανθρώπους. Ένα άτομο, για παράδειγμα, είναι πολύ πιθανό να αναπτύξει χαρακτηριστικά που θα το ωθούν στην κυριαρχία και την πρωτιά σε κάθε δράση του, ενώ η θέση του δεύτερου να του προκαλεί ανασφάλεια, αισθήματα αναξιότητας, αγωνία ή κατάθλιψη. Κάποιο άλλο άτομο, αν μάλιστα συνεπικουρείται κι από μια μελαγχολική ιδιοσυστασία, στην περίπτωση που το περιβάλλον εκθειάζει τη σεμνότητα του, το ότι είναι αθόρυβο και δεν ενοχλεί, αν ακόμα αποτύχει και σε κάποιες προσπάθειες του για πρωτιά και κυριαρχία, είναι ευκολότερο να αναπτύξει χαρακτηριστικά που θα το ωθούν να κερδίσει την εκτίμηση και την αποδοχή των άλλων, με ενέργειες λιγότερο “εγωιστικές και φαφλατάδικες”. Οι πολυάριθμες πιθανές στρατηγικές που μπορεί να αναπτυχθούν από τα διαφορετικά άτομα, που φαίνονται ριζικά διαφορετικές στην πρώτη ματιά, είναι κατά βάθος όμοιες όσον αφορά στο γεγονός ότι έρχονται να εξυπηρετήσουν τις ίδιες βασικά ανάγκες αυτεπιβεβαίωσης και αυτοϋπέρβασης.
Για τις αυτεπιβεβαιωτικές τάσεις και την ανάγκη του ανθρώπου για διάκριση, το μόνο που θα προσθέσουμε ακόμα, χωρίς μεγάλη εμβάθυνση που θα μας πήγαινε πολύ μακριά, είναι πως το άτομο εν πολλοίς αυτοπροσδιορίζεται εκ της κοινωνικής του υπόστασης, “βλέπει” δηλαδή τον εαυτό του με “τα μάτια των άλλων”. Το γεγονός αυτό αποτελεί έναν πρόσθετο λόγο ενίσχυσης της αυτεπιβεβαίωσης, όχι δηλαδή μόνο ως προσπάθειας που οδηγεί σε υψηλή ασφάλεια και απολαβές από την κοινωνία, αλλά και που παρέχει τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και υψηλής αυτοεκτίμησης.
Δεν θα ήταν καλό να παραλείψουμε, στη σύντομη αυτή αναφορά μας, κι ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει τις τάσεις του ατόμου για αυτοϋπέρβαση. Πρόκειται για την αναγνώριση από το ενήλικο πλέον άτομο του πεπερασμένου της ατομικής του ύπαρξης, του αναπόδραστου της ατομικής του φθοράς και του προσωπικού θανάτου, της μικρότητας και ασημαντότητας του, της τραγικά πεπερασμένης γνώσης του. Η αγωνία της ύπαρξης αμβλύνεται όταν κανείς καταφέρει, με οποιονδήποτε τρόπο, να υπερβεί νοητικά τον εαυτό του. Πως δεν είναι μόνος, πως υπάρχει κάτι μεγαλύτερο, πιο διαχρονικό και σπουδαίο, δυνάμει αθάνατο, στο οποίο εντασσόμενος υπερβαίνει την τραγική του μικρότητα, νιώθει ασφάλεια, εξασφαλίζει την αθανασία. Η πίστη στον πανάγαθο, παντογνώστη και προστάτη Θεό, στην υπέρτατη συμπαντική τάξη, τα αξεθώριαστα ιδανικά και τις μεγάλες αξίες αποτελεί συνήθως την απάντηση σε αυτή την ανάγκη.
Η εναντίωση στο μύθο.
Ο μύθος όπως τον έχουμε ορίσει προσφέρει κίνητρα ζωής, νοητική τάξη και ασφάλεια. Κανείς δεν εναντιώνεται σε αυτές τις προσφορές φυσικά. Οι αντιρρήσεις ή ενστάσεις θα μπορούσαν να είχαν κάποια από τις παρακάτω μορφές:
1. οι μύθοι δεν βοηθάνε αληθινά. Ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει με βασικό εφόδιο την ορμή της επιβίωσης, χωρίς μύθους. Αντίθετα, η ζωή που είναι γεμάτη μύθους κινδυνεύει κάθε στιγμή από τη διάψευση, την κατάρρευση τους που οδηγεί στην θλίψη, την μελαγχολία και την κενότητα
2. οι μύθοι είναι ψεύτικες ψυχονοητικές επινοήσεις μακράν της αλήθειας. Μια τίμια, παλικαρίσια στάση του ανθρώπου στη ζωή θα όφειλε παραμερίσει τους μύθους και να σταθεί απέναντι στην αλήθεια, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό.
Ας τις δούμε μια-μια.
1. Στο λιβάδι ξεχασμένος ένας γάιδαρος βοσκούσε…
το χορτάρι του βοσκούσε κι ήταν τρισευτυχισμένος…
το Θεό παρακαλούσε να είναι πάντα εκεί δεμένος
και να βόσκει όσο θα ζούσε ο καημένος.
Λέει το ποιηματάκι αυτό, του οποίου το συγγραφέα δεν θυμάμαι, που μας μάθανε στο δημοτικό σχολείο. Απ’ ότι φαίνεται, εμείς οι άνθρωποι δεν τα καταφέρνουμε να ζούμε τόσο αρμονικά, όσο φαντάζεται ο ποιητής ότι μπορεί να ζει ο γαϊδαράκος, πληρώνοντας απλά τις βασικές βιοτικές του ανάγκες. Αντίθετα λέγεται πως “Ο μόνος τρόπος να ζει και να πεθαίνει κανείς σαν άνθρωπος είναι να ζει και να πεθαίνει για ένα ιδανικό“. Προσωπικά δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να τεθώ υπέρ της επιστροφής στη “ζωώδη φύση” μας αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Όμως, “Η μοναδική ολιστική αρχή που συνδέει την πολλαπλότητα των ανθρωπίνων κινήτρων είναι η τάση να αναδυθεί μια νέα και υψηλότερη ανάγκη καθώς η κατώτερη ανάγκη πληρείται εφόσον ικανοποιείται επαρκώς” σημειώνει ο Abraham Maslow, υπενθυμίζοντάς μας πως όχι μόνο η ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών δεν είναι αρκετή για να εξασφαλίσει την γαλήνη στον άνθρωπο, αλλά ούτε κι η ικανοποίηση πολλών ακόμα συνθετότερων αναγκών. Κι ο μύθος είναι ο μοχλός που ωθεί προς αυτές τις υψηλότερες ανάγκες παρέχοντας τα κίνητρα. Γιατί χρειάζεται να μαγεύεται κανείς από την ζωγραφιά, τη μουσική, την ανακάλυψη για να τα κάνει. Κι αν το νευρικό μας σύστημα μάς παρέχει την δυνατότητα γι αυτό, ο μύθος είναι το αναγκαίο υποστήριγμα γιατί είναι πολύ δύσκολο να συνεχίζεις να υπηρετείς κάτι που θεωρείς ανούσιο, χωρίς νόημα, μάταιο.
Μπορούμε να υποθέσουμε πως ο άνθρωπος που θα πάσχιζε ασταμάτητα να βρει τροφή, τρόπους για να προφυλαχτεί από τις θεομηνίες και τα αρπακτικά ζώα, το πώς δηλαδή απλά θα επιβιώσει, δεν θα είχε καν το χρόνο για μύθους. Ίσως, όταν κανείς πεινά, διψά και αναζητά πώς θα αποφύγει τους διαρκείς κινδύνους που τον απειλούν, έχει κίνητρα ζωής και καθόλου χρόνο για μυθοπλασία και υπαρξιακά ερωτήματα. Παρά ταύτα όμως, όπως δείχνουν οι ζωγραφιές που βρέθηκαν σε σπηλιές από εποχές κατά τις οποίες οι άνθρωποι ζούσαν σε εξαιρετικά αντίξοες ακόμα συνθήκες, οι άνθρωποι φαίνεται πως αναπτύσσουν σύνθετες ανάγκες, όπως αυτή της τέχνης, πολύ πριν ικανοποιήσουν επαρκώς τις στοιχειώδεις. Οι άνθρωποι, εδώ και χιλιάδες χρόνια, και πολλοί ακόμα στις μέρες μας, είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν από το πρωί έως το βράδυ για να καταφέρουν να επιβιώσουν, κι ωστόσο οι θρησκευτικές δοξασίες, οι τελετουργίες, τα έθιμα, η τέχνη, η έρευνα, η δημιουργικότητα δεν είναι φυσικά καινούργιες επινοήσεις του χορτασμένου και έχοντος ελεύθερο χρόνο ανθρώπου. Φαίνεται δηλαδή πως ούτε κι αν γυρίζαμε στα πιο πρωτόγονα στάδια της ζωής του ανθρώπου στη γη δεν θα καταφέρναμε να απαλλαγούμε από την ανάγκη των μύθων. Μάλλον δεν υπάρχει κανένας τρόπος να ζήσουμε τόσο απλά όσο ο φανταστικός γαϊδαράκος του ποιήματος.
Είναι αλήθεια πως η αποδοχή των μύθων που δίνουν πνοή στη δράση και τακτοποιούν το σύμπαν ενέχει τον μεγάλο κίνδυνο της κατάρρευσης τους. Είναι οι στιγμές που κανείς χάνει την πίστη στην προσωπική του αξία, στο θεό του, στα μεγάλα ιδανικά κι σε ό,τι μοιάζει να δίνει νόημα στη ζωή του. Κι είναι τότε που το παγερό πρόσωπο της κατάθλιψης ελλοχεύει. Θα μπορούσε όμως κανείς να δει την κατάρρευση ενός μύθου ως την κατάρρευση αυτού, του συγκεκριμένου μύθου, απόρροια ακόμα της κακής στιγμής, και να μην τα βάλει με το Μύθο γενικά. Αν ο αέρας πάρει ένα ελλιπώς στηριγμένο κατάλυμα ή ο σεισμός ρίξει ένα σπίτι που δεν είναι καλά θεμελιωμένο, δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρχει πια πού την κεφαλή κλίναι επί της γης. Θα μπορούσε απλά να σημαίνει πως οι επιλογές ήταν κακές, πως χρειάζονται αλλαγές. Τι είναι κακή επιλογή για μια οικοδομή φυσικά είναι πιο εύκολο να διαπιστωθεί από τι είναι κακή επιλογή ενός μύθου. Αυτό όμως θα μας απασχολήσει διεξοδικά παρακάτω, όταν θα αναζητήσουμε τις έννοιες του βέβηλου και του ιερού.
2. Ο μύθος της προσωπικής επιτυχίας ενός ατόμου μπορεί να φαίνεται ως μια απολύτως ψευδής προσδοκία: ένας ηλίθιος που ονειρεύεται τον εαυτό του να πετυχαίνει ό,τι μια μεγαλοφυΐα, ένας ατάλαντος που στοχεύει στο υψηλότερο σκαλί του καλλιτεχνικού ή του αθλητικού βάθρου, ένας άνθρωπος μετρίων δυνατοτήτων που θέλει να κυβερνήσει, να πλουτίσει, να κατακτήσει. Αφήνοντας για αργότερα την αξιολόγηση του πόσο καλό είναι αυτό για το ίδιο το άτομο, φαίνεται πως ο ψύχραιμος εξωτερικός παρατηρητής δύσκολα θα απέφευγε να χαρακτηρίσει ως απατηλούς και χωρίς καμιά σχέση με την πραγματικότητα τους ανωτέρω μύθους. Μια προσεκτική όμως προσέγγιση μπορεί να μας φανερώσει πως τα πράγματα δεν είναι διόλου απλά.
Κατ’ αρχήν, είναι γεγονός πως οι άνθρωποι συνήθως διαμορφώνουν τους μύθους των προσωπικών τους επιτυχιών σε συνάρτηση με το τι τους έχει δείξει η εμπειρία τους ότι είναι ικανοί να κάνουν και ίσως με εσώτερα ισχυρά κίνητρα και ορμές που βρίσκονται σε μια γενικά σωστή κατεύθυνση. Ένας άνθρωπος δηλαδή που δεν αντέχει να διαβάσει ή να γράψει μια σελίδα, πολύ δύσκολα θα φαντάζεται τον εαυτό του ως επιτυχημένο διανοούμενο, όπως ένας άνθρωπος που δεν αντέχει να τρέξει 20 μέτρα είναι πιθανότερο πως δεν θα φαντάζεται τον εαυτό του ως μαραθωνοδρόμο. Συνήθως οι άνθρωποι φαντάζονται πως μπορεί να πετύχουν πράγματα τα οποία έχουν τουλάχιστον ελάχιστες πιθανότητες να πετύχουν.
Στη συνέχεια, επισκοπώντας κανείς τους επιτυχημένους στους διάφορους χώρους, με την πρώτη κιόλας ματιά μπορεί να διαπιστώσει μια μεγάλη γκάμα και ανομοιογένεια. Δεν υπάρχει ούτε ένας χώρος δραστηριοτήτων όπου θα μπορούσαν να προγραφούν τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις του επιτυχημένου και που θα ήταν χρήσιμα για πρόβλεψη ποιος πρόκειται να πετύχει ή όχι. Υπάρχει δυνατότητα να διακριθεί το πιθανότερο ή το λιγότερο πιθανό αλλά σπάνια μπορεί να αποκλειστεί κάτι ως απίθανο. Παρ’ ότι δηλαδή είναι πιθανότερο να επιτύχει καριέρα τηλεοπτικού σταρ η όμορφη σεξουαλική γατούλα, όλοι ξέρουμε πόσες άσχημες πέτυχαν επίσης· παρ’ ότι στο μπάσκετ ευνοούνται οι ψηλοί, είναι πάρα πολλοί οι κοντοί παίκτες που έχουν διαπρέψει· παρ’ ότι τα παιδιά θαύματα έχουν διανοητικές ικανότητες που φαίνεται να τους ανοίγουν τους δρόμους, τεράστια επιτεύγματα έχουν πραγματωθεί από ανθρώπους που φαίνονταν μετριότητες ή ασήμαντοι. Ο καλλιτεχνικός προαγωγός κάνει ίσως καλά να προτιμάει τις όμορφες σεξουαλικές, ο κυνηγός ταλέντων του μπάσκετ να ψάχνει για ψηλούς παίκτες και τα πανεπιστήμια να προωθούν τα παιδιά θαύματα, όμως οι “μετριότητες” έχουν επίσης τις δικές του πιθανότητες. Μικρές είναι κι οι πιθανότητες κάποιου να κερδίσει τον πρώτο αριθμό του λαχείου και να γίνει δισεκατομμυριούχος, δεν είναι όμως μηδενικές. Αυτό υποδεικνύει πως ακόμα κι αυτός ο μύθος του πεινασμένου ότι μπορεί να γίνει δισεκατομμυριούχος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ψευδής και γι αυτό βλέπουμε τους ανθρώπους να παίζουν με πάθος τυχερά παιχνίδια ακόμα και για μια ολόκληρη ζωή.
Το γεγονός ότι ο Jordan δεν είχε καταφέρει να τον πάρουν ούτε στην ομάδα μπάσκετ του γυμνασίου του, κι ο Einstein των τόσων αποτυχιών στα νεανικά του χρόνια δεν μπορούσε να βρει μια θέση ερευνητή, αποδεικνύει πως οι δρόμοι για την επιτυχία είναι τόσο απερίγραπτοι που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει για ποιον είναι κλειστοί. Είμαστε όλοι μάρτυρες πλήθους φερέλπιδων νέων που διέψευσαν κάθε προσδοκία, και μεγάλων επιτυχιών από ανθρώπους που κανείς δεν τους είχε ικανούς γι αυτές. Ποια φυσιολογική δεξιότητα, νοητική ικανότητα ή ψυχικό χαρακτηριστικό αναδεικνύεται ως κυρίαρχο και καθορίζει την επιτυχία σε κάθε συγκεκριμένη χωροχρονική συγκυρία είναι αδύνατο να προκαθοριστεί λόγω της τεράστιας πολυπλοκότητας των αλληλεπιδρόντων παραγόντων.
Χωρίς αμφιβολία, η πραγματικότητα παρέχει ελάχιστα τη δυνατότητα του χαρακτηρισμού του μύθου της προσωπικής επιτυχίας ενός ατόμου ως ψευδή. Όταν μάλιστα, η πίστη του ατόμου στους μύθους του είναι από τους πλέον σημαντικούς παράγοντες για την επιτυχία, γιατί παρέχει το κίνητρο, τη ζέση, την ψυχική δύναμη που χρειάζεται κανείς για να υπερβεί δυσκολίες και να αντέξει σε αντιξοότητες, κανείς σώφρων δεν θα ήθελε να μείνει στην ιστορία όπως έμεινε ο καθηγητής των ελληνικών του Einstein που είχε πει “εσύ παιδί μου δεν πρόκειται να κάνεις τίποτε σημαντικό στη ζωή σου”.
Με ανάλογα αλλά και επιπλέον επιχειρήματα μπορούμε να δείξουμε πως και οι μύθοι που αφορούν σε ομάδες, εθνότητες, λαούς, ομόθρησκους, ομοϊδεάτες κλπ αφενός αποτελούν κίνητρα εξαιρετικών επιδόσεων τους και πως χωρίς μύθους συνοχής και μεγαλείου δεν υπάρχουν συλλογικά κατορθώματα, και αφετέρου πως είναι δύσκολο να κριθούν τελεσίδικα ως ψευδείς οι οποιοιδήποτε μύθοι. Όμως, αν και ακόμα δεν έχουμε περάσει στην αξιολόγηση, όταν αναφερόμαστε στους μύθους που αφορούν ομάδες οφείλουμε να είμαστε πολύ περισσότερο ευαίσθητοι, ενθυμούμενοι την διαπίστωση του Arthur Koestler πως ο εγωισμός των ομάδων υπήρξε στην ιστορία πρόξενος των μεγαλύτερων καταστροφών και φρικαλεοτήτων. Εν προκειμένω λοιπόν, τις ρατσιστικές πεποιθήσεις μιας ομάδας ανθρώπων περί γενετικής τους ανωτερότητας, εκλεκτών του Θεού, ιερών εδαφών και δικαιωμάτων, σπουδαιότητας της φανέλας του δικού τους ποδοσφαιρικού συλλόγου κλπ, δεν μπορώ να τις δω με την ίδια ματιά που είδα την πίστη ενός ατόμου στις προσωπικές του δυνατότητες. Μεθοδολογικά, θα έπρεπε να αναπτύξω επιχειρήματα που να δείχνουν πως ακόμα κι ο μύθος της γενετικής ανωτερότητας θα μπορούσε να έχει κάποια βάση αν επρόκειτο, ας πούμε, για κάποιο ρυθμιστικό γονίδιο που απαντιέται σε μεγαλύτερη συχνότητα στον συγκεκριμένο πληθυσμό και σχετίζεται με κάποια σημαντική νευρολογική δομή που δεν είναι καθόλου εύκολο να εντοπιστεί. Πως δεν είναι εύκολο να εξοβελιστεί ως ψευδής ο μύθος της οποιασδήποτε ομάδας, οσοδήποτε παράξενος κι αν ακούγεται, όταν ακόμα κι από τους επιστήμονες έχουν διατυπωθεί εικασίες όπως εκείνη της πανσπερμίας. Παρά ταύτα, μιλώντας για τους μύθους ομάδας, από οποιαδήποτε πλευρά και να εξετάζουμε το θέμα, δεν είναι εύκολο να ξεχάσουμε την αξιολογική τους διάσταση, το πόσα δεινά δηλαδή έχουν φορτώσει την ανθρωπότητα, και να μη νιώθουμε ως απεχθές κάθε επιχείρημα που μπορεί να τους αποδίδει ακόμα και ελάχιστη πιθανότητα να μην είναι ψευδείς. Ωστόσο, είναι ίσως καλύτερο να δεχθούμε πως κι αν ακόμα ένας μύθος ανωτερότητας ομάδας ισχύει, αυτό δεν δικαιώνει τις πράξεις βίας ενάντια σε καμιά άλλη υποδεέστερη ομάδα. Δεν πειράζει και πολύ να πιστεύεις πως οι Έλληνες έχουμε καλύτερα χαρακτηριστικά από τους άλλους λαούς των Βαλκανίων, εφόσον αναγνωρίζεις ίσα δικαιώματα σε αυτούς, ακόμα και το δικαίωμα να πιστεύουν πως είναι αυτοί ο καλύτερος λαός.
