Έχω κατ’ επανάληψη αναρωτηθεί γιατί νιώθουμε τόσο συχνά απόκλιση, ανάμεσα σε αυτό που υπαγορεύει η ηθική μας να είμαστε και σε εκείνο που πραγματικά είμαστε. Το διχασμό αυτό τον θεωρούμε σχεδόν φυσιολογικό, αφού μας αποκαλύπτεται διαρκώς, όμως δεν είναι, γιατί η ηθική μας στην ουσία θα έπρεπε τουλάχιστον να μην απόσχει απ’ ό,τι υπαγορεύεται από τα συμφέροντά μας.
Όπως για παράδειγμα δεν θεωρεί κανείς ανήθικη πράξη τη λήψη τροφής ή την αφόδευση, το να αναπνέει, να κινείται, να κοιμάται κλπ. Αυτό που έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι πως τα παραπάνω είναι βιολογικές ανάγκες ενώ οι συγκρούσεις προκύπτουν σε θέματα κοινωνικής διάστασης. Η προφανής απάντηση φαίνεται λοιπόν πως είναι ότι η ηθική μάς επιβάλλεται από τα έξω, από την κοινωνία, η οποία έχει θεσπίσει κανόνες που έρχονται σε αντίθεση με την εσώτερη φύση μας. Αυτό είναι πράγματι αληθές για τις περισσότερες περιπτώσεις που νιώθουμε να διχαζόμαστε, όπως οι περιορισμοί της σεξουαλικότητας, όπου τα συμφέροντα της κοινωνίας μπορεί να είναι διαφορετικά από τις διαθέσεις του ατόμου (οι αιμομικτικές σχέσεις θα αύξαιναν την πιθανότητα γέννησης προβληματικών παιδιών, ενώ οι πολυγαμικές σχέσεις-ιδιαίτερα των γυναικών-θα μπορούσαν να δρουν διαλυτικά, ιδιαίτερα ως προς το ποιος μεγαλώνει τα παιδιά ποιανού). Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, όπου η βασική γενεσιουργός αιτία του διχασμού δεν είναι η κοινωνία αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός. Ας δούμε κάποια παραδείγματα.
Ασφάλεια-ελευθερία
Ως άτομα, είμαστε επιφορτισμένοι με την υποχρέωση της ικανοποίησης των αναγκών μας. Από τις αυτεπιβεβαιωτικές και τις αυτοϋπερβατικές μας ανάγκες επιθυμούμε, για παράδειγμα, ο ερωτικός μας σύντροφος να μας βλέπει ως μοναδικό, να μην επιθυμεί κανέναν άλλον, να είμαστε γι αυτόν το κέντρο του κόσμου. Να είναι δίπλα μας στην κακή μας στιγμή, να μας συγχωρεί αδυναμίες, λάθη, ασχήμια, να αντέχει στην αρρώστια μας. Ωστόσο, στα πλαίσια των ίδιων αυτεπιβεβαιωτικών τάσεων, μπορεί να επιθυμούμε να φλερτάρουμε και να προκαλέσουμε τον θαυμασμό άλλων, το γενετήσιο ένστικτο δεν αναγνωρίζει κανένα πρόβλημα στην ερωτική μας επιθυμία με οποιοδήποτε επιθυμητό από εμάς άτομο, ενώ το ιδιοτελές μας συμφέρον μας ωθεί να αντικαταστήσουμε τον βαρετό, τον ασχημότερο, τον άρρωστο σύντροφο με άλλον καλύτερο. Είναι προφανές πως στην πρώτη περίπτωση ταιριάζει μια θεωρία της αφοσίωσης, αιώνιας πίστης και ανιδιοτελούς αγάπης, ενώ στην άλλη, μια θεωρία ελευθερίας, ανοχής και αντοχής στην αβεβαιότητα. Στην πραγματικότητα, όλοι οι άνθρωποι τις έχουμε και τις δύο, αναδεικνύοντας κάθε φορά εναντιομορφικά εκείνη που μας συμφέρει. Όταν νιώθουμε ανήμποροι και φοβισμένοι αναδεικνύεται η πρώτη, ενώ περνάμε στη δεύτερη όταν ανοίγονται μπρος μας νέες υποσχόμενες δυνατότητες και προοπτικές.
Όσον αφορά τώρα στο τι χαρακτηρίζεται ηθικό, εικάζω πως ηθικό θεωρούμε βασικά τον τρόπο που θα θέλαμε οι άλλοι να συμπεριφέρονται σε μας, πιθανώς γιατί οι ανάγκες μας για ασφάλεια είναι ζωτικότερης σημασίας από τις ανάγκες για βελτίωση και ποικιλία. Για τον χαρακτηρισμό όμως αυτό, σημαντική είναι η κοινωνική συνεισφορά. Η κοινωνία με τα ήθη, έθιμα και το γραπτό λόγο επαινεί και πριμοδοτεί κάθε συμπεριφορά που μοιάζει ή είναι αλτρουιστική, εφόσον αυτή φαίνεται πως ενισχύει τη συνοχή της, σε αντίθεση με την τυπική εγωιστική που φαντάζει πιο αποδιοργανωτική.
Μάνα – ερωμένη. Προστάτης-αρσενικό
Το ζήτημα αυτό δεν είναι σίγουρα τελείως διαφορετικό από το προηγούμενο. Πρόκειται για τον άνδρα που κινείται στο να επανακτήσει τη στοργή και προστασία της μάνας από τη σύντροφό του. Όταν αυτό γίνει, αν η γυναίκα αναλάβει το ρόλο της μάνας, χάνοντας τα στοιχεία της ερωμένης (που θέλει να πηδηχτεί, που είναι το θηλυκό που ικανοποιεί την ανδρική ματαιοδοξία πως έχει μια όμορφη-επιθυμητή γκόμενα δίπλα του που θα ήθελαν οι άλλοι κι ωστόσο την έχει αυτός), καθιερώνεται μεν και εκτιμάται απ’ αυτόν, όμως η ανάγκη του για ερωμένη ζητάει να βρει αλλού την έκφράσή της. Αν η γυναίκα είναι μια γκόμενα χωρίς στοιχεία μάνας, αυτός θα αναζητά την τρυφερότητα.
Η γυναίκα αντίστοιχα, ψάχνει για τον ισχυρό άνδρα προστάτη, τον αφοσιωμένο σε αυτήν. Αν όμως ο σύντροφός της πάψει να της φαίνεται “κυρίαρχο αρσενικό”, επιβήτορας και υποταχτεί υπηρετώντας την, αυτή θα νιώσει έλλειψη, θα νιώσει θλιβερά, πως της λείπει ο πραγματικός άνδρας. Από την άλλη μεριά, αν ο άνδρας της είναι ένα αρσενικό χωρίς καμιά πίστη, που τρέχει πίσω από το κάθε θηλυκό και δεν είναι διατεθειμένος να της προσφέρει φροντίδα, προστασία, στοργή, αυτή κι αν ακόμα παθιάζεται “με τον αλήτη της” θα πνίγεται από ανασφάλεια.
Καθημερινό-εξαιρετικό
Όταν θέλουμε κάποιον άνθρωπο, θεωρείται φυσιολογικό να επιθυμούμε να κάνουμε πολλά πράγματα μαζί του, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, τα πάντα. Αυτή η τάση, αν δεν εμποδίζεται από αντικειμενικές συνθήκες, οδηγεί τους ανθρώπους σε μια συμβιωτική σχέση, σε μια από κοινού ζωή. Εκεί πια, θα δει ο ένας τον άλλον απεριποίητο, άσχημο, να μυρίζει το στόμα του, να κάνει τις σωματικές του ανάγκες, θα βιώσει τις περισσότερες, αν όχι όλες τις αδυναμίες του. Από κει λοιπόν που βλέπονταν στα ραντεβού τους, περιποιημένοι, έτοιμοι με λαχτάρα για τη συνάντηση, φτάνουν να βλέπονται σε οποιαδήποτε συνθήκη, ακόμα και σε κείνες που δεν κολακεύουν. Κι ενώ ο άλλος είχε συνδεθεί νοητικά με την ομορφιά και το υπέροχο, τώρα συνδέεται με ένα σωρό εικόνες, μυρωδιές, ψυχικές καταστάσεις που δεν είναι ούτε ερωτικές, ούτε κολακευτικές. Κι εκεί που ήταν εξαιρετικός γίνεται καθημερινός και τετριμμένος.