Όσον αφορά τέλος την κρίση περί του αληθούς ή ψευδούς των μύθων ερμηνείας και τακτοποίησης, από πρώτη ματιά φαίνεται πως θα πρέπει να είναι ευκολότερη, εφόσον κάθε δοξασία περί του Σύμπαντος δεν μπορεί να είναι αληθής.
Η άποψη που θα υποστηρίξω, πως δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε αυτή η κρίση, οφείλει να αντιμετωπίσει κατ’ αρχήν τη δικαιολογημένη επιφύλαξη πως ίσως με αυτό τον τρόπο εισάγεται ένας διαλυτικός σχετικισμός που δεν αναγνωρίζει πουθενά τη διάκριση σωστού-λάθους. Δεν είναι όμως έτσι. Οπωσδήποτε το σωστό και το λάθος μπορούν να διακριθούν σε πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις και αναμφίβολα η επιστημονική μέθοδος είναι η καλύτερη μέθοδος για αυτή τη δουλειά. Αυτό όμως που συμβαίνει με τα προϊόντα της δικής μας τεχνολογίας και μας γελάει, αν π.χ. είναι κομμένο ένα καλώδιο ή καμένη μια λάμπα που είναι αυστηρά προσδιορίσιμο, αυτή η αποφαντική ευκολία περιορίζεται όταν μεταβαίνουμε σε περισσότερο αφηρημένο, επεξηγηματικό-ερμηνευτικό επίπεδο. Θυμίζω για παράδειγμα τις περιπέτειες των θεωριών για τη φύση του φωτός όπου οι σωματιδιακές και κυματικές θεωρίες έχουν εναλλαχθεί στην ιστορία με κατηγορηματικό τρόπο και το σημερινό μοντέλο δέχεται μια υβριδική κυματο-σωματιδιακή φύση, που στην πραγματικότητα κανείς δεν έχει ιδέα τι στ’ αλήθεια σημαίνει. Φυσικά και πάλι η ψευδαίσθηση πως αυτό είναι το τελεσίδικο μοντέλο δέχεται νέα πίεση: “Ίσως να πιστεύετε ότι έχουμε προ πολλού ξεκαθαρίσει τα πάντα γύρω από το φως… Παρ’ όλα αυτά, μπλεγμένο μέσα στη θεωρία υπάρχει ένα φαινόμενο που οι φυσικοί ακόμη αγωνίζονται να το εξιχνιάσουν… οι φωτεινές ακτίνες μπορεί επίσης να έχουν τροχιακή στροφορμή… (Scientific Amer. Ιανουάριος 2004)”. Κι αυτό δεν αφορά βέβαια μόνο τη φύση του φωτός. Πιθανώς, δεν υπάρχει ούτε ένα σοβαρό πρόβλημα κατανόησης που να έχουμε καταφέρει να απαντήσουμε ολοκληρωμένα. Ας αναλογιστούμε πόσο άγνωστη είναι η γνωστότατη βαρύτητα, αλλά και πόσο ανεπαρκείς είναι οι θεωρούμενες ολοκληρωμένες απαντήσεις όπως π.χ. για το ποιες είναι οι επιτρεπτές τροχιές των ηλεκτρονίων στα άτομα· η απάντηση, όταν πληρούν τη συνθήκη του Bohr, γεννάει περισσότερα θεωρητικά απ’ όσα πρακτικά προβλήματα λύνει.
Ισχυρίζομαι πως η σαφήνεια της διάκρισης σωστού λάθους ξεφτίζει όσο μεταβαίνουμε από το συγκεκριμένο, τοπικά-χρονικά, στο αφηρημένο και ερμηνευτικό. Για παράδειγμα, στο γιατί τα ηλεκτρόνια κινούνται σε τροχιές που είναι ακέραια πολλαπλάσια του h (σταθεράς του Plank), οι απαντήσεις: α. γιατί γενικότερα η φύση περιγράφεται από μαθηματικά και β. γιατί ο Θεός είναι μαθηματικός, από πλευράς ερμηνευτικής ισχύος είναι ταυτόσημες. Αν κανείς συνυπολογίσει τα εξαιρετικά σύγχρονα ερωτήματα, όπως: τι είναι η σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια, τα σωματίδια-κόμποι του χωρόχρονου (P.W. Atkins) τα κυματο-σωματιδιακά φαντάσματα, που υποβιβάζουν την υλική υπόσταση σε μια αφηρημένη κατάσταση (Π. Λιγομενίδης), ή ακαριαία αλληλεπίδραση από απόσταση χωρίς αποστολή πληροφορίας, το κβαντικό κενό που “βράζει” από συνεχείς και βίαιες ταλαντώσεις, τα παράλληλα σύμπαντα και οι πολλές διαστάσεις, θα πρέπει να δεχθεί πως οι μυστικοί και οι φυσικοί ίσως δεν ήταν ποτέ πιο κοντά απ’ ότι στις μέρες μας.
Σε καμιά περίπτωση δεν διατυπώνω αγνωστικιστική βεβαιότητα, η οποία κατά τη γνώμη μου, είναι τόσο αυθαίρετη όσο και η πίστη της γνωσιμότητας των πάντων. Αυτό που ξέρω είναι πως αν έχουμε την ανάγκη κατανόησης και της διατύπωσης καθολικών θεωριών, κάνουμε πολύ καλά να προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να διατυπώνουμε θεωρίες. Ωριμάζοντας όμως είναι καλό να θυμόμαστε πως άλλο είναι να “βλέπουμε” αυθορμήτως, με εναντιομορφική ισχύ, ως απολύτως αληθινή την θεωρία μας κι άλλο να αδυνατούμε λογικά να αναγνωρίσουμε πως είναι δυνατό να υπάρχουν εναλλακτικές ερμηνείες ή να σφάλουμε. Όπως δηλαδή, όταν βλέπουμε τον κύβο του Necker μπορεί να βλέπουμε μόνο τη μια από τις πιθανές διατάξεις του, κι αυτό θα παραμείνει ό,τι κι αν κάνουμε, όμως ταυτόχρονα μπορούμε να έχουμε τη γνώση πως παρ’ ότι δεν είμαστε σε θέση να βλέπουμε τις άλλες εκδοχές, αυτές υπάρχουν. Είτε όπως όλοι οι μεγάλοι μυστικοί που αναγνώριζαν την δυνατότητα του πιστού της διαφορετικής θρησκείας να έχει φτάσει, από άλλο δρόμο, όπου έφτασαν κι αυτοί.
Η αλήθεια είναι πως ζούμε σε μια πραγματικότητα και ένα Σύμπαν τόσο ανοικτά σε θεωρίες, οι οποίες μπορεί να ανταποκρίνονται σε κάποιο βαθμό σε αυτό που διαδραματίζεται εκεί έξω, που είναι πολύ δύσκολο να αποκλειστεί κατηγορηματικά οποιαδήποτε. Η ατομική θεωρία του Δημόκριτου φαίνεται να δικαιώνεται από τη σύγχρονη ατομική φυσική. Οι αντιλήψεις των ανατολικών θρησκειών περί ενότητας και αλληλεπίδρασης των πάντων φαίνεται να δικαιώνονται από τις σύγχρονες μεγάλες θεωρίες ενοποίησης της φυσικής. Ποιος είναι άραγε σε θέση να αποκλείσει πως νέες αποκαλύψεις δεν θα δικαίωναν τις μυστικιστικές απόψεις των Πυθαγορείων ή του Πλάτωνα φέρνοντας κοντά στους κόσμους των αριθμών και των ιδεών οντότητες όπως οι υπερχορδές, το δημιουργικό κβαντικό κενό ή κάτι άλλο άγνωστο ως σήμερα; Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, πρέπει να παραδεχθούμε πως ακόμα και η φαινομένη σήμερα ως παντελώς τρελή δοξασία κάποιου είναι πιθανό να αποδειχθεί αύριο πως βρίσκονταν με κάποιο τρόπο κοντύτερα στην αλήθεια από την “ορθή” σημερινή μας πίστη. Ας σκεφθούμε μόνο πώς θα φαίνονταν στους σύγχρονούς του ο πρωτόγονος που θα έλεγε πως η Γη έχει σχήμα όπως μια καρύδα και δεν είναι επίπεδη. Αν κανείς δεν γελάει όταν οι φυσικοί διατυπώνουν τις πιο παράξενες θεωρίες για πολλαπλά σύμπαντα και διαστάσεις, ομοίως δεν θα πρέπει να χλευάζει για κανένα μύθο τακτοποίησης από οποιονδήποτε κι αν διατυπώνεται. Γιατί, επιπροσθέτως, δεν μπορούμε εκ προοιμίου να θεωρήσουμε πως κάποιος είναι ανίκανος να έχει μια θεωρία που να είναι στη σωστή κατεύθυνση. Αν θυμηθούμε τις εκπληκτικές ικανότητες των ηλιθίων κατά τα άλλα διδύμων που περιγράφει ο Όλιβερ Σακς, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ούτε την εκδοχή να ανοίγεται ένα ιδιαίτερο κανάλι κατανόησης της πραγματικότητας ακόμα και από κάποια φαινομένη ψυχοπαθολογική κατάσταση, που τελικά σημαίνει πως πρέπει να παραδεχθούμε πως ξέρουμε ελάχιστα για το ποιος είναι ικανός να κάνει τι.
Αποφαντικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως το γεγονός ότι η πραγματικότητα είναι τόσο πολύπλοκη και δυσπροσπέλαστη στις μικρές ανθρώπινες δυνατότητες κατανόησης, δεν αποκλείει να αποδειχθούν ορθές, θεωρήσεις, που σήμερα ούτε να φανταστούμε δεν μπορούμε, κι αυτό σημαίνει πως κανένας ερμηνευτικός και ταξιθετικός μύθος, από όποιον και να διατυπώνεται, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορηματικά ως ψευδής. Η επιστήμη όχι μόνο δεν είναι σε θέση να διακρίνει τους μύθους σε αληθείς και ψευδείς, όχι μόνο δεν δικαιούται να αποκλείει κάθε “μη επιστημονική” ερμηνεία ως αναληθή, αλλά, στο μέτρο που και η ίδια επιχειρεί να δώσει καθολικές ερμηνείες καθίσταται μυθολογία, όχι πάντα πιο έγκυρη από τις υπόλοιπες. Η πραγματικότητα είναι απόλυτα ανοικτή στο μύθο.
Αξιολόγηση: το ιερό και το βέβηλο
Στο σημαντικό βιβλίο του Mircea Eliade που φέρει τον τίτλο “Το ιερό και το βέβηλο”, ο συγγραφέας δεν δίνει κάποιους σαφείς ορισμούς για το τι ονομάζει ιερό και τι βέβηλο. Ας παρακολουθήσουμε όμως την σκέψη του: “…το Ιερό είναι το πραγματικό par excellence. Ό,τι ανήκει στη σφαίρα του κοσμικού, δεν παίρνει μέρος στην ύπαρξη, γιατί το κοσμολογικό δεν θεμελιώθηκε οντολογικά από κανένα μύθο και δεν κατέχει κανένα υποδειγματικό μοντέλο. Έτσι είναι, όπως θα δούμε, η καλλιέργεια του αγρού, μια τελετουργία που αποκάλυψαν οι θεοί ή οι εκπολιτιστές ήρωες και γι αυτό μια πραγματική και ταυτόχρονα σημαντική πράξη. Ας σκεφτούμε σε σύγκριση, την καλλιέργεια του αγρού σε μια αποϊερωμένη κοινωνία, όπου αυτή έχει καταντήσει μια κοσμική, μια πράξη που δικαιολογείται μόνο από το κέρδος: η γη οργώνεται μόνο για εκμετάλλευση, για να βγάλουμε απ’ αυτή κέρδος και τροφή. Απογυμνωμένη από το θρησκευτικό της συμβολισμό, η αγροτική εργασία γίνεται “αδιαφανής” και φθοροποιός. Δεν αποκαλύπτει τίποτε σημαντικό πια, δεν επιτρέπει ένα άνοιγμα προς το συμπαντικό, προς τον κόσμο του πνεύματος. Όλα όσα έκαναν κάποτε οι θεοί και οι πρόγονοι, όλα όσα δηλαδή αφηγούνται οι μύθοι για τη δημιουργική τους δραστηριότητα, ανήκει στη σφαίρα του Ιερού και γι αυτό συμμετέχει στην ύπαρξη. Αντίθετα, όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς μυθικό μοντέλο, ανήκουν στη σφαίρα του κοσμικού. Γι αυτό και είναι ευτελείς και απατηλές και τελικά μη πραγματικές πράξεις.” (σελ. 86) Αλλού αναφέρει: “…δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να ερμηνεύσουμε την περιοδική επιστροφή στον ιερό χρόνο της αρχής ως μια άρνηση του πραγματικού κόσμου και ως φυγή στο όνειρο και τη φαντασίωση. Αντιθέτως, μας φαίνεται ότι εδώ μέσα παρουσιάζεται η οντολογική μανία, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου της πρωτόγονης και αρχαϊκής κοινωνίας… Σε υπαρξιακό επίπεδο εκφράζεται αυτό στη βεβαιότητα ότι μπορεί κανείς να ξαναρχίζει τη ζωή συνέχεια με ένα μέγιστο δυναμικό σε “ευκαιρίες”" (σελ.84-85)
Δεν ξέρω κανένα που να διαφωνεί με την άποψη πως η βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει πως ο χώρος είναι “ανοιχτός προς τα επάνω” δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο της πρωτόγονης και αρχαϊκής κοινωνίας αλλά και τον σημερινό. Τα τεράστια ποσοστά των θρησκευόμενων, ακόμα και σε χώρες όπου η θρησκευτικότητα δεν προωθούνταν ή και αποθαρρύνονταν από το κράτος, οι πάμπολλες μυστικιστικές δοξασίες που ξεφυτρώνουν από παντού, οι υπερβατικοί κοινωνικοί και πολιτικοί στόχοι, η θρησκευτικότητα επιστημόνων και διανοητών με αντιθρησκευτική τυπικά θέση αποτελούν απόδειξη για του λόγου το αληθές.
Ο μύθος λοιπόν επειδή μπορεί να προσφέρει νόημα, κίνητρα για δράση, τάξη και αίσθημα ασφάλειας ήταν και παραμένει πολύτιμος στη ζωή του ανθρώπου. “Πόσο ανακουφιστικό να ξέρεις ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει ένας αληθινός, γνήσιος, καθορισμένος, προσχεδιασμένος σκοπός ζωής κι όχι απλώς το άυλο φάντασμα ενός επινοημένου σκοπού ζωής…” (Irvin Yalom, Θρησκεία και Ψυχιατρική, σελ. 27). Χρειαζόμαστε το μύθο, είναι αυτός ευεργετικός πολλαπλά για την ψυχική μας ισορροπία, αυτό όμως δεν σημαίνει πως μπορούμε να πιστεύουμε σε οτιδήποτε, απλά και μόνο επειδή νιώθουμε πως θα ήταν καλό για μας, και επειδή είναι δύσκολο να απορριφθεί η πλάνη της δοξασίας μας. Δεχόμενοι πως ιερό είναι ό,τι αφήνει το χώρο “ανοιχτό προς τα πάνω”, θα επαναπροσδιορίσουμε το ιερό ως εκείνο που μας ωθεί στο να πιστέψουμε αληθινά και να αποδεχθούμε βαθιά τους νοηματοδότες μύθους, και βέβηλο οτιδήποτε ξεφτίζει την πίστη σε μύθους και μας αφήνει έκθετους στην έλλειψη νοήματος.
Προφανώς, το τι μπορεί να πείθει κάποιον και τι τον απομακρύνει από το μύθο, δεν είναι ίδιο με εκείνο που πείθει ή απομακρύνει κάποιον άλλον. Προσωπικότητα, καλλιέργεια, πολιτισμικές παραδόσεις κι ένα πλήθος άλλων παραγόντων, μεταξύ των οποίων και πολλοί τυχαίοι, είναι υπεύθυνοι για τις τεράστιες διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των ανθρώπων. Κάτι που ένας το βρίσκει χυδαίο και ανόητο, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι συναρπαστικό· μια πίστη ή δοξασία που στον ένα φαίνεται γελοία, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι έμπνευση και νόημα ζωής. Αναπόδραστα λοιπόν, ο προβληματισμός που θα αναπτύξουμε εδώ για το ιερό και το βέβηλο, δεν μπορεί παρά να αφορά βασικά ανθρώπους που έχουμε περισσότερα κοινά πολιτισμικά στοιχεία από το ότι γεννηθήκαμε μέσα στο σώμα της μάνας και δεχθήκαμε φροντίδα στα ανήμπορα παιδικά μας χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω πως η διάκριση ιερού και βέβηλου έχει νόημα για κάθε πολιτισμό και θα μπορούσε να “μεταφραστεί” στις εκάστοτε δικές του συνθήκες, πάντα υπό το πρίσμα του τι αφήνει ανοικτούς τους ορίζοντες του μύθου και τι τους κλείνει, τι δηλαδή κάνει την ζωή να φαίνεται γεμάτη νοήματα, σημασίες, αξίες και τι την κάνει να φαίνεται κλειστή, μάταιη, ανάξια λόγου.
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε περισσότερο στο τι είναι ιερό και τι βέβηλο στις μέρες μας και για τον ολοένα και παγκοσμιότερο δυτικό πολιτισμό μας, θα αναφερθούμε στον καταναλωτισμό και την ύβρη, και θα αναλύσουμε περισσότερο τον εγωκεντρισμό και την “επιστημονική αντίληψη των πραγμάτων”.
Ο καταναλωτισμός
Η καταναλωτική στάση ζωής έχει βρεθεί στο στόχαστρο πολλών κοινωνιολογικών προσεγγίσεων, κυρίως οικολογικού προσανατολισμού. Δεν έχει νόημα να επαναλάβει κανείς σκέψεις σημαντικές μεν, κοινότυπες δε. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί εδώ είναι πως ο καταναλωτισμός είναι μια σαφώς βέβηλη στάση ζωής αφού φαίνεται να υποδεικνύει πως αυτό που έχει σημασία για τον άνθρωπο είναι ό,τι προλάβει να φάει, να πιει, να καταναλώσει, να απολαύσει. Αν αυτά όμως είναι οι αξίες της ζωής, τότε δεν υπάρχει καμιά κρυφή σημασία, όλα εξαντλούνται στο εφήμερο και το υλικό.
Είναι αλήθεια, πως δεν θα βρει κανείς αληθινούς θεωρητικούς του καταναλωτισμού, διανοούμενους δηλαδή που να υποστηρίζουν με επιχειρήματα τον καταναλωτισμό ως στάση ζωής. Στην πράξη όμως, ένα πλήθος ανθρώπων διέπονται από την αυθόρμητη αυτή “φιλοσοφία” που είναι απότοκη ενός οικονομικού συστήματος που στηρίζεται ακριβώς στον καταναλωτισμό για να υπάρξει.
Οι αντιρρήσεις ως προς τους καταναλωτικούς “μύθους”, όπως του λαμπερού αυτοκινήτου, του επωνύμου ρούχου, του πολυτελούς σπιτιού, αλλά και των τουριστικών ταξιδιών, της συλλογής έργων τέχνης, της κατάκτησης της glamorous γκόμενας της ηδονοθηρίας κλπ, αφορούν και στην ψυχολογία του ατόμου και δεν περιορίζονται στο επίπεδο της οικολογίας και της κοινωνιολογίας, όπου είναι τω όντι ιδιαίτερα τεκμηριωμένες και μάλλον γνωστές. Η καταναλωτική στάση ζωής καταδικάζει το άτομο σε μια ζωή χωρίς βαθύτερο νόημα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει στην ψυχική γαλήνη. Δεν είναι τόσο που ο κάθε καταναλωτικός στόχος που επιτυγχάνεται, ευθύς ως επιτευχθεί, φαντάζει μικρός και πρέπει να αντικατασταθεί από άλλον, εφόσον η κάθε πραγματωμένη ανάγκη κι όχι μόνο η καταναλωτική αντικαθίσταται από κάποια νέα, όσο η αίσθηση της εξαιρετικής ματαιότητας που αναπόδραστα συνοδεύει τον καταναλωτισμό. Η λαϊκή ρήση “Τα σάβανα δεν έχουν τσέπες”, υποδεικνύει με σαφήνεια πως τα υλικά αγαθά, η ηδονοθηρία και η κάθε είδους κατανάλωση δεν μπορεί να είναι παρά πρόσκαιρος διασκεδασμός της μεγάλης ανάγκης για νόημα, σκοπό και τάξη.