Όμως, στο πίσω μέρος του μυαλού μας, στη μυθολογική μας ταξινόμηση, οι υπέροχοι είναι υπαρκτοί. Κι αν αυτός ο άνθρωπος μπρος μας κατέστη καθημερινός, κάποιος άλλος υπάρχει εκεί έξω ως το ιδανικό που μας λείπει.
Όταν λοιπόν ο υπέροχος έρωτάς μας δεν μπορεί να είναι ο συγκάτοικός μας, ο άνθρωπος που μοιραζόμαστε τα πάντα, αγωνιούμε, πάσχουμε από την έλλειψή του. Αν συζήσουμε μαζί του, το πιθανότερο είναι πως θα τον καταστήσουμε στη συνείδησή μας καθημερινό, θα τρωγόμαστε μαζί του, θα τον κάνουμε σύντροφο στη μιζέρια, τη ρουτίνα, το κοινότυπο και ανίερο και θα καταθλιβόμαστε από κοινού στην κοινή φυλακή που χτίσαμε.
Αλήθεια- ψέματα
Είναι απολύτως σίγουρο πως η προσπάθεια να λεει κανείς αλήθεια και μόνο αλήθεια, με την πιο πλήρη όμως σημασία του όρου, θα οδηγούσε το άτομο σε νεύρωση ιδεοψυχαναγκαστικού χαρακτήρα. Γιατί όλοι ξέρουμε πως ο τόνος της φωνής, το πού δίνεται η έμφαση, το τι “ξεχνιέται” ως “δευτερεύον”, ποιες επιθυμίες ομολογούνται και ποιες δεν λέγονται, είναι ένας ωκεανός ζητημάτων που προβάλλει κάθε φορά που ανοίγουμε το στόμα μας να μιλήσουμε. Συχνά είναι δικαιολογημένο να προσπαθήσουμε να κρύψουμε, να μην πούμε όλη την αλήθεια, να μην αποκαλύψουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας. Είναι τότε που έχεις απέναντί σου κάποιον ανόητο ή προβληματικό, κάποιον άσχημο, έναν άρρωστο που δεν ξέρει την αρρώστιά του. Είναι φορές που δεν πρέπει να πεις στον άλλον το ότι δεν σου αρέσει η ψυχική ή νοητική του κατάσταση ή πως σου φαίνεται άσχημος, γιατί αυτό θα σηματοδοτήσει στην ψυχή του καταρρεύσεις και θα προκαλέσει φόβους που θα κάνουν πολύ μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό, τι η δική σου, πιθανώς στιγμιαία, δυσφορία. Είναι φορές που το να κρύψεις την διάθεσή σου για φλερτ ή ερωτική συνεύρεση με άλλον από τον “άνθρωπό σου” είναι θεμιτό για να μην τον κάνεις να νιώσει ανασφάλεια, τη στιγμή που γνωρίζεις πως ο φόβος του θα μεγεθύνει τη σοβαρότητα της κατάστασης και θα παραγνωρίσει πως τελικά τον προτιμάς.
Από την άλλη μεριά, αν κανείς δεν δείχνει κανένα σεβασμό στην αλήθεια, είτε γιατί αναγνωρίζει πως αυτή είναι ανέφικτη, είτε γιατί θεωρεί πως με τα ψέματα λύνει ευκολότερα τα προβλήματα που δημιουργούνται στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, είτε ακόμα γιατί μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον στο οποίο η αλήθεια δεν είχε κανένα κύρος, μπορεί να οδηγηθεί σε μια κατάσταση όπου αυτό που λέγεται θα αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις και δεν θα γίνεται ποτέ πιστευτό, όπου η επικοινωνία καθίσταται μια διαδικασία χειρισμών και ξεγελάσματος του άλλου. Έχουμε μεγάλη ανάγκη να μας λεει ο άλλος αλήθεια. Να ξέρουμε το έδαφος πάνω στο οποίο πατάμε. Να ξεφύγουμε από το βάλτο της νεύρωσης που μας οδηγεί η αμφιβολία.