Στην πραγματικότητα, οι καταναλωτικοί “μύθοι” δεν αποτελούν σε καμιά περίπτωση αληθινούς μύθους, με την έννοια του μύθου που εξ’ αρχής δώσαμε, του νοηματοδότη και ταξιθέτη· αντίθετα, στρέφοντας το άτομο σε καθημερινές δραστηριότητες που απαιτούν χρόνο και προσπάθεια το απομακρύνουν από εκείνες τις ενασχολήσεις που θα μπορούσαν να αναδείξουν τους μύθους που περισσότερο χρειάζεται και το αφήνουν έκθετο στην έλλειψη νοήματος. Στο πίσω μέρος του μυαλού του, ο καταναλωτικός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται: “γιατί άραγε όλα αυτά;” και να αγωνίζεται να κρατήσει αυτά τα ερωτήματα εκεί, στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Η ύβρις
Δεν είμαι καλλιτέχνης και μια διεξοδική περιγραφή του τι είναι υβριστικό στην τέχνη, τι είναι κιτς και χυδαίο είναι πολύ πέραν των δυνατοτήτων μου. Δεν νιώθω ικανός να πω σχεδόν τίποτε για το πού τελειώνει η τέχνη και πού αρχίζει η πορνογραφία. Παρ’ ότι όμως τέτοιου είδους καθαρές διακρίσεις είναι μάλλον ανέφικτες και για τους ειδικούς, αναμφίβολα οι άνθρωποι κάθε πολιτισμού θα μπορούσαν να πουν τι είναι γι αυτούς χυδαίο και τι όμορφο. Η αναφορά μου στο θέμα δεν γίνεται φυσικά για να δηλώσω την άγνοιά μου. Αυτό που εδώ θέλω να σημειώσω είναι πως ό,τι εν πρώτοις μπορεί να κεντρίζει την προσοχή, και να ερεθίζει τις αισθήσεις, απευθυνόμενο σε ενστικτώδεις μηχανισμούς και χρησιμοποιώντας κάποια στοιχεία από την εκάστοτε κουλτούρα, αν σε ένα δεύτερο επίπεδο οδηγεί στην αποστροφή και την αηδία, είναι βέβηλο, παρ’ ότι μπορεί εν πρώτοις να μοιάζει ιερό, ως εξυμνητικό του μύθου.
Χυδαιότητα, χοντροκοπιά, τραχύτητα, απλοϊκότητα, υποκρισία μπορεί να είναι ορισμένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το βέβηλο που μας απομακρύνει τελικά από το μύθο. “Μου πιάνεται η ψυχή ν’ ακούω έναν τριχωτό ρωμαλέο τύπο περιχυμένο πούδρες να κατασπαράζει ένα πάθος. Να το δαγκώνει με λύσσα. Να ξεκουφαίνει τους εξώστες όπου ποτέ δεν φτάνει κανένα νόημα. Μονάχα οι πόζες και η βοή…” λέει ο Shakespeare μέσω του Άμλετ.
Η ύβρις μπορεί να γίνει ευκολότερα κατανοητή στον έρωτα. Η κοπέλα ενός παλιού συμφοιτητή μου έλεγε πως αν έπαυε να νιώθει πως της κόβονται τα πόδια από τη συγκίνηση, όταν θα άκουγε τον φίλο της να ανεβαίνει τη σκάλα, θα έπρεπε να τον χωρίσει. Αυτή η υβριστική αντίληψη, που οδηγεί στην αποστέρηση του μύθου του έρωτα, είναι κατά τη γνώμη μου βέβηλη.
Χωρίς αμφιβολία, ο έρωτας αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους μύθους, που όπως έχουμε αναφέρει μπορεί να συνεισφέρει τόσο στις αυτεπιβεβαιωτικές όσο και τις αυτοϋπερβατικές ανάγκες του ανθρώπου. Μπορεί με τον πιο αυθαίρετο τρόπο να γεμίσει με νόημα τη ζωή και να προσφέρει ατέλειωτα κίνητρα για δράση, να είναι πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
Ταυτόχρονα, επειδή η επιθυμία ταύτισης με ένα άλλο άτομο πατάει στη νηπιακή μνήμη που ο καθένας ήταν ένα με τη μητέρα και τείνει να αναπαράγει όλα τα εξαρτησιακά στοιχεία εκείνης της εποχής, ο έρωτας, ανάμεσα στα άλλα, είναι και μια τάση επιστροφής προς τα πίσω, μια παλινδρόμηση θα έλεγαν κάποιοι, με αρκετά στοιχεία που προσιδιάζουν στην ψυχοπαθολογία. Γι αυτό, ο έρωτας είναι δυνατό να οδηγήσει σε συντριβή, σε καταστροφές και δυστυχία.
Για τον έρωτα, ιερό θα μπορούσε να θεωρηθεί ό,τι τον κάνει να φαίνεται δυνατός να υπάρξει, ό,τι ενισχύει τα ευεργετήματά του στον άνθρωπο κι ό,τι περιορίζει τις πολύ αρνητικές συνέπειές του. Υπ’ αυτήν την έννοια, είναι βέβηλη η στάση της κοπέλας που προαναφέραμε γιατί αναπόδραστα οδηγεί στη γρήγορη διάψευση και στον ξεπεσμό του έρωτά της· παρ’ ότι φαίνεται λατρευτική, είναι ουσιαστικά απαξιωτική του έρωτα. Βέβηλη κι όχι ιερή είναι επίσης η ερωτική υποκουλτούρα που εξυμνεί τα παθολογικά, εξαρτησιακά και κτητικά στοιχεία του έρωτα οδηγώντας στον αφανισμό του, τη ματαίωση, τη δυστυχία ή ακόμα και το έγκλημα: “Δεν σε αφήνω, κύκλος γίνομαι και κλείνω…”, “Σίγουρα θα πάμε μια και φτάσαμε ως εκεί, εσύ στο χώμα κι εγώ στη φυλακή…”, “Χωρίς εσένα όμως εγώ πεθαίνω και δεν με νοιάζει τίποτε σε αυτή τη ζωή μόνο να είμαστε μαζί”.
Αντίθετα, όπως λέει κι ο Shakespeare στην ίδια σκηνή του Άμλετ, που προαναφέραμε: “Σε όλα να έχετε ένα κράτημα. Να κρατιέστε γερά στον χείμαρρο την τρικυμία, τον χαλασμό αν έτσι νιώθετε, του πάθους σας. Να δίνετε σε όλα αυτά μια απαλότητα. Το πάθος βγαίνει πιο δυνατό άμα το αδυνατίζεις.” Κι όμως μια τέτοια στάση, που εν πρώτοις μοιάζει ως πιο απόμακρη και λιγότερο λατρευτική μπορεί να είναι στην ουσία πολύ περισσότερο ερωτική. Ο έρωτας είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο άνθος και δεν αντέχει σε κανενός είδους τραχύτητα.
Η σύντομη αυτή αναφορά μας στην ερωτική φιλολογία υποδεικνύει πως είναι βέβηλο το υπερβολικό, το κραυγαλέο, το υβριστικό κι ό,τι “ξεσκίζει τους εξώστες”. Αντίθετα, ιερό είναι ό,τι σέβεται το μέτρο και την αρμονία. Αυτό είναι που μπορεί να διατηρήσει ενεργό το μύθο, έστω κι αν τα πράγματα δεν φαίνονται έτσι με την πρώτη ματιά.
Ο εγωκεντρισμός
Η ιδέα που θέλω να αναπτύξω εδώ είναι πως ο εγωκεντρισμός είναι βέβηλος, όχι μόνο γιατί αντιστρατεύεται τους μύθους της αυτοϋπέρβασης, καταδικάζοντας το άτομο στην αίσθηση της πνιγηρής μοναξιάς, αλλά και γιατί δυσκολεύει, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, και αυτούς ακόμα τους αυτεπιβεβαιωτικούς μύθους.
Το πρώτο σκέλος δεν χρειάζεται εκτενή ανάπτυξη γιατί είναι μάλλον προφανές. Ο άνθρωπος που είναι βαθιά περιχαρακωμένος στα όρια του σαρκίου του μετράει τα πάντα με γνώμονα τα συμφέροντα και τους φόβους του. Δεν μπορεί να νιώσει τη χαρά της συμμετοχής, του ανήκειν σε ένα ευρύτερο όλον, σε ομάδα ανθρώπων, στην κόκκινη γραμμή της ζωής, στην κίνηση του Σύμπαντος. Δεν μπορεί να βρει νόημα στη ζωή γιατί: “Βαθύτερη σημασία και μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτούν τέτοιες προσπάθειες (που προσπαθούν αν δώσουν απαντήσεις στο ζήτημα του νοήματος της ζωής) αν υπερβαίνουν τον εαυτό μας, δηλαδή αν αφορούν κάτι ή κάποιον έξω από εμάς- την αγάπη σ’ έναν αγώνα, τη δημιουργική διαδικασία, την αγάπη για τους άλλους, ή τη λατρεία μιας θεότητας.” (Irvin Yalom Θρησκεία και Ψυχιατρική). Ο εγωκεντρισμός υποδεικνύει πως τα πάντα τελειώνουν με το θάνατο του ατόμου, άρα πως όλα είναι πρόσκαιρα και μάταια εφόσον η προσωπική παρακμή είναι αναπόδραστη. Η αγωνία, η έλλειψη νοήματος και το αίσθημα της πνιγηρής μοναξιάς είναι οι συνοδοί του ανθρώπου που θα παραμείνει ερμητικά κλειστός στο καβούκι του, που εννοεί τον εαυτό του ως το κέντρο κι όχι ως μέρος του Σύμπαντος.
Έχουμε αναφέρει πως ο εγωισμός είναι στη φύση του ανθρώπου, όπως κάθε έμβιου όντος. Τον εγωισμό, ως μηχανισμούς ομοιόστασης και υπεράσπισης των συμφερόντων του εαυτού, δεν μπορεί κανείς να τον τροποποιήσει δραστικά χωρίς να αλλοιώσει την ίδια τη φύση του ανθρωπίνου όντος. Τον εγωκεντρισμό ωστόσο, ως την εν τω βάθει ψυχής πεποίθηση και στάση ζωής που υπαγορεύει πως ο εαυτός είναι η μοναδικά σημαντική οντότητα στο Σύμπαν, ο άνθρωπος όχι μόνο μπορεί να τον περιορίσει, αλλά και οφείλει να το κάνει αν αποζητά την ψυχική γαλήνη στη ζωή του.
Όσον αφορά στους μύθους αυτεπιβεβαίωσης, που μπορεί να έχουν τη μορφή της πίστης στην προσωπική επιτυχία, τη δυνατότητα διάκρισης και του προσωπικού μεγαλείου, θα έλεγε κανείς πως ο εγωκεντρισμός μόνο καλό μπορεί να κάνει. Αυτό όμως είναι απατηλό και θα ήταν ωφέλιμο να το εξετάσουμε αναλυτικότερα.
Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να σημειωθεί πως η προσπάθεια για διάκριση και επιτυχία έχει συνήθως αρνητική έκβαση για την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων και για τις περισσότερες περιπτώσεις. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, δεν είναι τόσο απλή, όπως στις χολιγουντιανές ταινίες ή όπως στο Γλάρο Ιωνάθαν του Paulo Koehlo. Αυτό όμως σημαίνει πως η προσπάθεια για διάκριση και επιτυχία είναι πιθανότερο να οδηγήσει στην έκπτωση παρά την ενίσχυση της επιθυμητής αυτοεκτίμησης, την οποία έχει ανάγκη ο κάθε άνθρωπος για την ψυχική του ισορροπία, ως έχουμε αναφέρει. Παράλληλα, η προσπάθεια για διάκριση και επιτυχία συνοδεύεται πάντα από μεγάλο φόβο και βασανιστική αγωνία, είτε για την εκδοχή της αποτυχίας, είτε για να διατηρηθεί η υπεροχή και να αποτραπεί ο μελλούμενος παραγκωνισμός, ακόμα και στην περίπτωση της επιτυχίας. Επιπροσθέτως, το να καθοδηγείται κανείς στις κοινωνικές του δραστηριότητες βασικά από την ανάγκη για διάκριση και επιτυχία αποτελεί συνθήκη περιορισμού της ιδιοαξίας των πράξεων του και υποβιβασμού τους σε μια μόνο επιδίωξη, αυτήν της “νίκης”. Στα πλαίσια αυτά, η επιθυμητή γυναίκα θα είναι η “δύσκολη” που κερδίζει τον θαυμασμό των άλλων, ανεξάρτητα από το πόσο πραγματικά αξιόλογη είναι· η γνώση που επιδιώκεται θα είναι εκείνη που θα επιφέρει την κοινωνική προβολή και αναγνώριση κι όχι που θα απαντά στην εσώτερη ανάγκη κατανόησης· η άθληση θα γίνεται για το μετάλλιο κι όχι για την χαρά της κίνησης, κοκ. Ο άνθρωπος έτσι καθίσταται εν πολλοίς εκτελεστικό όργανο της όποιας “κοινωνικής επιταγής”, κι οποιουδήποτε πράγματος θα του επιφέρει τον έξωθεν θαυμασμό (κι ως αντανάκλαση την εσωτερική αυτοεκτίμηση) παύοντας να είναι αυθεντικός και πρωτότυπος και γεμίζοντας αγωνία την ψυχή του για το πώς κρίνεται σε οτιδήποτε κάνει. Στην ουσία, μετατρέπει τη ζωή σε ένα απέραντο πεδίο εξετάσεων. Αποζητά εναγωνίως την Ιθάκη, την οποία βρίσκει πάντα κατώτερη των προσδοκιών του[22] και δεν χαίρεται ποτέ το ταξίδι.
Ας θυμηθούμε πως ο άνθρωπος όταν φοβάται την κοινωνία και αποζητά τον θαυμασμό της καθοδηγείται ουσιαστικά από τις αυθόρμητες απόψεις που σχημάτισε κατά τη νηπιακή ηλικία. Δεν έχει σημασία αν θα ονομάσουμε το φαινόμενο “παλινδρόμηση” ή “καθήλωση”. Αυτό που έχει σημασία είναι πως ο άνθρωπος οδηγείται από τα ίδια “συμπεράσματα” που είχε εξαγάγει όταν ήταν νήπιο: πως βρίσκεται ανάμεσα σε ενηλίκους χωρίς τη φροντίδα των οποίων θα χαθεί, ότι μειονεκτεί σε σχέση με τις ικανότητές τους, ότι θα πρέπει να τους μιμηθεί και να κερδίσει την αποδοχή τους κι ότι ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχει είναι να κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στους πρώτους. Πιθανότατα, μόνο ασκητές, μοναχοί και πετυχημένοι άνθρωποι όταν φθάνουν στην ωριμότητά τους είναι ικανοί να αποστασιοποιηθούν ολοκληρωτικά από αυτές τις επιταγές της παιδικής ηλικίας και να απαντήσουν σε άλλες ωριμότερες. Δεν θα συμφωνούσα με τη διάκριση του Abraham Maslow πως οι πρώτες είναι ανάγκες έλλειψης κι οι άλλες ανάγκες ανάπτυξης (εφόσον οι ανάπτυξης, αν είναι ανάγκες, θα καθίστανται έλλειψης όταν δεν μπορούν να εκπληρωθούν), όμως βρίσκω ενδιαφέρουσα την παρακάτω άποψη του: “…θα μπορούσα να περιγράψω την αυτοπραγμάτωση σαν μια ανάπτυξη της προσωπικότητας που ελευθερώνει το άτομο από τα προβλήματα των ελλείψεων της νιότης και από τα νευρωτικά (ή παιδικά, ή φανταστικά, ή μη απαραίτητα, η “μη πραγματικά”) προβλήματα της ζωής, έτσι που είναι ικανό πια να αντιμετωπίσει, να αντέξει και να παλέψει με τα “πραγματικά” προβλήματα της ζωής (τα εγγενή και ύψιστα ανθρώπινα προβλήματα, τα αναπόφευκτα, τα “υπαρξιακά” προβλήματα για τα οποία δεν υπάρχει τέλεια λύση).
Νομίζω πως η ανάγκη για κοινωνική διάκριση και επιτυχία είναι πράγματι κάτι σα νεύρωση, με όλα τα ανάλογα των νευρώσεων δεινά: φόβο, άγχος, αγωνία, καταναγκασμό και περιστασιακές μόνο χαρές. Επειδή αναμφίβολα η νεύρωση μπορεί να αποτελεί ισχυρό κίνητρο για δράση, δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς πως πιθανά θα μπορούσε να την βρει πίσω από τα μεγαλύτερα κατορθώματα των ανθρώπων. Παράλληλα, ο ανταγωνισμός βρίσκεται στην ίδια μας τη φύση. Πέραν του ότι είναι μάταιη κάθε προσπάθεια εκρίζωσής του, κι αν ακόμα ήταν δυνατή, δικαιολογημένα γεννάται το ερώτημα μήπως θα οδηγούσε σε έναν άνθρωπο χωρίς κινητήρια δύναμη, μήπως θα ήταν σαν μια μορφή ευνουχισμού που αποστερεί την ορμή. Ένας φίλος μου, ιδιαίτερα βαθύνους και καλλιεργημένος, μου ανέφερε πως όταν μετά από χρόνια ψυχαναλυτικών συνεδριών κατάφερε να κατασιγάσει ορισμένες αγωνίες του, παρατήρησε παράλληλα με μια νέα αίσθηση ηρεμίας και μια μείωση των κινήτρων του για δράση. Το να λιγοστεύει τα κίνητρα για δράση η ψυχική ηρεμία, φαίνεται εξαιρετικά απογοητευτικό εν πρώτοις. Μήπως όμως δεν είναι έτσι; Μήπως η μείωση των κινήτρων αφορά μόνο στην προσπάθεια για επιτυχία και διάκριση κι όχι στη δράση γενικά; Μήπως φαίνεται αταίριαστη και “μελαγχολική” με τα κριτήρια μιας “νευρωτικής” κοινωνίας χτισμένης πάνω στον ανταγωνισμό; Μα κι αν ακόμα είναι έτσι, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς, το μη ανταγωνιστικό άτομο, στα πλαίσια μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας δεν αποτελεί μια ουτοπία καταδικασμένη στον αφανισμό;
Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω αν το μη ανταγωνιστικό άτομο μέσα στην ανταγωνιστική κοινωνία είναι καταδικασμένο σε αφανισμό . Ίσως όμως δεν χρειάζεται να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο ψευδοπρόβλημα. Η εγωιστική φύση του ανθρώπου, όπως κάθε έμβιου όντος είναι ασιγάστως παρούσα. Δεν υπάρχει κίνδυνος να αφανιστεί η ανταγωνιστικότητα του. Ποιος αλήθεια θα μπορούσε να ισχυριστεί πως είναι ανήθικο να φροντίζουμε την υγεία μας γιατί θα μπορούσε να μας οδηγήσει την αθανασία; Μάλλον παραπαίρνουμε σοβαρά τα διανοητικά μας παιχνίδια και τις “καθαρές φιλοσοφικά” απόψεις μας, όταν φοβόμαστε πως θα μπορούσαμε με παραινέσεις, προτροπές και διδασκαλίες να εξαλείψουμε ιδιότητες που αγγίζουν τη φύση μας ως έμβιων όντων. Η προσπάθεια για μείωση του εγωκεντρισμού, του ανταγωνισμού και των “νηπιακών” κινήτρων για διάκριση και επιτυχία μπορεί να λαμβάνει χώρα δίπλα στον εγωισμό και την ανταγωνιστικότητα, που πλέον όμως δεν θα είναι οι μόνες και ανεξέλεγκτες κινητήριες δυνάμεις, εφόσον η ικανοποίηση από τη δραστηριότητα καθ’ αυτή θα καθίσταται ολοένα και περισσότερο αυτοσκοπός. Για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να αθλείται κανείς μόνο συνεργατικά και όχι ανταγωνιστικά με τους άλλους, τρέχοντας, ποδηλατώντας, ορειβατώντας, κολυμπώντας κλπ· μπορεί κάλλιστα να παίζει μπάσκετ, προσπαθώντας φυσικά να κερδίσει, γιατί αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα το παιχνίδι, αρκεί μόνο να σέβεται τον αντίπαλο και να μην προσπαθεί για τη νίκη με οποιοδήποτε τίμημα, να είναι σε θέση να δώσει το χέρι στον αντίπαλο και να μην τρελαίνεται από την ιδέα ότι έχασε. Είναι γόνιμο να εντρυφήσει κανείς στην ιδέα πως μπορεί να παίζει για την χαρά της κίνησης, την ανάπτυξη των ικανοτήτων, ανάμεσα στις οποίες είναι και η κοινωνικότητα- να κάνει όσους παίζουν να νιώθουν όμορφα κι όχι για την πάσει θυσία νίκη, την πρωτιά και την ταπείνωση του αντιπάλου. Κι αυτό είναι εφικτό.
Στην αναφορά μας στις συγκινήσεις, είχαμε μιλήσει για τα αξιολογικά πρότυπα αναφοράς των συγκινήσεων και πώς αυτά μπορούν να ανασκευαστούν.
Θα ήταν μάλλον ευχής έργο ο πολιτισμός να βοηθούσε δραστικά τον άνθρωπο να πάει πέρα από τη νεύρωση του εγωκεντρισμού, μαθαίνοντάς τον να ζει αρμονικά με τους ανθρώπους και το περιβάλλον, να αναγνωρίζει και να σέβεται τις ανάγκες των άλλων δίπλα στις δικές του, να δρα για τη χαρά της δράσης. Το γεγονός ότι οι ανθρώπινοι πολιτισμοί μέχρι σήμερα, οδηγούν στην επέκταση μάλλον παρά στη μείωση του εγωισμού, επινοώντας άπειρες μορφές ατομικών ανταγωνισμών (από την έκβαση των οποίων μετριέται η αξία του ατόμου) και επεκτείνοντας επί το κοινωνικότερο, με την οικογένεια, την επαγγελματική ομάδα, την ομάδα ποδοσφαίρου, τους συντοπίτες, τους ομοθρήσκους και τους ομοεθνείς (βάφοντας στο αίμα την ιστορία της ανθρωπότητας), μπορεί να μην είναι η ες αεί μοίρα της ανθρωπότητας.
Το αντικείμενο αυτής της μελέτης δεν είναι κοινωνιολογικό ή πολιτικό. Αν θέλουμε να μείνουμε στα πλαίσια της ψυχολογίας, δεν θα πρέπει να διολισθήσουμε σε προσεγγίσεις εξαιρετικής δυσκολίας που θα απαιτούσαν πέραν των άλλων τεράστια έκταση επιχειρημάτων. Ωστόσο δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να σημειώσω πως είμαι σχεδόν σίγουρος ότι οι κοινωνίες λιγότερο ανταγωνιστικών ανθρώπων θα ήταν εξαιρετικά υγιέστερες, ως σύνολα και ως άτομα. Η “ανάπτυξη” που προϋποθέτει την ανταγωνιστικότητα και θεωρείται αδιαμφισβήτητη αξία, δεν πατάει μόνο στην καταστροφή του περιβάλλοντος και την ενίσχυση των ανισοτήτων (που αναπόδραστα θα είναι ολέθριες στο μέλλον και για τους ευνοημένους του σήμερα) αλλά και στην προσωπική δυστυχία δισεκατομμυρίων ανθρώπων, είτε αυτοί πεινάνε στον εξαθλιωμένο νότο, είτε πάσχουν από χρόνιο στρες και κατάθλιψη στον αναπτυγμένο βορά. Μια κοινωνία μικρότερου ανταγωνισμού θα είχε ίσως χαμηλότερα ρεκόρ πρωταθλητισμού, αλλά υγιέστερους ανθρώπους χωρίς αναβολικά και μαρτυρικές προπονήσεις, λιγότερα ίσως ατομικά επιτεύγματα που προϋποθέτουν παντοειδείς ανθρωποθυσίες αλλά μεγαλύτερα ίσως έργα συλλογικής προσπάθειας. Η ομορφιά της μέθεξης μπορεί να αποτελέσει το αντίβαρο στην σχετική απώλεια της χαιρεκακίας.
Είναι βέβαια γεγονός πως στις μέρες μας η παραπάνω κοινωνία αποτελεί μια ουτοπία. Πέραν όμως του γεγονότος ότι η ζωή είναι πολύ σύντομη για να περιμένει κανείς την κοινωνική και πολιτική άνοιξη, πιθανώς, η ανάδυση του πολιτισμένου ανθρώπου, που έχει αρχίσει να αναφαίνεται, είναι η σπουδαιότερη πράξη αντίστασης στην απαξίωση που μας περιβάλλει και προάγγελος των κοινωνικών αλλαγών που δεν έχουν ακόμα αναφανεί. Για αυτό το λόγο, πιθανώς, η προσπάθεια για προσωπική βελτίωση δεν είναι μόνο το δικαιολογημένο καταφύγιο του ατόμου αλλά και πολιτική πράξη ταυτόχρονα.
Ο πολιτισμένος άνθρωπος μέσα στη βαρβαρότητα που ευαγγελίζομαι, θα έχει πράγματι χάσει, μετά από προσπάθεια και συνειδητά κάποια από τα κίνητρα δράσης που άλλοι γύρω του θα έχουν. Πιθανώς, θα κάνει λιγότερα λεφτά και πιο ταπεινή καριέρα. Όμως αυτός είναι δυνατό να έλθει πιο κοντά στην γαλήνη, περιορίζοντας τα αρνητικά συναισθήματα του φόβου, της αγωνίας, της ανασφάλειας, της έλλειψης εμπιστοσύνης, του μίσους, της ζήλιας, της ζηλοφθονίας, της αυτοϋποτίμησης και να αυξήσει τα θετικά συναισθήματα της μέθεξης, της συμμετοχής, του σεβασμού, της εμπιστοσύνης, της ασφάλειας, της χαράς της δημιουργίας και της ανακάλυψης. Είναι αλήθεια πως θετικά συναισθήματα μπορεί να ζήσει κι ο λαχανιασμένος γιάπης της εποχής μας, μεγάλης μάλιστα έντασης στις στιγμές των επιτυχιών του, όμως μόνο κατ’ εξαίρεση, προσωρινά και με μεγάλο τίμημα. Προσωπικά μάλιστα θεωρώ την χαιρεκακία, που αναγκαστικά είναι το βασικό του θετικό συναίσθημα, ως πολύ θλιβερή. Ο πολιτισμένος άνθρωπος μέσα στη βαρβαρότητα δεν ενδιαφέρεται για τη συσσώρευση πλούτου που σκοτώνει την ψυχή του και τον πλανήτη, για την πάσει θυσία καριέρα και δημοσιότητα που σημαίνει θλιβερές δημόσιες σχέσεις και ανόητες δημοσιεύσεις, υποκουλτούρα και υποτιμητικές δραστηριότητες, για τον πρωταθλητισμό που βιάζει ψυχή και σώμα με αγωνίες και φάρμακα. Αρνιέται να μετρά τον εαυτό του και τους γύρω του με τη λογική της πρωτιάς και της διάκρισης, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη αξία και το δικαίωμα στη ζωή, στον εαυτό του και σε κάθε άνθρωπο. Δε νιώθει τους ανθρώπους προσωπικούς του αντιπάλους. Παύει να είναι έξαλλος και ανασαίνει πιο ήρεμα. Μπορεί να βγει στη φύση, να περπατήσει, να τρέξει, να κολυμπήσει, να δει τα χρώματα, να νιώσει τις μυρωδιές, να καταλάβει τις εποχές. Γίνεται καλλιτέχνης, και δημιουργός, στα χνάρια της ίδιας της ζωής η οποία είναι ο ύψιστος δημιουργός, εξαντλώντας ίσως το νόημά της στη δημιουργία τάξης από την αταξία. Γίνεται ερευνητής σε ό,τι τον ενδιαφέρει, για την χαρά της γνώσης και της απάντησης στην περιέργεια. Μαθαίνει την υπέροχη αισθητική του μέτρου και των ισορροπιών και τείνει να κάνει τη “ζωή του ένα άφταστο έργο τέχνης σε όλες της τις λεπτομέρειες”. Σαν βιολιστής στη στέγη, καταφέρνει να παίξει έναν υπέροχο σκοπό, διατηρώντας ταυτόχρονα την ισορροπία του.
Όπως έχουμε προαναφέρει στην παράγραφο για την ανάγκη του ανθρώπου για καθολικές θεωρίες, ο άνθρωπος έχει κάθε στιγμή την ανάγκη να απαντάει σε ένα ερώτημα της μορφής “ποιος είμαι”. Αυτό όμως το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί χωρίς συγκρίσεις με τους άλλους ανθρώπους, εφόσον δεν μπορεί να γίνει μέτρηση χωρίς μέτρο. Υπό την έννοια αυτή, ο ανταγωνισμός φαίνεται αναπόδραστος για τον άνθρωπο ακόμα και μόνο σαν απαίτηση της ανάγκης του να προσδιορίζει ποιος είναι. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τη σύγκριση για να μετρηθεί και επειδή κατά τη σύγκριση έχει ανάγκη να δώσει την απάντηση πως δεν μειονεκτεί και είναι άξιος της αγάπης των ανθρώπων (ας θυμηθούμε το αίσθημα μειονεξίας των πρώτων παιδικών χρόνων), δεν μπορεί παρά να επιδιώκει να είναι “πρώτος και καλύτερος”. Η επιδίωξη αυτή συνήθως θεωρείται υγιής φιλοδοξία που μπορεί να οδηγήσει την ατομική ανάπτυξη και σε σημαντικά επιτεύγματα. Σε κοινωνίες μάλιστα όπως η αμερικάνικη συχνά λέγεται πως “ο πρώτος είναι τα πάντα, ο δεύτερος τίποτε”. Ένας ιστορικός αφηγητής, σε ένα ντοκιμαντέρ για το Ναπολέοντα, είπε: “Η δόξα είναι σαν να είσαι καβάλα σε μια τίγρη. Δεν μπορείς να κατεβείς.”
Θεωρώ πως η ιδεολογική ανασκευή του αξιολογικού προτύπου “του πρώτου και καλύτερου” είναι απολύτως αναγκαία γιατί είναι σε θέση να βασανίζει τις ανθρώπινες ψυχές, απαγορεύοντας ουσιαστικά την γαλήνη και την ευτυχία. Επειδή η Συνολική Εκτίμηση της Κατάστασης που καθορίζει την ψυχική διάθεση του ατόμου απαιτεί μια θετική απάντηση στο ερώτημα “ποιος είμαι” για να επιτρέψει την γαλήνη, αν τα μέτρα με τα οποία μετρά κανείς τον εαυτό του είναι εξωπραγματικά μεγάλα, αναπόφευκτα θα βρίσκει μικρό τον εαυτό του, κι η αγωνία ή η θλιβερή παραίτηση θα είναι φυσιολογικά επόμενες.
Ας αναρωτηθούμε τι σημαίνει “πρώτος”. Ποιος ήταν π.χ. ο μεγαλύτερος φυσικός; Ο Αρχιμήδης, ο Newton, ο Maxwell, ο Faraday ο Einstein, ο υπάλληλος της πολυεθνικής εταιρίας ή της NASA που βρίσκει απίθανα πράγματα κάθε τόσο αλλά δεν μαθαίνουμε ούτε το όνομά του, ο ένας από τους 200 φυσικούς που εκτέλεσαν το σημαντικό πείραμα που απέφερε το βραβείο Nobel στον επικεφαλής με τις καλές δημόσιες σχέσεις, ή το παιδί εκείνο που είχε μια εκπληκτική ικανότητα στην κατανόηση της φυσικής πραγματικότητας αλλά δεν ήταν δυνατό να σπουδάσει ή πέθανε της πείνας κατά τη διάρκεια του πολέμου στη χώρα του; Ήταν διάνοιες ή ηλίθιοι οι δίδυμοι που περιέγραψε ο Όλιβερ Σακς οι οποίοι μπορούσαν να εκτελούν μαθηματικές πράξεις για τις οποίες δεν υπάρχουν καν αλγόριθμοι για να εκτελεστούν από υπολογιστές, αλλά δεν μπορούσαν καλά-καλά να αυτοεξυπηρετηθούν; Κι αν νομίζετε πως προβλήματα ανακύπτουν όταν προσπαθούμε να κατατάξουμε μόνο τις νοητικές δεξιότητες των ανθρώπων, ας αναλογιστούμε σε κάτι που φαίνεται εξαιρετικά καθαρό: ποιος είναι ο ταχύτερος άνθρωπος στον κόσμο; Είναι ο Morris Green ως κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ στα 100m που όμως ήλθε 5ος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 2002 και υποσχέθηκε πως σε λίγους μήνες θα είναι ξανά σε φόρμα, ή είναι ο αθλητής που κέρδισε το παγκόσμιο πρωτάθλημα, γιατί όχι όμως κάποιος άλλος ανερχόμενος αθλητής, που δεν πήρε μέρος στον αγώνα αλλά έχει κάνει στην προπόνηση καλύτερο χρόνο, ή ο γιδοβοσκός σε κάποιο βουνό που τρέχει σαν ελάφι αλλά δεν έχει ποτέ χρονομετρηθεί δεν έχει μπει στον πρωταθλητισμό και δεν έχει πάρει κανένα από τα φάρμακα που έχουν πάρει οι άλλοι;
Ούτε λόγος να γίνεται για το ποιος ή ποια είναι η ομορφότερος/η, κάτι που φαίνεται να αξιολογείται σαν εξαιρετικά σημαντικό στις μέρες μας. Φυσικά, όποια φωτογραφίζεται αποκαλυπτικά στα περιοδικά, αναφέρεται σαν η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, γιατί αυτό ανεβάζει τις πωλήσεις τους. Το πρόβλημα είναι όμως πως πολλοί πιστεύουν (ιδιαίτερα οι ίδιες “οι ωραιότερες του κόσμου”) πως μια τέτοια κενολογία έχει κάποια υπόσταση. Θυμάμαι σε ένα επιστημονικό ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, ασιάτες να δηλώνουν πως τα πρόσωπα των ωραίων Ευρωπαίων τους φαίνονται αστεία με τις τεράστιες μύτες που έχουν. Πέραν του υποκειμενικού και πολιτισμικού χαρακτήρα για την ομορφιά, που διαπιστώνουμε όλοι όταν μας λένε για την ομορφότερη γυναίκα ή άντρα κι εμάς δεν μας φαίνεται καν ελκυστική/ός, γιατί το μοντέλο ή η γνωστή ηθοποιός είναι οπωσδήποτε ομορφότερη από την άγνωστη κοπέλα που μελετάει και αθλείται ή δουλεύει στα χωράφια ενός χωριού, που δεν ξέρει και δεν θα πήγαινε ποτέ στα καλλιστεία και δεν είναι star;
Τα πράγματα μπλέκουν ακόμα περισσότερο όταν θα πρέπει να συγκρίνουμε ανόμοιες ικανότητες και δυνατότητες. Ποιος είναι καλύτερος: ο αργός, μεθοδικός, με τάξη αλλά χωρίς πρωτοβουλία ή ο γρήγορος, δημιουργικός που μπορεί να κάνει στοιχειώδη λάθη; Ποιος είναι πιο χρήσιμος στην ομάδα του μπάσκετ: ο κοντός γρήγορος οργανωτής ή ο πανύψηλος αργός κάτω από τα καλάθια; Ευκλείδης ή Όμηρος; Darwin ή Beethoven; Hawking ή Κάχι Καχιασβίλι; Τι είναι καλύτερα να έχεις: καρτερικότητα ή επινοητικότητα; Δυνατότητα λύσης προβλημάτων ή ανάδειξης του σωστού ερωτήματος; Ταλέντο ή αντοχή στη δουλιά; Χιούμορ ή αποφασιστικότητα; Ενσυναίσθηση ή ψυχραιμία; Ομορφιά ή εξυπνάδα;
Αν νιώθετε κάποιον εκνευρισμό από τον τρόπο που τίθενται τα ερωτήματα και πως τέτοιου είδους συγκρίσεις είναι αδόκιμες, είμαστε απολύτως σύμφωνοι. Δοθέντος τώρα ότι κάθε άνθρωπος είναι ένα απολύτως μοναδικό σύμπλεγμα, απίστευτα πολλών ικανοτήτων και δυνατοτήτων και μάλιστα όχι απολύτως σταθερό-που μπορεί δηλαδή να αλλάξει, έχει άραγε ακόμα κάποιο νόημα να συγκρίνουμε ποιος είναι πρώτος, δεύτερος, καλύτερος ή χειρότερος; Δεν θα έπρεπε να είναι τελείως προφανές πως ο καθένας έχει την αξία του που δεν μπορεί να συγκρίνεται με του άλλου; Η ζωή υποδείχνει ξεκάθαρα πως το τι είναι πλεονέκτημα και τι μειονέκτημα δεν είναι τόσο απλό να καθοριστεί, όταν τα άτομα με το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας επιβίωναν από την ελονοσία, ενώ οι υγιείς πέθαιναν. Όταν ένα άτομο με χολερικό (ισχυρό-γρήγορο) τύπο νευρικού συστήματος, που μοιάζει να υπερέχει, μπορεί να γίνει ένας επιπόλαιος φαφλατάς, ενώ ένα άτομο μελαγχολικό (αδύναμο-αργό), που κατ’ αρχήν μειονεκτεί, μπορεί με την υπομονή και την καρτερικότητα να αναπτύξει αρετές που να υπερπληρώνουν τις φυσικές του αδυναμίες και να το κάνουν τελικά να υπερέχει από το πρώτο. Όταν στην επιστήμη είναι αδύνατο να καθορίσεις αν οι άνθρωποι της δουλειάς του μυρμηγκιού ή αυτοί που εμπνέονται και αναζητούν μόνο το καινούργιο συνεισφέρουν περισσότερο. Όταν ακόμα κι η ψυχωσική εκτροπή μπορεί να αποτελέσει το άνοιγμα του δρόμου προς την καλλιτεχνική ή και την επιστημονική ενίοτε υπερδημιουργία. Όταν σε οποιαδήποτε εργασία αν οι άνθρωποι ήταν ίδιων ικανοτήτων τίποτε δεν θα πήγαινε καλά ενώ οι διαφορετικές τους ικανότητες αποτελούν την αναγκαία συνθήκη για την διεκπεραίωση των διαφορετικών καθηκόντων. Δεν μοιάζει τελείως απίστευτο μια ολόκληρη κοινωνία γύρω μας να ασχολείται με άνευ νοήματος κατατάξεις; Δεν είναι τελείως απαράδεκτο να αγωνιούμε ασταμάτητα για την πρωτιά και τη διάκριση και να αυτοοικτιρόμαστε όταν θεωρούμε τον εαυτό μας έσχατο ή δεύτερο;
Παρ’ ότι ανακριβές στην ουσία, ας θεωρήσουμε ότι κάποιος θεωρείται πρώτος σε κάποιον πολύ ειδικό τομέα. Τι άραγε θα σημαίνει το γεγονός αυτό γι αυτόν; Φυσικά τιμές από ένα σύστημα που έχει ανάγκη από stars για να πουλάει[23] . Πιθανότατα σημαίνει χρήματα, σεξουαλική επιτυχία, κοινωνική αποδοχή. Εξασφαλίζει όμως αυτό την ευτυχία που είναι το μείζον ζητούμενο; Νομίζω πως όχι. Οι άνθρωποι που καταπίνουν οι ίδιοι το μύθο που το star system έφτιαξε γι αυτούς βυθίζονται στη μεγαλύτερη δυστυχία. Οι Έλβις Πρίσλεϋ, Μαίριλιν Μονρόε, Μάρλον Μπράντο, Μάικλ Τζάκσον είναι μερικά μόνο παραδείγματα για το πώς η Νέμεσις τιμωρεί την ύβρη του να νομίζει κάποιος πως ξεπερνάει τα μέτρα και γίνεται θεός. Γιατί η αγωνία γίνεται το κυρίαρχο συναίσθημα της ζωής τους: αν ο κόσμος τους αγαπάει σαν πρώτους, όταν ο επόμενος, ο νεότερος, ο καλύτερος απειλεί να τους παραγκωνίσει, αυτή η αγάπη θα πάψει να υπάρχει. Ανά πάσα ώρα και στιγμή εξ’ άλλου θα πρέπει να κάνουν το παν να κρύψουν την αδυναμία ή την ατέλεια που αυτοί ξέρουν ή φαντάζονται πως έχουν, εφόσον θα πρέπει να δίνουν την τέλεια εικόνα, αυτή που ο κόσμος λατρεύει. Η κόρη διάσημης γερμανίδας star, συμβόλου του σεξ στην εποχή της, έλεγε πως η μάνα της ήταν και ένιωθε χάλια αλλά ήξερε να ξεγελάει τους άντρες και να πουλάει το μύθο που θέλανε. Ο άλλος έφτασε να κάνει πλαστικές εγχειρήσεις για να αλλάξει τη μύτη, το χρώμα του προσώπου του, οτιδήποτε νόμιζε πως θα τον έκανε ακόμα καλύτερο, για να μην διαψεύσει τις προσδοκίες των οπαδών του και να μην χάσει την αγάπη τους. Η αγωνία της πρωτιάς είναι ατελεύτητη γιατί πάντα θα υπολείπεσαι σε κάτι και γιατί πάντα κάποιος θα απειλεί την πρωτιά κι αν ακόμα κατακτήσεις κάτι που μοιάζει να είναι η πρώτη θέση. Στο τέλος-τέλος, ο αυριανός θάνατος καθιστά παντελώς μάταιο για το άτομο αν κατά το πέρασμά του από τη ζωή υπήρξε πρώτος ή έσχατος.
Η αγωνία της κοινωνικής διάκρισης λοιπόν είναι ικανή συνθήκη για να βυθίσει στη μιζέρια τη ζωή όχι μόνο του “έσχατου” ή “δεύτερου”, αλλά και του “πρώτου”, του “νικητή” και “τροπαιούχου”. Ο Μπούτρος Μπούτρος- Γκάλι, πρώην γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, λέει πως “Η εξουσία είναι ένα είδος ναρκωτικού. Ανοίγεις το πρωί την εφημερίδα και ψάχνεις να δεις αν έχει μπει η φωτογραφία σου πρωτοσέλιδο. Αν δεν τη δεις νιώθεις δυστυχισμένος.” (Βηmagazino, 15.2.04, συνέντευξη στο Θανάση Λάλα)
Η ουσιαστική μετριοφροσύνη χαρακτηρίζει κάθε σοφό άνθρωπο. “Έν οίδα ότι ουδέν οίδα” δήλωνε ο μεγάλος Σωκράτης, ενώ ο Αϊνστάιν έχει κατά καιρούς πει τα παρακάτω:
· “Εξαιτίας της δόξας γίνομαι ολοένα και πιο ανόητος. Αλλά αυτό βέβαια, είναι κοινότατο φαινόμενο”
· “Μου φαίνεται άδικο, ίσως και κακόγουστο, να επιλέγουν μερικά πρόσωπα και να τα θαυμάζουν απεριόριστα, αποδίδοντας υπεράνθρωπες ικανότητες στο νου και το χαρακτήρα τους. Αυτή ήταν όμως η μοίρα μου. Η αντίθεση ανάμεσα στη λαϊκή πεποίθηση για τις ικανότητες και τα επιτεύγματά μου και την ίδια την πραγματικότητα είναι απλώς τερατώδης”
· “Για να με τιμωρήσει για την περιφρόνησή μου προς την αυθεντία, η Μοίρα με έκανε αυθεντία εμένα τον ίδιο”
· “Αποτελεί ειρωνεία της τύχης το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος υπήρξα αποδέκτης υπέρμετρου θαυμασμού και σεβασμού από τους συνανθρώπους μου, χωρίς να τον έχω προκαλέσει αλλά και χωρίς να τον αξίζω”
· “Με το πρόσωπό μου συνδέθηκε κάθε λογής μύθος και επινοήθηκαν ατέλειωτες ιστορίες, επιδέξια κατασκευασμένες”
· “Δεν έχω κανένα ιδιαίτερο ταλέντο. Είμαι απλώς παθιασμένα περίεργος.”
Πιθανότατα, η προσπάθεια κοινωνικής συμμόρφωσης-διάκρισης έπαιξε σημαντικό ρόλο και στο δημιουργικό έργο του Αϊνστάιν παρά την ανοησία που κατέγραφε στην ανθρώπινη λατρεία και στην ατομική παγίδευση στο μύθο, όταν πλέον όμως θεωρούνταν η μεγαλύτερη εν ζωή διάνοια. Έχουμε ενδείξεις πως κάτι τέτοιο ήταν μάλλον γεγονός. Ο πατέρας του γράφοντας ένα γράμμα στον καθηγητή Ostwald στο οποίο τον παρακαλούσε να δώσει στο γιο του μια θέση βοηθού, αναφέρει πως ο γιος του είναι “βαθύτατα δυστυχής που μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να βρει εργασία, κατατρύχεται από την έμμονο ιδέα ότι είναι ένας αποτυχημένος και ότι δεν θα μπορέσει να βρει πάλι το δρόμο του[24].” Ωστόσο, το γεγονός πως κι ο Αϊνστάιν δεν ήταν υπεράνω όσων κυριαρχούν και δυναστεύουν την ψυχή όλων μας, δεν μειώνει, μάλλον επαυξάνει την αξία του να δηλώνει τα όσα παραπάνω παραθέτουμε. Γιατί κι αυτός, όπως όλοι, παρ’ ότι είχε την ανάγκη της κοινωνικής διάκρισης, κι εν όσω έγινε μύθος, δεν έπεσε στην παγίδα της μυθοποίησης και της αποδοχής της πρωτιάς που του απέδωσαν. Προσπαθεί, και πιστεύω πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό σε δεύτερο επίπεδο, να βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια όταν αργότερα δηλώνει “Μοναδικό κίνητρο της επιστημονικής μου δουλειάς είναι η ακατανίκητη επιθυμία μου να κατανοήσω τα μυστικά της φύσης”. Αποτραβηγμένος από τη βουή και τις ιαχές θαυμασμού, μέχρι το τέλος της ζωής του, δούλεψε για τον προσωπικό του επιστημονικό μύθο, την ενοποιημένη θεωρία όλων των αλληλεπιδράσεων της φύσης.
Πιθανότατα, δεν μπορεί κανείς να φτάσει να μην αγωνιά για την επιτυχία και την διάκριση πριν φτάσει στην ωριμότητα. Πριν μετρηθεί και αποκτήσει κάποια αντίληψη του εαυτού του. Θα μπορούσαμε ωστόσο όλοι να φέρουμε πιο κοντά την ωριμότητα, χωρίς να αναμένουμε να τη φέρουν τα γηρατειά. Να βοηθήσουμε γι αυτό και τους άλλους γύρω μας, είτε πρόκειται για τα παιδιά μας, τους μαθητές μας, είτε αυτούς ακόμα τους ανταγωνιστές μας. Ο τρόπος που μπορεί να γίνει αυτό είναι η αποδοχή της ιδιαιτερότητας και της ιδιοαξίας κάθε ξεχωριστού ατόμου, η πίστη πως ο καθένας δικαιούται μια θέση κάτω από τον ήλιο και πως το κυνήγι της πρωτιάς είναι μια άνευ νοήματος υπόθεση.
Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως οι νοητικά καθυστερημένοι, οι σωματικά μειονεκτούντες, οι ψυχοπαθείς, ακόμα κι οι εγκληματίες έχουν δικαίωμα στη ζωή. Παρά ταύτα, μπορεί να νιώθουν πως δεν έχουν αυτό το δικαίωμα οι ίδιοι, όταν θεωρούν τον εαυτό τους ανάξιο, ανίκανο, ασήμαντο, κακό.
Πώς μπορεί όμως ένας άνθρωπος που θεωρεί απόδειξη των ικανοτήτων ενός αυτιστικού ατόμου το να ανεβοκατεβάζει διαρκώς το μοχλό μιας μηχανής (κι είναι πράγματι σωστό αυτό), να υποτιμά τις δικές του ικανότητες; Η απάντηση βρίσκεται στο ότι όταν μετρά το αυτιστικό άτομο αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτού του ατόμου να κάνει ελάχιστα πράγματα σημαντικά κι όμως να ζει με το δικό του τρόπο, το αξιολογικό ωστόσο πρότυπο στο οποίο αναφέρεται για να δώσει την απάντηση στο ερώτημα “ποιος είμαι” τού λέει πως οφείλει να είναι “πρώτος και καλύτερος, χωρίς αποτυχίες, παντού τέλειος όπου δρα”. Όπως κατέγραψε από νήπιο, υπολείπεται κι είναι τρομερό να μείνει χωρίς αγάπη και φροντίδα. Όπως ολόκληρη η κοινωνία του ανελέητου ανταγωνισμού, του πιο δυνατού, του πιο σοφού, του πιο όμορφου, του πρίγκιπα, έρχεται να επιβεβαιώσει, αν είναι στους δεύτερους, τους μέτριους, τους παρακατιανούς, η ζωή του δεν έχει καμιά αξία. Όπως στα έργα που σκοτώνονται ή απλά περνάνε από τη σκηνή, χωρίς να σημαίνουν τίποτε, χιλιάδες κομπάρσοι.
Καλό θα είναι να διευκρινίσουμε, πριν τελειώσουμε αυτή την εκτενή αναφορά μας στην προσπάθεια για επιτυχία και διάκριση πως το θέμα δεν αφορά μόνο τα εμφανώς ανταγωνιστικά άτομα. Αφορά κι εκείνους που έπαψαν να παλεύουν για την διάκριση. Που βλέπουν τον εαυτό τους σαν βάτραχο που δεν θα γίνει ποτέ πρίγκηπας, σαν “βαθρακό στη χαβούζα”, που νιώθουν ως “ανάξιος εραστής των μαγεμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων”. Αφορά όλους αυτούς τους ανθρώπους που βλέπουν τα μοντέλα, τους αθλητές, τους διάφορους star, ταυτίζονται με αυτούς στα όνειρά τους και διάγουν τη ζωή τους θλιβερά. Γιατί όλοι ετούτοι οι άνθρωποι έχουν βασικά το ίδιο πρότυπο αναφοράς για την αξία της κοινωνικής διάκρισης με τους άλλους που αγωνίζονται ασταμάτητα για τη πρωτιά· μόνο που αυτοί έπαψαν πια να πιστεύουν πως μπορούν να είναι πρώτοι σε οτιδήποτε εκτός από τη μιζέρια. Φυσικά αυτή είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, είναι ο ίδιος μουγκός δυνάστης του εγωκεντρισμού, ο οποίος εκτιμώντας πως δεν μπορούν να πραγματωθούν οι επιταγές του επιτάσσει τη συμπεριφορά του “παραιτημένου φουκαρά”.
Το άτομο μειώνοντας τον εγωκεντρισμό του, εκτός του ότι μπορεί να μειώσει την αίσθηση της μοναξιάς και να γευθεί τη χαρά της συμμετοχής και της υπέρβασης του εαυτού του, καθίσταται ικανό να διατηρεί προσωπικές φιλοδοξίες και να προσπαθεί γι αυτές με άλλο πλέον τρόπο και περιεχόμενο. Η επιτυχία δεν είναι το παν και η αποτυχία παύει να αποτελεί δαμόκλειο σπάθη. Η προσπάθεια για επιτυχία αποφέρει τη χαρά της δράσης καθ’ αυτής, που δεν προϋποθέτει την επίτευξη του στόχου για να ανταμείψει. Το άτομο είναι ευκολότερο να διατηρεί τους μύθους για την προσωπική του αξία και τη θέση του στο Σύμπαν χωρίς να απειλείται με την απώλεια των μύθων της προσωπικής του αυτοεκτίμησης. Ο περιορισμός του εγωκεντρισμού απελευθερώνει το άτομο, δεν το ταπεινώνει, δεν του αποστερεί τους μύθους της προσωπικής τους αξίας. Το κάνει τέλος ικανό να αντιμετωπίσει το φόβο του προσωπικού του βιολογικού θανάτου.
Η “επιστημονική αντίληψη”
Σε προηγούμενο κεφάλαιο υποστηρίξαμε πως η επιστήμη δεν είναι σε θέση να διακρίνει τους μύθους σε αληθείς και ψευδείς. Αυτή η άποψη όμως κάθε άλλο παρά είναι ευρέως αποδεκτή. Επειδή μέσω της επιστημονικής μεθόδου καθίστανται δυνατά τα τεχνολογικά επιτεύγματα, που είναι πράγματι εκθαμβωτικά και χειροπιαστά, ο λόγος της επιστήμης έχει τεράστιο κύρος στο “μπρος” ή το “πίσω μέρος” του μυαλού του καθένα και για τα πάντα. Η αλήθεια της επιστήμης έχει δοκιμαστεί στους υπολογιστές που κάνουν απίστευτα πράγματα, στην τηλεφωνία με την οποία καθίσταται δυνατή η επικοινωνία με ανθρώπους σε όλα τα μέρη της γης, στα αντιβιοτικά που μπορεί να σκοτώνουν μικρόβια, στα γυαλιά και τις εγχειρήσεις που μπορεί να διορθώνουν την όραση κλπ. Για το λόγο αυτό, οι επιστημονικές απόψεις φαίνεται να αποτελούν το αδιαμφισβήτητα σωστό “πέραν από τα παραμύθια”. Κι αυτό δεν έχει τίποτε το μεμπτό. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν αυθαίρετες γενικεύσεις επιστημόνων, επενδύονται το κύρος της επιστήμης και εμφανίζονται ως οι μόνες δυνατές αλήθειες, εξοβελίζοντας οποιαδήποτε άλλη υπόθεση ως “αντεπιστημονική”. Ειδικότερα, οι γενικεύσεις που εξάγονται από το Δεύτερο Θερμοδυναμικό Νόμο, ο αναγωγισμός, και η θεωρία της φυσικής επιλογής μέσω των τυχαίων μεταλλάξεων, υποδεικνύοντας πως ζούμε σε έναν κόσμο άνευ νοήματος, όπου το τυχαίο κυριαρχεί, κι ο οποίος θα καταλήξει σε μια ανούσια σούπα ισοκατανεμημένων σωματίων, αποτελούν τους μεγαλύτερους εχθρούς της μυθικής σκέψης κι ως εκ τούτου οφείλουμε να τα δούμε αναλυτικά.
Η διατύπωση του Δεύτερου Θερμοδυναμικού Νόμου ως αρχή της αύξησης της εντροπίας στα κλειστά συστήματα, προβλέπει για ολόκληρο το Σύμπαν, εφόσον αυτό θεωρηθεί ως ένα κλειστό σύστημα, πως αναπόδραστα θα καταλήξει σε μια ομογενή αδιατάρακτη σούπα σωματίων, χωρίς σύνθετες μορφές και κινήσεις, στο λεγόμενο Θερμικό Θάνατο του Σύμπαντος. Ο μεγάλος βιολόγος Jacques Monod δεν φαίνεται να έχει καμιά απολύτως αμφιβολία πως αυτό είναι αληθές και γι αυτό αναφέρει με απόλυτη κατηγορηματικότητα: “Ο άνθρωπος ξέρει επιτέλους ότι είναι μόνος μέσα στην αδιάφορη απεραντοσύνη του Σύμπαντος, απ’ όπου ξεπήδησε τυχαία. Όχι μόνο το πεπρωμένο του μα ούτε και το χρέος του είναι γραμμένο πουθενά.” (“Τύχη και αναγκαιότητα” (σελ. 228)) μας λέει.
Ουσιαστικά, αυτή είναι η πλέον “νόμιμη” άποψη στην εποχή μας και υποδεικνύει πως κάθε μύθος νοήματος είναι σε τελευταία ανάλυση είτε εθελουσία πλάνη είτε ηρωική και απέλπιδα προσπάθεια επινόησης. Η άποψή μου είναι πως η κρατούσα αυτή άποψη είναι αυθαίρετη γενίκευση κι όχι επιστημονικό δεδομένο που μπορεί να τεκμηριωθεί. Αποτελεί τόσο πιθανή εκδοχή όσο και πολλές άλλες και το γεγονός πως φαίνεται ως η μόνη νόμιμη και ορθή είναι συνέπεια της εύλογης αδυναμίας να δούμε αυτό που λείπει. Κάθε φορά, με την επιπολαιότητα και το αίσθημα παντοδυναμίας του εφήβου είμαστε σίγουροι πως αγγίξαμε το τέλος και πως “τα είδαμε όλα”. Κάθε φορά ως ο Dr. Kelvin νιώθουμε πεπεισμένοι πως δεν υπάρχει πια κανένας βασικός νόμος της φύσης να ανακαλυφθεί, πως το βασικό σχέδιο είναι πλέον προφανές και αυτό που υπολείπεται είναι μόνο κάποιοι υπολογισμοί και ήσσονος σημασίας τακτοποιήσεις. Είναι καταπληκτικό το γεγονός πως οι επερχόμενες θεωρίες, όπως της σχετικότητας, ή της κβαντομηχανικής ενώ συντρίβουν τις παλιές θεωρίες, δεν μπορούν ποτέ να συντρίψουν την ανόητη πεποίθηση, αντίθετα γίνονται οι ίδιες “απόδειξη” ότι “τώρα πια τα είδαμε όλα”.
“Είναι το Σύμπαν απλώς και μόνον προϊόν τύχης; Μια τέτοια άποψη θα ήταν μια πράξη απελπισίας…” λέει ο Stephen W. Hawking (Το χρονικό του χρόνου, σελ. 202), που αισθάνεται ως απειλή την πιθανότητα να ζούμε σε ένα τυχαίο, χωρίς προσδιορίσιμους νόμους, Σύμπαν. Όμως από πού στ’ αλήθεια αίρουμε τις πληροφορίες μας για το Σύμπαν έτσι που να είμαστε ικανοί να διατυπώνουμε τελεσίδικες κρίσεις γι αυτό; Στην ουσία, όλες οι πληροφορίες μας γι ό,τι αποκαλούμε Σύμπαν προέρχονται από κάποιες αχνές ακτίνες φωτός που φτάνουν σε μας από τεράστιες αποστάσεις. Είναι άραγε ικανή ποσότητα πληροφορίας, η ελάχιστη αυτή ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία να μας επιτρέψει την εξαγωγή τελικών θεωριών; Δεν γνωρίζουμε ούτε τη Γη στην οποία κατοικούμε, από πού π.χ. προέρχεται το μαγνητικό της πεδίο, τι ακριβώς γίνεται στο εσωτερικό της, στα βάθη των ωκεανών, αλλά ούτε καν τη βιοπικοιλότητα που βρίσκεται μπρος μας. Πόσο επιστημονικά νόμιμο είναι να θεωρούμε καθολική την αποδιοργανωτική αρχή της αύξησης της εντροπίας για κάθε γωνιά του Σύμπαντος; Ήδη στον επιστημονικό ορίζοντα έχουν αναφανεί τρόποι δημιουργίας τάξης από το χάος (Συστήματα Διασκορπισμού, μακράν της ισορροπίας, δες “Order out of chaos” Ilia Prigogine) και η σχετική έρευνα είναι μόνο στην αρχή.
“Πώς δημιουργήθηκαν οι γαλαξίες; Πώς συμπεριφέρονται ύλη και ακτινοβολία σε συνθήκες ισχυρής βαρύτητας; Ως χθες πιστεύαμε ότι γνωρίζαμε την απάντηση στην πρώτη ερώτηση αλλά ότι χρειάζεται η ανάπτυξη νέων οργάνων για να βρεθεί η απάντηση στη δεύτερη. Πρόσφατες έρευνες ανέτρεψαν ριζικά και τις δύο αυτές πεποιθήσεις… Εκεί που οι επιστήμονες νομίζουν ότι έχουν συνταιριάξει όλα τα πειραματικά δεδομένα σε μια ολοκληρωμένη θεωρία, έρχονται τα αποτελέσματα ενός νέου πειράματος να ανατρέψουν τα πάντα και να ρίξουν νέες σκιές αμφιβολίας στην αντίληψή μας για τον γύρω κόσμο.” (Χάρης Βάρβογλης Αν. Καθ. Φυσικής ΑΠΘ, ΒΗΜΑ Science, Κυριακή, 18.1.2004)
Πόσες φορές άραγε θα πρέπει να διαψευσθούμε για να καταλάβουμε πως οι γενικεύσεις μας είναι εξαιρετικά επισφαλείς κι η γνώση μας εξαιρετικά λίγη; Ο ήλιος είχε εκτιμηθεί κάποτε πως θα έπρεπε να είχε κάποιες χιλιάδες χρόνια ζωής, εκτίμηση όχι κακή αν θεωρηθεί πως αυτό που φαίνονταν να συμβαίνει ήταν καύση του υδρογόνου, αστεία όμως όταν ανακαλύφθηκε ότι επρόκειτο για την άγνωστη ως τότε θερμοπυρηνική σύντηξη. Πρόσφατες, ακριβείς, ως μας διαβεβαιώνουν, μετρήσεις δορυφόρου μας πληροφόρησαν πως “το Σύμπαν αποτελείται σε ποσοστό 73% από σκοτεινή ενέργεια, σε ποσοστό 23% από σκοτεινή ύλη και μόλις κατά 4% από τη γνωστή μας ύλη και ενέργεια” (Popular Science Ιανουάριος 2004, σελ. 58). Τι είναι η σκοτεινή ενέργεια και η σκοτεινή ύλη από την οποία μάλιστα αποτελείται το 96% του Σύμπαντος, κανείς δεν ξέρει. Παρά ταύτα οι θεωρίες μας, που πιθανώς είχαν ως υλικό ελάχιστα και ισχνά δεδομένα από το 4% του συμπαντικού υλικού, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να είναι “καθολικές”.
Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να θεωρούμε το Δεύτερο Θερμοδυναμικό Νόμο ως έναν καθολικό νόμο του Σύμπαντος που θα το οδηγήσει στο Θερμικό του Θάνατο. Δεν έχουμε τα επιστημονικά στοιχεία για να αποφανθούμε για την καθολικότητα και την γενική εφαρμογή του Νόμου αυτού είτε για την ανυπαρξία ενός άλλου Νόμου που είναι δυνατό να καταστρατηγεί στην πράξη τον Δεύτερο Θερμοδυναμικό
Η αναγωγική άποψη που θεωρούμε ως εχθρό επίσης του μύθου και θα εξετάσουμε στη συνέχεια, θέλει όλα τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα σε ένα επίπεδο να έχουν τη βάση και την ερμηνεία τους, σε τελευταία ανάλυση, σε ό,τι συμβαίνει στο πιο κάτω, στο βασικότερο επίπεδο. Αναφέροντας παράδειγμα από τον χώρο όπου ο αναγωγισμός θεωρείται πως θριάμβευσε, την κινητική θεωρία των αερίων, η πίεση σε ένα λάστιχο αυτοκινήτου είναι αποτέλεσμα των συγκρούσεων των μορίων που ασκεί ο αέρας στα τοιχώματα της σαμπρέλας, η θερμοκρασία είναι αποτέλεσμα της κίνησης των μορίων κ.ο.κ. Η άποψη αυτή αποτελεί λαθεμένη γενίκευση μιας γόνιμης επιστημονικής ιδέας. Κι είναι γόνιμη στο μέτρο που μας βοηθάει να αποκαλύπτουμε τα αόρατα μικροδρώμενα πίσω από μακροσκοπικά φαινόμενα, αλλά είναι λαθεμένη στο βαθμό που μας κάνει να πιστεύουμε πως το νόημα εκπορεύεται και εξαντλείται στο δομικό υλικό, στο στοιχειώδες, στο έσχατο. Αν η ερμηνεία αυτού που συμβαίνει ανάγεται στο κατώτερο επίπεδο, όλοι οι δρόμοι μας οδηγούν στα στοιχειώδη σωμάτια και τις βασικές αλληλεπιδράσεις. Κι επειδή η φυσική των στοιχειωδών σωματίων μας βεβαιώνει πως πρόκειται για φευγαλέες οντότητες, πιθανώς “κόμπους στο χωρόχρονο”, που μπορούν να μετατρέπονται το ένα στο άλλο, να αναπηδούν από το κβαντικό κενό και να εξαϋλώνονται, όλο το νόημα του κόσμου μας εξαϋλώνεται μαζί τους.
Η άποψη αυτή αποτελεί και πάλι αυθαίρετη γενίκευση επιστημονικών δεδομένων, όπως αυτά που προαναφέραμε από την κινητική θεωρία των αερίων, παραγνωρίζοντας πως συχνά τα φαινόμενα του πιο πάνω επιπέδου δεν μπορούν να αναχθούν σε εκείνα του βασικότερου, εφόσον αναδύονται νέοι νόμοι που δεν έχουν κανένα νόημα στο βασικότερο επίπεδο. Και μόνον αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός της ανάδυσης του νέου που δεν προϋπάρχει στο βασικότερο, θα έπρεπε να είναι ικανό να μας πείσει για το πόσο απατηλή είναι η αναγωγική άποψη που οδηγεί στη θεώρηση του κόσμου ως ένα ανούσιο παιχνίδι δημιουργίας και καταστροφής μορφών ως αποτέλεσμα των βασικών αλληλεπιδράσεων των στοιχειωδών σωματίων. Το νόημα και η ουσία μπορεί να συλλαμβάνεται στο δρόμο, κατά τον σχηματισμό της πολυπλοκότητας, ενώ ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε την πιθανότητα να συμβαίνουν πολλά άλλα πράγματα που δεν υποψιαζόμαστε. Η αναγωγική θεώρηση θα ήταν σωστή αν η πραγματικότητα έμοιαζε ως τουβλάκια Lego, που μπορούν να συνδεθούν με διάφορους τρόπους και δημιουργούν πυργάκια, τοπία και ανθρωπάκια, ακίνητα και κοκαλωμένα όπως και τα τουβλάκια που τα έφτιαξαν. Αφ’ ης στιγμής όμως αυτά αποκτούν ζωή και ιδιότητες που δεν ανευρίσκονται στα τουβλάκια, ο αναγωγισμός δεν νομιμοποιείται ούτε σαν επιστημονική μέθοδος, κι ακόμα περισσότερο σαν καθολική φιλοσοφική θεώρηση της πραγματικότητας.
Εξετάζοντας το φαινόμενο της ζωής π.χ., ο αναγωγισμός θα μπορούσε να σωθεί αν η “ζωτικότητα” ήταν ιδιότητα των στοιχειωδών σωματίων. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να δεχθούμε πως όλα τα αντικείμενα, ακόμα κι οι πέτρες είναι ζωντανά, τουλάχιστον σε τελευταία ανάλυση. Η εναλλακτική άποψη, πως η ζωή συλλαμβάνεται σε κάποιο επίπεδο οργάνωσης της ύλης, αποτελεί μια de facto αποδοχή πως πραγματικά σπουδαία πράγματα μπορούν να αναδυθούν σε ανώτερα επίπεδα. Αυτό όμως αναιρεί τις “διαλυτικές” συνέπειες της αναγωγικής αντίληψης επί του μύθου. Αφού σπουδαία πράγματα, όπως η ζωή, είναι δυνατό να αναδύονται σε κάποια επίπεδα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρείται πως τα νοήματα και οι σημασίες εξαϋλώνονται μαζί με τα στοιχειώδη σωμάτια. Πολλά άλλα εξαιρετικά πράγματα μπορούν να υπάρχουν που θα αποκαλυφθούν ή είναι δυνατό να δημιουργηθούν στο μέλλον. Η θλιβερή εικόνα της πραγματικότητας ως μιας ανούσιας εναλλαγής μορφών δεν νομιμοποιείται. Αντιθέτως, και πάλι διαπιστώνουμε πως η πραγματικότητα είναι απολύτως ανοικτή στο νέο, το απρόβλεπτο, το εξαιρετικό και ως εκ τούτου στο μύθο.
Το παγερό αντιμυθικό τοπίο συμπληρώνει η πεποίθηση πως τα έμβια είδη κι ο άνθρωπος έχουν προκύψει μέσω της φυσικής επιλογής στη βάση αποκλειστικά τυχαίων μεταλλάξεων. Αποκλειομένης κάθε λαμαρκιανής εκδοχής μεταβίβασης ιδιοτήτων και αποθέτοντας στα γονίδια όλη τη σχετική αρμοδιότητα, φαίνεται δικαιολογημένη η άποψη πως το κάθε βήμα εξέλιξης είναι απόρροια αλλαγών που συμβαίνουν στα κομμάτια των μορίων του DNA των γαμετικών κυττάρων. Οι αλλαγές αυτές, οι καλούμενες μεταλλάξεις, προερχόμενες από την ηλιακή ή την κοσμική ακτινοβολία ή από χημική αλληλεπίδραση, μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ως λάθη. Η κρατούσα βιολογική άποψη προβλέπει πως μετά από ένα τεράστιο αριθμό λαθών, σε ένα τεράστιο βάθος χρόνου, κάποια από αυτά τα λάθη αντί να αποφέρουν προβλήματα και αποδιοργάνωση στα άτομα με το “χαλασμένο DNA“, το καθιστούν ικανό να επιβιώσει αποτελεσματικότερα σε δοσμένες χωροχρονικές συνθήκες, ευνοώντας την αναπαραγωγή και την επικράτησή του. Οι φιλοσοφικές συνέπειες μιας τέτοιας αντίληψης για την εξέλιξη είναι προφανώς καταλυτικές για το μύθο. Αν η ύπαρξη μας ως βιολογικές οντότητες και η εξέλιξή μας στο επίπεδο του σκεπτόμενου ανθρώπου ήταν το προϊόν κάποιων “ευνοϊκών λαθών”, οι δυνατότητες ανάδυσης κάποιου νοήματος περιορίζονται σημαντικά.
Δεν είναι στις προθέσεις μου να υποστηρίξω πως πίσω από τη βιοποικιλότητα και την εξέλιξη βρίσκεται ο Θεός ή κάποιες αρχές οργάνωσης που μας διαφεύγουν. Αυτό που υποστηρίζω είναι πως η άποψη ότι η εξέλιξη είναι προϊόν αποκλειστικά των τυχαίων μεταλλάξεων δεν είναι ένα επιστημονικό δεδομένο αλλά μια υπόθεση, που ναι μεν είναι θεμιτό να διατυπώνεται, είναι απαράδεκτο ωστόσο να αποκλείει κάθε άλλη επίσης πιθανή εκδοχή.
Παρ’ ότι αυτό που διδάσκεται σήμερα στα σχολεία είναι πως η μεταφορά των γενετικών πληροφοριών λαμβάνει χώρα από το DNA προς τις πρωτεΐνες, υπάρχουν αρκετοί τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να κατανοηθεί κι ένας αντίστροφος καθορισμός που θα ήταν υπεύθυνος για μια επιγενετική μεταβίβαση ιδιοτήτων. Θα μπορούσε “κατά την κυτταρική διαίρεση να μεταβιβάζεται όχι μόνο η δομή των γονιδίων αλλά και η ενεργειακή τους κατάσταση” αναφέρει ο Henri Atlan (Το τέλος της παντοκρατορίας των γονιδίων, σελ. 51). Στο ίδιο βιβλίο, παρακάτω, συμπληρώνει “ένα παρόμοιο φαινόμενο επιγενετικής μεταβίβασης μπορεί να παρατηρηθεί κάθε φορά που υπάρχει μια αναδρομική θετική ανατροφοδότηση. Μπορεί να πρόκειται για μια αντίδραση κατά την οποία μια πρωτεΐνη αυτοκαταλύεται προκαλώντας μια αλλαγή σε μια κατάσταση…”. (σελ. 54) Η διεξοδική όμως παράθεση των σχετικών βιολογικών απόψεων είναι πέραν των σκοπών αυτής της μελέτης. Ας προσθέσουμε μόνο πως απόψεις όπως οι παραπάνω δεν θα πρέπει να θεωρηθούν αιρετικές και φευγαλέες. Ο ένας εκ των δύο στους οποίους αποδόθηκε η αποκάλυψη της δομής του DNA, James Watson, σε συνέντευξή του στο Scientific American October 2003 αναφέρει “Τι καθορίζει το εάν θα λειτουργεί ένα συγκεκριμένο τμήμα DNA στο χρωματόσωμα από τη στιγμή που είναι καλυμμένο με τις ιστόνες; Μπορεί να κληρονομούμε κάτι πέρα από την αλληλουχία του DNA. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό ενδιαφέρον της γενετικής σήμερα.”
Θα ήταν γόνιμο ακόμα να υπενθυμίσουμε πως η βεβαιότητα επί του σχετικού θέματος έχει ήδη υποστεί σημαντικά ρήγματα, αποδείχνοντας πόσο αδόκιμος είναι ο ακόμα χρησιμοποιούμενος όρος “δόγμα”, που είχε εισάγει ο Francis Crick, ο έτερος της μεγάλης ανακάλυψης του DNA. Το “δόγμα” που προέβλεπε πως η γενετική πληροφορία ακολουθεί την γραμμή DNA → RNA→ πρωτεΐνες, έχει ήδη αναθεωρηθεί εφόσον βρέθηκαν περιπτώσεις όπου η γενετική πληροφορία μπορεί να περνάει από το RNA στο DNA, ενώ κι η άποψη πως τα ένζυμα είναι πρωτεΐνες αναθεωρήθηκε μετά την ανακάλυψη νουκλεϊκών οξέων με ενζυμικές ιδιότητες, τα λεγόμενα ριβόζυμα. Αν σε κάθε περίπτωση, είναι παντελώς ανόητο να μιλά κανείς για δόγματα στην επιστήμη, στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανοησία αυτή έχει ήδη δειχθεί. Οι βεβαιότητες φαντάζουν ιδιαίτερα γελοίες στην βιολογία όπου δεν γνωρίζουμε πώς ξεπήδησε ούτε η πιο απλή μορφή ζωής, και δεν έχουμε καταλάβει πώς δημιουργήθηκε ή μπορεί να δημιουργηθεί κύτταρο[25].
Είναι λοιπόν πιθανόν, με έναν ή περισσότερους τρόπους, που δεν έχουμε ακόμη αποκαλύψει, η εξέλιξη να είναι προϊόν όχι μόνο των τυχαίων λαθών σε ένα μόριο, αλλά και άλλου τύπου επιδράσεων του περιβάλλοντος ή αλλαγών που πραγματώνουν τα άτομα στην προσωπική τους ιστορία. Αυτό σημαίνει πως η ζοφερή αίσθηση ότι είμαστε προϊόντα τυφλής τύχης που απαξιώνει κάθε νόημα δεν είναι αναγκαστικά αληθής.
Η αποδοχή του μύθου
Στην ταινία “Η ζωή είναι ωραία”, ο Roberto Benini, βρίσκεται με το γιο του σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης Γερμανών, κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για να μην φοβηθεί το παιδί του λέει πως παίρνουν μέρος σε ένα διαγωνισμό, ο νικητής του οποίου θα γυρίσει στο σπίτι του με ένα άρμα, ως έπαθλο. Μετά την ήττα των Γερμανών, ένα συμμαχικό άρμα παίρνει το μικρό και τον πάει σπίτι του, κάνοντας αληθινό τον μύθο που ο σκοτωμένος πια πατέρας του τού έλεγε. Νομίζω πως αυτός είναι ένα καλλιτεχνικός τρόπος απόδοσης της ίδιας ιδέας που η μελέτη αυτή αναδεικνύει: ζούμε σε μια ανοικτή στο μύθο πραγματικότητα.
Το ότι χρειαζόμαστε το μύθο ως κίνητρο ζωής και ως τάξη στο Σύμπαν, δεν είναι κάτι που το αναγνωρίζουν μόνο οι άνθρωποι των απλοϊκών θρησκειών, των δεισιδαιμονιών, της πίστης σε οτιδήποτε παράξενο και μυστηριακό. Εξαιρετικοί επιστήμονες, όπως ο Jacques Monod, που υπήρξε από τους μεγαλύτερους αναγωγιστές βιολόγους, αναγνωρίζοντας πως “…η αξίωση για μια ολοκληρωτική, πειθαναγκαστική ερμηνεία, είναι έμφυτες…“, και πως ίσως “…ο άνθρωπος νάχει ανάγκη το ξεπέρασμα του εαυτού του, την υπερβατικότητα” αναζητούν τους δικούς τους μύθους, τα δικά τους μυθικά κρατήματα στη ζωή. Νιώθω την ανάγκη να σχολιάσω την πρόταση του Monod πως: “…η ηθική της γνώσης θα μπορούσε, ίσως, να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας. Ορίζει μιαν υπερβατική αξία, την αληθινή γνώση…” (“Η τύχη και η αναγκαιότητα” σελ. 225)
Οφείλω να ομολογήσω πως οι σκέψεις αυτές του Jacques Monod, με είχαν βαθύτατα επηρεάσει για πάρα πολλά χρόνια. Πίστευα κι εγώ πως είχα υιοθετήσει στα πλαίσια της “επινόησης του εαυτού μου” (Σαρτρ), τον μύθο που πρότεινε: την αληθινή γνώση, και πίστευα βαθιά πως ήταν η μόνη υπερβατική αξία, η μόνη παλικαρίσια στάση ζωής, την οποία θα έπρεπε να υιοθετήσουν όλοι οι άνθρωποι. Πολλές όμως παρατηρήσεις και γεγονότα από τότε με έχουν κάνει να αμφισβητήσω αυτή την άποψη. Ας αναφερθώ σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:
· ο μεγάλος μου γιος είναι πιανίστας κι όχι επιστήμονας, όπως κατ’ αρχήν θα ήθελα. Αυτό που κάνει είναι να προσπαθεί να παίζει καλά (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό) ορισμένα μουσικά θέματα. Τρομερά ασήμαντο μπροστά στη αληθινή γνώση θα σκεφτόταν ίσως ο Monod κι εγώ θα συμφωνούσα οπωσδήποτε. Όμως, αυτό που διαπίστωνα ήταν πως ο γιος μου, μέσα από αυτή την δραστηριότητα, αλλά και τη μελέτη των βιογραφιών και των απόψεων μεγάλων καλλιτεχνών, έφτανε στα ίδια σημαντικά συμπεράσματα για τη ζωή, τον άνθρωπο, την ύπαρξη, που εγώ αυθορμήτως υπέθετα πως απαιτούσαν την “αληθινή γνώση”. Τίποτε δεν έδειχνε πως ο δρόμος του ήταν υποδεέστερος.
· πριν αρκετά χρόνια, συνάντησα έναν γέροντα μοναχό, κοντά στην ηλικία των 90 χρόνων, που βασικά έμενε μόνος του σε ένα μοναστήρι στην Αλόννησο και είδα την καλοσύνη, την ηρεμία, την γαλήνη και την ομορφιά ψυχής αυτού του ανθρώπου, που όχι μόνο ήταν δυσεύρετη μεταξύ αυτών που ασχολούνταν με την “αληθινή γνώση” αλλά και τουλάχιστον περίεργο το πώς μπόρεσε να επιτευχθεί από έναν άνθρωπο τόσο απλοϊκής πίστης, που παρασάγγας απείχε της “αληθινής γνώσης”. Πολλές φορές από τότε έχω διαπιστώσει πως η ψυχική γαλήνη δεν είναι προνόμιο καμιάς ειδικής κοινωνικής ομάδας: επιστημόνων ή αμόρφωτων, θρησκευόμενων ή άθρησκων, πλούσιων ή φτωχών, “επιτυχημένων” ή ασήμαντων. Πρόκειται για καθαρά προσωπική υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο άνθρωπος που πετυχαίνει την ψυχική γαλήνη φαίνεται πως έχει καταφέρει να βάλει με τον τρόπο του τάξη στο Σύμπαν και να μειώσει ή να απαλλαγεί από τον εφιάλτη του εγωκεντρισμού.
Κάθε φορά που άκουγα τον πατέρα μου (έναν αμόρφωτο άνθρωπο, που μπορεί να περνάει ώρες ατέλειωτες χωρίς να κάνει τίποτε σημαντικό) να αναρωτιέται “πώς θα περάσει την ώρα του;” σκεφτόμουν πόσο ανάξιο πράγμα είναι η αναζήτηση κάποιου τρόπου “για να περάσει η ώρα”. Ο δικός μου χρόνος ήταν πάντα τόσο λίγος και οι ανάγκες μελέτης ατελείωτες. Κάποια μέρα όμως, όταν για κάποιο λόγο όσα έγραφα και διάβαζα μου φάνηκαν ανούσια, και δεν μπορούσα να πάω για γυμναστική, διαπίστωσα πως είχα πραγματικά πρόβλημα στο “πώς θα πέρναγε η ώρα μου”. Στην πραγματικότητα, διαβάζοντας και γράφοντας, δεν έκανα τίποτε περισσότερο από το να αναζητώ τρόπους που ταιριάζανε σε μένα ώστε να “περνάω την ώρα μου”. Ο φίλος μου ο Ηλίας δημιουργεί καλλιτεχνικά, η συνάδελφός μου η Άντρυ κάνει χειροτεχνήματα, ο γείτονάς μου ο κυρ Βασίλης φτιάχνει και κάνει βόλτες με το μικρό ιδιωτικό του αεροπλανάκι, ο παππούς δημιουργεί άνθη και φυτά στον κήπο του, η κυρά Ντίνα μαγειρεύει και πλέκει, κι άλλοι παίζουν σκάκι, χαρτιά ή συζητάνε στα καφενεία. Έχοντας πλέον σήμερα επίγνωση του πόσα θέματα ανοίγονται που δεν έχω τη δυνατότητα να επεξεργαστώ κάθε φορά που μελετώ κάτι, και πως είναι πολύ πιθανόν ανάμεσα στα όσα μου διαφεύγουν να είναι πράγματα που θα ανέτρεπαν ή θα καθιστούσαν ασήμαντα αυτά που θεωρώ σημαντικά, καταλαβαίνω πως η τάξη που δημιουργώ μελετώντας (όπως καλή ώρα γράφοντας το παρόν κείμενο) είναι απολύτως επισφαλής. Μου είναι πια πολύ καθαρό πως η δική μου ενασχόληση μπορεί να μην είναι καθόλου σημαντικότερη από οποιουδήποτε άλλου, πως σε τελευταία ανάλυση αυτό που όλοι αναζητούν είναι το “πώς θα περάσει καλά η ώρα τους” και πως πολύς κόσμος τα καταφέρνει καλύτερα από μένα σε αυτόν τον τομέα. Επιπροσθέτως, έχω αντιληφθεί πως δεν επέλεξα το δρόμο του Monod, της αναζήτησης δηλαδή της επιστημονικής αλήθειας, “επινοώντας τον εαυτό μου”, όπως πίστευα. Πέραν του γεγονότος πως προσπαθούσα να απαντήσω ερωτήματα πολύ πριν διαβάσω το Monod, γιατί αυτό μείωνε τους φόβους κι αύξαινε την αίσθηση ασφάλειας σε μένα, θεωρώ πως ο κάθε άνθρωπος ελάχιστα επιλέγει το τι του ταιριάζει. Αυτό μάλλον καθορίζεται από τι είναι, τις επιδράσεις που δέχεται και τις δυνατότητες που προσφέρονται από το περιβάλλον. Σήμερα ξέρω πως δεν διαλέγω να γράφω και να μελετάω: μάλλον δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, έχω ελάχιστες πέραν αυτού δυνατότητες να “περνάω καλά την ώρα μου” κατά το διάβα μου από τη ζωή αυτή.
Αν όμως περισσότερο οδηγούμαστε και λιγότερο επιλέγουμε, ποιος ο σκοπός αυτής της μελέτης; Πιθανώς η νομιμοποίηση αυτής της προσωπικής πορείας και η δικαίωση του προσωπικού νοήματος και τάξης.
Μήπως όμως είναι το παιχνίδι της ζωής στημένο;
Όταν το μαύρο πέπλο της κατάθλιψης σκιάζει το νου, όλη η ζωή μοιάζει ανούσια. Ο άνθρωπος σε τέτοιες στιγμές θεωρεί πως τίποτε δεν έχει νόημα εφόσον η παρακμή και ο θάνατος δεν μπορούν να αποφευχθούν. Ακόμα κι οι πιο όμορφες και φωτεινές μνήμες του παρελθόντος ανακαλούνται ως γκρίζες και άχρωμες, ενώ το μέλλον μοιάζει ζοφερό, ικανό να φέρει μόνο γηρατειά, παρακμή και αρρώστιες κι απόλυτα ανήμπορο για οτιδήποτε καλό, αληθινά καινούργιο, που να δίνει νόημα στην άσκοπη ύπαρξη. Στην περίπτωση που υπάρχει κάποιο ανίατο νόσημα ή μια μεγάλη συμφορά, ο άνθρωπος είναι πιθανό να μην μπορεί να δει πώς είναι δυνατό να αρθούν οι συνέπειες του και να νιώθει πως η ζωή από δω και μπρος θα είναι ένα ατέλειωτο μαρτύριο πόνου, φόβου και ντροπής. Τότε μπορεί να μοιάζει ο θάνατος λύτρωση. Προσωπικά, δεν αποκλείω την ευθανασία σε τελείως ειδικές περιπτώσεις ανιάτου νοσήματος και προχωρημένης ηλικίας. Η άρνηση της ζωής, ωστόσο, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, δεν νομίζω πως μπορεί να τεκμηριωθεί.
Η πρώτη θεμελιώδης αντίφαση στην καταθλιπτική εναντιομορφική πεποίθηση πως η ζωή είναι ένα στημένο παιχνίδι, προέρχεται από το γεγονός πως δεν ξέρουμε καν τι είναι η ζωή. Και προφανώς μια κατηγορηματική άρνηση προϋποθέτει πως ξέρεις ότι αυτό που αρνιέσαι είναι άξιον άρνησης.
Δεν ξέρουμε τι είναι η ζωή από πάρα πολλές απόψεις. Βιολογικά κατ’ αρχήν, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα ζωντανό κύτταρο από τα υλικά που το αποτελούν και κανείς δεν κατέχει όλα τα μυστικά της λειτουργίας του. Αν αυτό φαντάζει αδιάφορο, μια και η παρατήρηση τόσων χρόνων δείχνει πως τα κύτταρα όλων των οργανισμών γερνούν και πεθαίνουν, θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως δεν είναι. Η αυριανή αποκάλυψη κάποιων από τα μυστικά της λειτουργίας του κυττάρου ή του συνόλου οργανισμού είναι πιθανό να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμα κι αυτόν τον βιολογικό θάνατο, ενώ είναι σίγουρο πως οι απόψεις μας θα υφίστανται διαρκή τροποποίηση υπό το φως των νέων ανακαλύψεων, με τρόπο που κανείς φυσικά δεν μπορεί να περιγράψει ή να φανταστεί εκ των προτέρων, εφόσον κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως ήδη συνελήφθη αυτό που πρόκειται αύριο να βρεθεί.
Θα μπορούσε όμως να αντιτείνει κάποιος επιμένοντας, πως οι πρακτικές συνέπειες όλων αυτών, όσον αφορά στην παρακμή και στο θάνατο, ήταν μικρές ή αμελητέες και υπ’ αυτήν την έννοια το παιχνίδι παραμένει στημένο, εφόσον η κατάληξή του, το τι θα φέρουν τα ζάρια τελικά, είναι εκ των προτέρων γνωστή. Μια τέτοια όμως επαγωγική σκέψη δεν είναι σωστή. Αυτό που έχει συμβεί μέχρι σήμερα δεν είναι βέβαιο πως θα συμβαίνει κι αύριο. Κι αυτό αφορά τόσο το ότι ο ήλιος θα ανατείλει, όσο κι το ότι δεν θα γίνει κατορθωτή η επαφή με κάποια προηγμένη εξωγήινη μορφή ζωής που θα μπορούσε να μας αποκαλύψει κάποια καταπληκτικά μυστικά που θα άλλαζαν τελείως τα δεδομένα. Υπάρχουν πολλά ανατρεπτικά σενάρια που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, έχοντας πάντα κατά νου πως η φαντασία μας αποδείχνεται πάντα απείρως φτωχότερη από την πραγματικότητα. Εκτός της βιολογικής αθανασίας και τους εξωγήινους, ορισμένες όχι και τόσο απίθανες προοπτικές, που θα μπορούσαν να φέρουν τα πάνω-κάτω, είναι η επίτευξη υψηλότερης νόησης με την υβριδική λειτουργία νευρικού συστήματος-ηλεκτρονικού κυκλώματος και ανακαλύψεις από το χώρο της φυσικής, όπως η σκοτεινή ύλη και ενέργεια, η φύση της βαρύτητας, οι πολλές διαστάσεις, τα παράλληλα σύμπαντα, πώς πραγματώνεται η περίφημη δράση από απόσταση της κβαντικής φυσικής, μια νέα- άγνωστη αλληλεπίδραση, η υπέρβαση της ταχύτητας του φωτός… Μπορώ να γράφω ασταμάτητα τέτοια σενάρια και ξέρω πως ο καθένας είναι σε θέση να φανταστεί αναρίθμητα άλλα. Δεν έχω καμιά διάθεση για προβλέψεις του μέλλοντος, γιατί νομίζω πως στα συστήματα τεραστίου βαθμού πολυπλοκότητας το τι στο μέλλον θα αναδειχθεί ως καθοριστικό, είναι αδύνατο να προβλεφθεί. Το τυχαίο έχει ένα τεράστιο ρόλο να διαδραματίσει. Η αξία της αναφοράς μερικών πιθανών σεναρίων ανατροπής της υπάρχουσας πραγματικότητας, δεν βρίσκεται στην πιθανότητα που έχουν να προβλέψουν το μέλλον, εφόσον τα περισσότερα ή όλα μπορεί να αποδειχθούν τελείως άσχετα απ’ όσα το μέλλον θα φέρει. Αυτό που δείχνουν όμως είναι πως δεν μπορούμε να θεωρούμε στημένο ένα παιχνίδι απείρου πολυπλοκότητας, για το οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα. Η οπτική που βλέπει την πραγματικότητα στατική και προβλέψιμη είναι απλώς αποτέλεσμα ψευδαίσθησης που προέρχεται κατά κύριο λόγο από την τάση που έχουμε να θεωρούμε πως αυτό που συμβαίνει στο μικρόχρονο και μικρότοτοπό μας είναι αιώνιο και διαχρονικό. Αν για την μέχρι σήμερα πορεία της ζωής στη γη οι τρομερές φυσικές αλλαγές που συνέβησαν, όπως η μεταβολή της ατμόσφαιρας από αναγωγική σε οξειδωτική, η εξαφάνιση των δεινοσαύρων κι ενός τεραστίου ακόμα αριθμού ειδών ή και ιστορικών, όπως το τέλος της δουλείας, η νομική εξίσωση των φύλων, η ανεξιθρησκία, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να συμβούν, κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει πως στις μέρες του δεν θα γίνει μάρτυρας τρομερών κοσμοϊστορικών αλλαγών. Ας μην ξεχνάμε πως πριν λίγο καιρό ζήσαμε την εν “μια νυκτί” κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων.
Μετά από μια αθλητική δραστηριότητα, σε μια καλή ημέρα, δίναμε ραντεβού με τους φίλους για την επόμενη, χωρίς συνήθως να σκεφτόμαστε πως αύριο θα μπορούσε να είναι πολύ άσχημος ο καιρός, όταν εκείνη την ώρα δεν υπήρχε καμιά ένδειξη αλλαγής. Παρ’ ότι πολλές φορές διαψευστήκαμε, διαρκώς το ξεχνάγαμε. Όταν κάποτε κλειστήκαμε για πολλές μέρες μέσα στα σπίτια από το πολύ χιόνι που είχε πέσει, παρατήρησα πως αυτή η τόσο ασυνήθιστη για τα δεδομένα της Ελλάδας κατάσταση μου φαινόταν αιώνια, πως τα χιόνια δεν θα έλιωναν ποτέ, σα να ήταν πάντα κακοκαιρία. Είναι απίστευτο πόσο τραγικά κοντόθωρη είναι η σκοπιά μας, πόσο η μούρη μας κολλάει στον τοίχο που βρίσκεται μπρος μας αδυνατώντας να θυμηθεί ό,τι βρίσκεται πίσω του. Η εναντιομορφική μονομέρεια και το κόλλημά μας στο εδώ και τώρα, η φτώχεια της δυνατότητας να αναγνωρίσουμε αληθινά πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα πράγματα από αυτό που τώρα βιώνουμε, θα πρέπει να βρίσκονται πάντα στο νου μας, ιδιαίτερα στις στιγμές της κατάθλιψης.
Στην αμερικάνικη ταινία “Φόρεστ Γκαμπ”, ένας αξιωματικός νιώθει έχθρα για τον καθυστερημένο πρωταγωνιστή στρατιώτη που τον έσωσε σε μια μάχη στο Βιετνάμ αλλά αυτός θα ήθελε να τον είχε αφήσει να πεθάνει γιατί τώρα υποχρεώνεται να ζει χωρίς τα δυο του πόδια. Σε μια εξαιρετική στιγμή της ταινίας, πολλά χρόνια μετά, όταν έχει μάθει να ζει έτσι και να χαίρεται τη ζωή του, ο αξιωματικός τον ευχαριστεί νιώθοντας πως τον έσωσε και του επέτρεψε να ζήσει στιγμές που με τίποτε δεν θα μπορούσε να διανοηθεί πριν πως θα μπορούσαν να υπάρξουν.
Οφείλουμε πάντα να θυμόμαστε, όχι ως ψεύτικη παρηγοριά μπροστά στην “αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι”, αλλά ως μια απόλυτα ακριβή αλήθεια πως η πραγματικότητα δεν είναι μόνο που αυτό βλέπουμε τη στιγμή αυτή, ούτε απλή προέκταση των όσων μέχρι σήμερα είδαμε. Μια πρωτόγνωρη ερωτική σχέση, μια καινούργια φιλία, μια προσωπική ανακάλυψη, μια μυστικιστική εμπειρία, το άνοιγμα ενός νέου δρόμου και μιας νέας προοπτικής μπορούν να κάνουν τη ζωή, ακόμα και στο τελείως προσωπικό επίπεδο, χωρίς να συμβεί κανένα μεγαλειώδες συμπαντικό, γεωλογικό, κοσμοϊστορικό γεγονός, να πάρει μια τόσο απρόσμενη διάσταση από τη μια στιγμή στην άλλη, που δεν υπήρχε κανένας τρόπος να διαγνωστεί από πριν.
Το αίτημα που προκύπτει από τα ανωτέρω δεν είναι κατά τη γνώμη μου αυτό που αιτούνται οι διάφοροι σύμβουλοι της “ψυχικής υγείας”, στα βιβλία συνταγών, να ζει δηλαδή κανείς στη λάσπη και να ονειρεύεται ασυστόλως τα υπέροχα που μπορούν να του συμβούν, είτε πως θα γίνει ικανός να πετάξει ως ο “Γλάρος Ιωνάθαν”, αρκεί να το θέλει. Αυτά δικαιολογημένα δεν μπορούν να είναι πειστικά στην μαύρη ώρα της ισοπέδωσης των πάντων. Μπορεί όμως να είναι η μετριόφρων στάση πως δεν τα ξέρουμε όλα για να τα απορρίψουμε. Πως ίσως ο Χικμέτ δικαιωθεί και αποδειχθεί αύριο πως “τα πιο ωραία ταξίδια μας δεν τα είχαμε ακόμα ταξιδέψει”. Πως, όπως στη ζεστή μέρα αυτό που γυαλίζει στην άσφαλτο δεν είναι νερό, έτσι και η πεποίθηση πως το μαύρο είναι το μόνο χρώμα μπορεί απλά να είναι ψευδαίσθηση.
Μήπως η ζωή κρύβει περισσότερο πόνο από χαρά;
Επειδή ο πόνος κι η χαρά είναι υποκειμενικά βιώματα, το ερώτημα αυτό θα πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ως διερεύνηση του αν η ζωή θέτει εξ αντικειμένου τον άνθρωπο σε περισσότερα βάσανα ή χαρές.
Είναι προφανές πως σε συνθήκες μη πλήρωσης των πρώτιστων βιολογικών αναγκών κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται καλά. Αν υποθέσουμε όμως τη στοιχειώδη κάλυψή τους, είμαστε σε θέση να πούμε κάτι ουσιώδες όσον αφορά στο τι θα έκανε έναν άνθρωπο χαρούμενο και τι θα τον έκανε δυστυχή; Παρατηρώντας γύρω μας, όλοι θα συμφωνούσαμε πως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τα χρήματα, τη δόξα, τη μόρφωση, την κάθε λογής κοινωνική επιτυχία, ως ικανή συνθήκη για να γείρει η πλάστιγγα της ζωής προς της μεριά της χαράς, εφόσον πάρα πολλοί “πετυχημένοι” δεν το πέτυχαν, ενώ ούτε η φτώχεια, η αμορφωσιά και η κάθε λογής κοινωνική αποτυχία είναι φυσικά ικανές να μας κάνουν χαρούμενους. Το γεγονός πως σε όλα τα στρώματα και τις τάξεις του πληθυσμού μιας χώρας, όσο και σε όλα τα έθνη της γης, θα βρει κανείς τη χαρά και τον πόνο να κατανέμονται με μάλλον άναρχο και απρόσμενο τρόπο στις ψυχές των ανθρώπων, μας υποχρεώνει να δεχτούμε πως η χαρά και ο πόνος είναι περισσότερο υποκειμενική υπόθεση παρά αντικειμενικό δεδομένο της ζωής. Σε ένα ντοκιμαντέρ από κάποια χώρα της Λατινικής Αμερικής είδα να μιλάει ένας άνδρας που έμενε σε ένα σπίτι με πολλά παιδιά, τρομερή αθλιότητα, που κάθε στιγμή κινδύνευε να πνιγεί από ένα βουνό-λάσπη, στις παρυφές του οποίου ήταν κτισμένο το σπίτι. Έλεγε πως ήταν όλα καταπληκτικά. Πως αγαπούσε ακόμα και αυτή την αίσθηση του κινδύνου της κατολίσθησης και πως δεν θα ήθελε να πάψει να υφίσταται. Πως δεν θα ήθελε να ζει πουθενά αλλού στον κόσμο. Κι ενώ αυτός ο άνθρωπος ένιωθε τόσο όμορφα ζώντας στην αθλιότητα και τον τρόμο, για όλους εμάς, όλοι γνωρίζουν πως είναι δυνατό να ασφυκτιά και να καταθλίπτεται κάποιος άλλος μέσα στα χρυσά παλάτια.
Αναλογίζομαι αυτή τη στιγμή δυο γνωστές μου γυναίκες. Η μία, λίγο πάνω από τα 40 χρόνια, που έκανε αφαίρεση των γεννητικών της οργάνων μετά από διάγνωση καρκίνου. Πριν λίγους μήνες μου είπε πως διαπίστωσε ότι ο καρκίνος δεν είναι μια τόσο κακιά αρρώστια: “σε κάνει να καταλάβεις το πόσο πολύτιμη είναι η ζωή και επειδή δεν σε σκοτώνει γρήγορα σου αφήνει και τη δυνατότητα να τη ζήσεις ομορφότερα από πριν”. Η άλλη είναι μια πολύ νεότερη κοπέλα γύρω στα 18 χρονών. Δεν έχει κανέναν άλλο πρόβλημα υγείας, πέραν του αχαλίνωτου φόβου της πως είναι άρρωστη. Καθημερινά παραπονιέται για κάτι, κλαίει διαρκώς, φοβάται τα πάντα, νιώθει να ζαλίζεται και είναι μονίμως ευσυγκίνητη. Χωρίς αμφιβολία, ο άνθρωπος που είναι υγιής έχει περισσότερες πιθανότητες να νιώθει καλά από έναν καρκινοπαθή, όμως ούτε κι αυτή η ακραία κατάσταση της υγείας μπορεί να μας πει το πόσο θα πονάει ή θα χαίρεται ένα άτομο.
“Αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό δεν μπορούν να μας τον πάρουν” έλεγε ο εξόριστος Γιάννης Ρίτσος, ενώ μπορεί να πνίγεται στη δυστυχία ο “ελεύθερος” με “όλο τον κόσμο στα πόδια του”. Τελικά το ότι μπορείς να δεις το μπουκάλι μισοάδειο ή μισογεμάτο δεν είναι πολύ περιγραφικό γιατί το μπουκάλι δεν χρειάζεται να είναι στη μέση: κάποιος, μπροστά στο άδειο μπουκάλι, μπορεί να νιώθει τη χαρά από το πόσο όμορφα ήταν πίνοντας και κάποιος άλλος μπροστά στο γεμάτο να νιώθει θλίψη αναλογιζόμενος πως κι αυτό θα τελειώσει.
Κι επειδή η χαρά είναι ευχάριστο συναίσθημα κι όλοι την επιθυμούμε, ενώ ο πόνος δυσάρεστος κι όλοι τον απευχόμαστε, έχει κάθε νόημα να “επινοήσουμε τον εαυτό μας” έτσι που να ξέρει να χαίρεται και να αποφεύγει τον πόνο.
Η μεγαλύτερη νίκη που έχουν πετύχει έλληνες απέναντι σε κατακτητές δεν ήταν κατά τη γνώμη μου στο Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες ή στην Αλβανία, αλλά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Όπως περιγράφει ο Θέμος Κορνάρος, όταν τους έβαλαν να κουβαλάνε ένα λόφο πέτρες και χώματα από μια μεριά του στρατοπέδου σε άλλη και όταν μετά από μέρες τελείωσαν τους είπαν να το ξαναπάρουν πίσω, κόντευαν να τρελαθούν. Η άσκοπη εργασία αποδείχτηκε μεγαλύτερο μαρτύριο κι από την πείνα και τις άλλες κακουχίες στις οποίες ήλθε να προστεθεί. Τότε όμως ρίχτηκε η ιδέα πως αντί να δουλεύουν άσκοπα, θα μπορούσαν να επινοήσουν οι ίδιοι ένα σκοπό. Τα χώματα κι οι πέτρες θα μπορούσαν να γίνουν πυραμίδα που πάνω της να γράφει “Στρατόπεδο Χαϊδαρίου 1944″. Και πράγματι, ως εκ θαύματος, η αγγαρεία μετατράπηκε σε παιχνίδι. Δεν τρελαινόντουσαν πια, δεν αρρώσταιναν ψυχικά, αντίθετα έμοιαζε να διασκεδάζουν. Τόσο, που ο γερμανός διοικητής του στρατοπέδου διέταξε, αμέσως μόλις τους είδε, να σταματήσουν. Είχαν νικήσει.
Ας αναλογιστούμε αλήθεια: αν ακόμα και το πετροκουβάλημα σε ένα κατεχόμενο στρατόπεδο, στην πιο σκοτεινή στιγμή της ιστορίας μπορεί να μετατραπεί σε ευχάριστη απασχόληση, δεν είναι πράγματι πολύ ταπεινωτικό να μην καταφέρνει κάποιος να δώσει νόημα σε χιλιάδες πράγματα που κάνει ή μπορεί να κάνει ως ελεύθερος άνθρωπος και να αντικρίζει μόνο την πιο σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων; Φυσικά, η άποψη πως το να κουβαλάς πέτρες και χώματα μέσα στην κατοχή είναι μια πολύ θλιβερή πραγματικότητα μοιάζει να είναι “αντικειμενικά” σωστή. Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να πει, όχι αναιτιολόγητα, πως κανένα νόημα δεν έχει αν τα χώματα κι οι πέτρες στοιβαχτούν τυχαία ή στο σχήμα της πυραμίδας. Είναι όμως το ίδιο αληθινό πως το πετροκουβάλημα σου τρώει την ψυχή, ενώ η δημιουργία μιας πυραμίδας σε ψυχαγωγεί. Αν η φύση μας έδωσε τη δυνατότητα, μέσω της σκέψης, να αμφισβητούμε, κι ενίοτε να αρνιόμαστε εν καταθλίψει, το βιολογικό παιχνίδι επιβίωση-αναπαραγωγή-θάνατος, μας έδωσε ταυτόχρονα και τη φαντασία για την υπέρβαση της αγωνίας.
Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι’ είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;
Αναρωτιέται ο Γεώργιος Δροσίνης αμφισβητώντας τον θάνατο, με τον δικό του τρόπο. “Κείνο που μας τρώει κείνο που μας σώζει” είναι οι νοητικές μας ικανότητες. Επινοώντας θεούς κι αξίες, επινοώντας πρώτα απ’ όλα τον εαυτό μας, γινόμαστε ικανοί να είμαστε δημιουργοί κι όχι πετροκουβαλητές κατά το πέρασμά μας από τη ζωή. Δεν υπάρχουν αντικειμενικά επιχειρήματα υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης. Θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει ακόμα και την αξία της πολύπλοκης και πολυδύναμης οργάνωσης, που είναι ο ίδιος όπως και κάθε άνθρωπος, μπροστά στα μόρια και τα άτομα που μας απαρτίζουν, καθόσον αγνοούμε ουσιώδη πράγματα για τη ζωή, τους μικροκοσμικούς και τους συμπαντικούς νόμους.
Η πρότασή μου είναι να μην αρνηθούμε κατ’ αρχήν τη ζωή που δεν γνωρίζουμε τι είναι. Από κει και μπρος ας κάνουμε το πέρασμά μας απ’ αυτήν όχι μια κακόμοιρη προσδοκία του μαρασμού και του θανάτου αλλά ένα ατέλειωτο παιχνίδι επινοήσεων, έναν υπέροχο μουσικό σκοπό. Να καταφέρουμε να πούμε στη “ζωή το μέγα ναι”, όχι μόνο ως βιολογικά όντα που κινούνται αυτόματα για την αυτοσυντήρησή τους, αλλά ως επιλογή που εκπορεύεται από την περιέργεια και την ικανότητα να τα καταφέρουμε. Γιατί, απλά, αυτό μας συμφέρει. Γιατί τα ευχάριστα συναισθήματα είναι καλύτερα από τα δυσάρεστα. Το ζήτημα φαίνεται να ανάγεται στην ικανότητα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί την φαντασία του για να ενεργοποιεί αυτά, αντί των άλλων που τον δυναστεύουν. Ίσως εδώ κρίνεται περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού το αν ο άνθρωπος έχει και είναι εις θέσιν να κάνει χρήση κάποιας ελευθερίας επιλογής.
Γράφοντας τώρα, αυτό επιχειρώ. Να αντλώ τη χαρά που δίνει η δημιουργία νοητικής τάξης και να μειώσω την ισχύ των αρνητικών συναισθημάτων. Προσωπικά, όπως ο Ζακ Μονό, βλέπω στη νοητική τάξη το ομορφότερο παιχνίδι που μπορεί να παίξει κανείς. Όπως το παιχνίδι της δημιουργίας, των μέτρων, των ισορροπιών και της αρμονίας. Σε σωματικό, ψυχικό, καλλιτεχνικό και οποιοδήποτε άλλο επίπεδο. Για το βοσκό, που έδειξε σε ένα ρεπορτάζ η τηλεόραση, το παιχνίδι του έγινε η συλλογή παραδοσιακών εργαλείων και σκευών καθημερινής ζωής και η δημιουργία ενός θαυμάσιου προσωπικού μουσείου. Για ένα νησιώτη, η κατασκευή υπέροχων μικρών πλοίων. Για το Νίκο Καζαντζάκη, η λογοτεχνική γραφή και τον παππού του τον Γκρέκο, η δημιουργία μορφών με τη ζωγραφική. Για το θείο μου το Σταύρο, η κατασκευή “ζωολογικού κήπου” στην αυλή του, με λαδομπογιές και έντονα χρώματα που συναγωνίζονταν τα χρώματα από τα δεκάδες πολύχρωμα παπαγαλάκια που είχε.
Όσο υπάρχει ο ήλιος, η θάλασσα, τα δέντρα, οι εποχές, τα χρώματα, τα ζώα κι οι άνθρωποι, όσο κανείς έχει κάποια από τις αισθήσεις του και μια ελάχιστη νοητική ικανότητα, υπάρχουν πάντα περιθώρια να βρει τον τρόπο να βάλει τη χαρά στη θέση της θλίψης και του πόνου. Είναι μόνο θέμα φαντασίας να επινοηθεί ο εαυτός μας και το νόημα. Οι πάντες έχουν το δικαίωμα σε μια τακτοποιημένη εικόνα του σύμπαντος, με θεό ή θαυμαστή πραγματικότητα που έχει τη δυνατότητα δημιουργίας του απρόσμενου.
|
“Ο άνθρωπος ξέρει επιτέλους ότι είναι μόνος μέσα στην αδιάφορη απεραντοσύνη του Σύμπαντος, απ’ όπου ξεπήδησε τυχαία. Όχι μόνο το πεπρωμένο του μα ούτε και το χρέος του είναι γραμμένο πουθενά.“ |
Ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει πως η απαξίωση της ζωής και του νοήματος είναι αποτέλεσμα αυθαίρετων γενικεύσεων, νηπιακού ή εφηβικού χαρακτήρα. Πως ζει σε μια πολύπλοκη πραγματικότητα τελείως ανοικτή στο μύθο και το νόημα. |
[1] Όσον αφορά στους ιστορικούς μύθους και τους θρύλους, το να τους διακρίνει κανείς από το “πραγματικά” ιστορικό γεγονός, θα πρέπει να είναι μια επίσης δύσκολη υπόθεση. Τα πράγματα είναι κι εδώ πολύ μπλεγμένα, εφόσον ο κάθε ιστορικός δεν μπορεί παρά να παραθέτει τα γεγονότα από κάποια οπτική που δεν μπορεί παρά να είναι μερική, ειδική και υποκειμενική. Έχω πάντως την τάση να δεχθώ πως μπορεί να αποφανθεί κανείς ότι οι ινδιάνοι Ojibwa αποδίδουν στον λαγό ιδιότητες που δεν έχει, όταν πιστεύουν πως έχει ως έργο του να βάζει τάξη στο σύμπαν (Claude Levi-Strauss, σελ 77). Θα θεωρούσα πάντως ένα πολύ δύσκολο, ή αδύνατο, έργο τη θέσπιση κριτηρίων αληθείας και πλάνης των ιστορικών μύθων.
[2] Είναι γεγονός πως ορίζοντας έτσι το μύθο, θα πρέπει σε αυτόν τον ορισμό να υπάγονται και οι φοβίες, εφόσον είναι σε θέση να προκαλούν υψηλού βαθμού συγκινησιακή και νοητική εγρήγορση και μέσω των οποίων αποδίδονται στα πράγματα “μυθικές” διαστάσεις (π.χ. η δυνατότητα μιας αράχνης να μας φάει). Για προφανείς λόγους, οι φοβίες δεν θα τεθούν στο στόχαστρο της ανάλυσής μας, ως ιδιαίτερο αντικείμενο.
[3] Στην εφημερίδα “Τα Νέα”, της 27.12.03 διαβάζουμε: “Η 28χρονη Δήμητρα Κουτσουρίδου έπαθε ολική τύφλωση όταν ήταν οκτώ χρόνων. Από τότε, το όνειρό της ήταν να επιστρέψει στον κόσμο των χρωμάτων, έστω και μεταφορικά. Μεγάλη της αγάπη, από τα σχολικά της χρόνια, ήταν οι ξύστρες. Έτσι οι φίλοι της και οι συγγενείς της άρχισαν να της φέρνουν πολύχρωμες ξύστρες από όλο τον κόσμο. Το 2003 συγκέντρωσε 8541 και κατέλαβε μια θέση στο βιβλίο των ρεκόρ. “Για μένα οι ξύστρες ήταν ένας τρόπος επαφής με τον κόσμο που στερήθηκα… Άγνωστοι σε εμένα άνθρωποι, μου έστελναν ξύστρες από παντού” λέει, από το Βαλτοχώρι Αμυνταίου όπου ζει με τους γονείς της”.
[4] Οι γνωσιακοί ψυχολόγοι τα αναφέρουν ως “πρωτογενή” συναισθήματα ενώ ο Damasio ωςΣελίδα: 7
συναισθήματα “υποβάθρου”.
[5] Σελίδα: 7
Ο πατέρας της κοινωνιοβιολογίας, της επιστήμης δηλαδή που βλέπει τα κοινωνικά δρώμενα μέσα από το πρίσμα της βιολογικής φύσης και συχνά των γονιδιακών επιταγών, Edward Wilson, στο βιβλίο του “Για την ανθρώπινη φύση” γράφει: “Το πιθανότερο είναι τα συμπεριφορικά γονίδια να επηρεάζουν τη μορφή και την ένταση των συναισθηματικών αποκρίσεων, το κατώφλι διέγερσης, την εξοικείωση σε ορισμένα ερεθίσματα έναντι άλλων και το πρότυπο ευαισθητοποίησης σε πρόσθετους περιβαλλοντικούς παράγοντες που κατευθύνουν την πολιτισμική εξέλιξη σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και όχι σε κάποιαν άλλη” (σελ. 62).
Ενώ ο Damasio στο “Λάθος του Καρτέσιου”, αναφερόμενος στις “πρωτογενείς συγκινήσεις γράφει: “Θα έλεγα ότι ούτε οι άνθρωποι ούτε τα ζώα έχουν απαραίτητα συγγενώς έμφυτους φόβους για τις αρκούδες ή τους αετούς (παρόλο που κάποιοι άνθρωποι και κάποια ζώα μπορεί να έχουν τέτοιους φόβους για τις αράχνες ή τα φίδια). Πιθανόν αυτό που μεταβιβάζεται γενετικά να είναι μια συγκινησιακή αντίδραση σε μια προ-οργανωμένη μορφή απέναντι σε αντιληπτικές ιδιότητες ερεθισμάτων από τον έξω κόσμο ή το σώμα μας, μόνα τους ή σε συνδυασμό. Παραδείγματα τέτοιων ιδιοτήτων είναι το μέγεθος (όπως μεγάλα ζώα), το μεγάλο άνοιγμα (στους ιπτάμενους αετούς), το είδος της κίνησης (στα ερπετά), ορισμένοι ήχοι (γρύλισμα), ορισμένες μορφές της κατάστασης του σώματος (ο πόνος κατά τη διάρκεια του εμφράγματος). Τέτοια χαρακτηριστικά, μεμονωμένα ή συνδυασμένα, υπόκεινται σε επεξεργασία και ακολούθως ανιχνεύονται από μια περιοχή του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου, ας πούμε, από την αμυγδαλή. Οι νευρωνικοί πυρήνες της κατέχουν μια προδιάθεση η οποία διεγείρει μια σωματική κατάσταση χαρακτηριστική της συγκινησιακής κατάστασης του φόβου, και μεταβάλλει τη γνωστική επεξεργασία, έτσι ώστε να ταιριάζει στην κατάσταση αυτή. Σημειώστε ότι για να επιτευχθεί μια σωματική αντίδραση δεν χρειάζεται να “αναγνωριστεί” η αρκούδα, το φίδι ή ο αετός όπως είναι, ούτε η γνώση σχετικά με το τι ακριβώς προκαλεί τον πόνο. Αυτό που χρειάζεται είναι αυτές οι πρωτογενείς φλοιώδεις περιοχές να διακρίνουν και να κατηγοριοποιούν ένα βασικό χαρακτηριστικό ή χαρακτηριστικά μιας δεδομένης οντότητας (π.χ. ενός ζώου ή αντικειμένου), και επίσης αυτές οι δομές, όπως η αμυγδαλή, να δέχονται σήματα που αφορούν στη συνδετική τους παρουσία. Ένα κοτοπουλάκι στη φωλιά του δεν ξέρει τι είναι ο αετός, αλλά αντιδρά άμεσα και κρύβει το κεφάλι όταν ένα μεγάλο και γρήγορο αντικείμενο πετά από πάνω του με συγκεκριμένη ταχύτητα” (σελ. 201)
[6] Σελίδα: 8
Εξωλεκτική ή άρρητη κωδικοποίηση είναι εκείνη που δεν είναι καταγραμμένη με λέξεις και συχνά δεν μπορεί να αποδοθεί με λέξεις παρά την προσπάθεια που καταβάλει το “υποψιασμένο” για την ύπαρξή της άτομο.
[7] Σελίδα: 10
Εξαίρεση αποτελούν οι τραυματικές εμπειρίες που θα μπορούσαν με μια μόνο φορά να στεριώσουν ένα αξιολογικό πρότυπο έκλυσης φόβου, όπως ένας σεισμός ή ένας κεραυνός.
[8] Σελίδα: 11
Που σχετίζεται με τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες.
[9] Δεν υπάρχει μια απόλυτα ικανοποιητική νευροφυσιολογική ερμηνεία του φαινομένου, ένα ενδιαφέροντα προβληματισμό ωστόσο μπορεί να βρει ο ενδιαφερόμενος, στο βιβλίο της Ελένης Σαββάκη “Οι παράλληλοι εαυτοί μας”
[10] Σελίδα: 17
Οι φανταστικές εικόνες αυτού που έχει μάθει να σβήνει τη δίψα του με κάκτους σε κάποιο ξερότοπο ή του εσκιμώου στους πάγους, δεν θα είναι βέβαια η βρύση και το τρεχούμενο νερό.
[11] Σελίδα: 18
Αυτό δεν σημαίνει πως ο πολιτισμένος άνθρωπος δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στα ιδιοτελή του κίνητρα και να αντισταθεί στον εγωκεντρισμό του.
[12] Σελίδα: 19
Μια τέτοια τοποθέτηση είναι συμβιβαστή με τη θεώρηση του Gray, (για συστήματα ενεργοποιητικά και ανασταλτικά της συμπεριφοράς: BAS και BIS-Behavioral activation or inhibition systems), που έχουμε αναφέρει. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δώσουμε στο ότι η “ώθηση προς” κι η “αποτροπή από” υποδείχνονται από την βιολογία του οργανισμού, ενώ το “προς τα πού” και το “από τι” υποδείχνονται από την εμπειρία.
[13] Μια πιο μοντέρνα θεωρία χρησιμοποιεί τον όρο “Δεσμό” (Ψυχιατρική Σεπτέμβρη 2003) και “Φιγούρα Δεσμού” για την περιγραφή της σχέσης του νηπίου με τη μάνα ή το άτομο που το φροντίζει.
[14] Έχει επικρατήσει να αναφέρονται με τον αδόκιμο κατά τη γνώμη μου όρο: “κέντρα ανταμοιβής”.
[15] Σύμφωνα με τον Arthur Koestler, αυτή η τάση για αυτοϋπέρβαση, δεν είναι απαραίτητα η καλή των ανθρώπων, όπως εν πρώτοις φαίνεται από τη σύγκριση με την άλλη, την φανερά εγωιστική. Οι μεγαλύτερες καταστροφές και οδύνες της ανθρωπότητας προέκυψαν όχι από τους ατομικούς καβγάδες, αλλά από την ένταξή των ανθρώπων σε ομάδες. Ο “εγωισμός” των ομάδων, που αναπτύσσεται σε ένα δεύτερο επίπεδο που τις οδηγεί στο να στρέφονται ενάντια σε άλλες, είναι που έχει οδηγήσει την ανθρωπότητα στις μεγαλύτερες φρικαλεότητες, στο όνομα πάντα του καλού: της πίστης μας, της πατρίδας μας, των ιδεών μας της ποδοσφαιρικής ομάδας μας κλπ
[16] Άλλες διακρίσεις, όπως εκείνης του Abraham Maslow (52) πχ, σε ανάγκες “έλλειψης” και “ανάπτυξης”, δεν βοηθάει καθόλου την εν προκειμένω κατανόησή μας.
[17] Σοβαρές στρεβλώσεις στην κοινωνικότητα ενός ατόμου σχετίζονται με παθολογικές καταστάσεις, οι οποίες δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο της μελέτης αυτής.
[18] Η τάση αυτοϋπέρβασης δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον αλτρουισμό που θα μπορούσε να οριστεί ως η τάση εξυπηρέτησης αλλότριων αντί των προσωπικών συμφερόντων ενός ατόμου.
[19] Σελίδα: 26
Οι άνθρωποι δεν έχουμε έμφυτη γνώση για τον κίνδυνο του ύψους, όπως έχουν τα περισσότερα ζώα, μεταξύ αυτών και τα σκυλάκια και γατάκια.
[20] Η θέση αυτή που αναπτύσσω εδώ θεωρώ πως είναι συγγενική με τη θέση του Άλφρεντ Άντλερ για το συναίσθημα μειονεκτικότητας του ανθρώπου.
[21] Σελίδα: 27
Κι όχι μόνο ανθρώπινα περιβάλλοντα, εφόσον αφενός μεν η μίμηση αφετέρου δε οι μάχες για κυριαρχία και η ιεραρχική διευθέτηση μπορούν εύκολα να παρατηρηθούν σε πολλές κοινωνίες ζώων, ιδιαίτερα των ανώτερων θηλαστικών και των πρωτευόντων.
[22] Όπως ο Καζαντζακικός Οδυσσέας που γυρνώντας στην Ιθάκη την βρίσκει απελπιστικά κατώτερη των προσδοκιών του και κινά για νέες περιπέτειες.
[23] Σελίδα: 42
Και οι stars πουλάνε γιατί έχουμε ανάγκη να θαυμάζουμε, να ταυτιζόμαστε και να επιδιώκουμε να μοιάσουμε με αυτούς. Αυτό οφείλουμε να το αναφέρουμε για να επισημάνουμε πως κατ’ αρχήν δεν είναι η αγορά που κάνει την ψυχολογία μας αλλά η ψυχολογία μας που υποδείχνει στην αγορά τι να κάνει για να πουλήσει. Η αγορά, σε ένα δεύτερο επίπεδο, έχοντας μόνο στόχο το κέρδος, κι όντας παντελώς αδιάφορη για το κακό που γίνεται στην ανθρώπινη ψυχή, ενισχύει και αναδιοργανώνει την αίγλη του πρώτου. Πιθανότατα, χωρίς αυτή την παρέμβαση, με μια υγιή κοινωνικότητα κι ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα, ο άνθρωπος θα μπορούσε να διαγνώσει πως το να κυνηγά την πρωτιά είναι σα να εξασφαλίζει την αιώνια δυστυχία.
[24] Κι ας μη νομιστεί πως τα συναισθήματα αυτά ήταν απόρροια κάποιου νοητικού δυναμισμού που δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. Θα μπορούσε να δουλέψει μόνος του με όποια θεωρητικά ζητήματα ήθελε (όπως έκανε αργότερα), όταν βρήκε δουλειά στο γραφείο ευρεσιτεχνιών. Η ανεργία, η αίσθηση μηδαμινότητας, η αδυναμία κοινωνικής διάκρισης έπνιγε το νεαρό Αϊνστάιν, όπως κάθε νέο και στη δική μας εποχήΚι ας μη νομιστεί πως τα συναισθήματα αυτά ήταν απόρροια κάποιου νοητικού δυναμισμού που δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. Θα μπορούσε να δουλέψει μόνος του με όποια θεωρητικά ζητήματα ήθελε (όπως έκανε αργότερα), όταν βρήκε δουλειά στο γραφείο ευρεσιτεχνιών. Η ανεργία, η αίσθηση μηδαμινότητας, η αδυναμία κοινωνικής διάκρισης έπνιγε το νεαρό Αϊνστάιν, όπως κάθε νέο και στη δική μας εποχή.
[25] Γι αυτό μπορούν να συνυπάρχουν ακόμα θεωρίες όπως ότι τα βιολογικά μακρομόρια δημιουργήθηκαν τυχαία και συναρμολόγησαν το “απίθανο” κύτταρο, έως ότι η ζωή έχει έλθει στη γη από το μακρινό διάστημα.