Θέλουμε την αλήθεια και μισούμε το ψέμα όταν ακούμε τον άλλο να μας μιλάει. Νιώθουμε πως είναι ευγενικό ή επιβεβλημένο να κρύψουμε την αλήθεια ή να πούμε κάποιο ψέμα όταν μιλάμε εμείς στον άλλον.
Φίδι-άνθρωπος
Τα κατώτερα μέρη του εγκεφάλου μας, έχουν μεγαλύτερη αξία για την επιβίωση (εκεί ρυθμίζεται η αναπνοή, ο καρδιακός ρυθμός κλπ) και λειτουργούν ακόμα και σε κωματώδη κατάσταση. Τα ανώτερα, τα σκεπτόμενα μέρη, είναι δυνατό να υπολειτουργούν σε πολλές περιπτώσεις. Οι πιο συνηθισμένες από αυτές τις περιπτώσεις είναι: κακή αιμάτωση (αναιμία, λειτουργικά προβλήματα)
έλλειψη ενέργειας (γλυκόζης)
επιρροή ουσιών (ναρκωτικά, αλκοόλ)
κόπωση, αναστολή, ύπνος-νύστα-κακό ξύπνημα.
Στις περιπτώσεις υπολειτουργίας των ανώτερων κέντρων, τα ερπετοειδή και συγκινησιακά μέρη του εγκεφάλου μας κυριαρχούν ανεμπόδιστα και ασυγκράτητα στην σκέψη, τη διάθεση και τη συμπεριφορά. Ας αναλογιστούμε τώρα, τι κάνει μια σαύρα ή ένα φίδι. Εκπληρώνει τις βιολογικές του ανάγκες και αναζητά τους ελλοχεύοντες κινδύνους, σε κάθε κίνηση γύρω αναγνωρίζει εχθρό και είναι έτοιμο να επιτεθεί ή να τραπεί σε φυγή. Υπάρχει μια αναλογία ομολογουμένως, σε αυτό που μας συμβαίνει όταν ο ερπετοειδής εγκέφαλός μας έχει τον κύριο λόγο, λόγω αναστολής των ανωτέρων κέντρων, της λογικής, της νόησης, της δημιουργικής φαντασίας. Στις στιγμές αυτές, αναζητούμε γύρω μας εχθρούς, συμφορές και καταστροφές, βλέπουμε παντού κίνδυνο, ανθρώπους και πράγματα να μας επιβουλεύονται. Είμαστε έτοιμοι να επιτεθούμε με το θρόισμα, την παραμικρή κίνηση του άλλου. Δεν μας θέλει ο άλλος, μας μισεί, μας κοροϊδεύει, είμαστε άσχημοι, κακοί, ανεπιθύμητοι. Πώς δεν είχαμε ανακαλύψει τόσον καιρό το πόσο απειλητική είναι η κατάσταση; “Πάνω του” προστάζει ο ερπετοειδής εγκέφαλός μας. Βρίσε τον, φάτον, πλήγωσέ τον, πάτησέ τον κάτω, παράτησέ τον έγκαιρα πριν το κάνει εκείνος. Φύγε, βρες άλλους ως αποκούμπι στην επικείμενη μοναξιά σου. Η εξαλλοσύνη και οι κινήσεις για τις οποίες ντρεπόμαστε όταν η λογική μας κρίση επανενεργοποιηθεί είναι η μοίρα μας εκείνες τις ώρες. Κι αλίμονο, είναι τόσο δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τους μουγκούς αυτούς δυνάστες της ψυχής του. Οι αναλύσεις, όπως αυτή που κάνουμε αυτή τη στιγμή, δεν είναι ικανές να μας προστατέψουν, γιατί εκείνες τις ώρες τα όποια συμπεράσματα και γνώση δεν έχουν την παραμικρή ισχύ κι εμείς μοιάζει να είμαστε άλλοι άνθρωποι. Τι ευθύνη συμπεριφοράς να ζητήσει κανείς από το ναρκωμένο στο χειρουργείο, από τον άνθρωπο που έχει πάρει ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ σε ποσότητες κρίσιμες;
Η έννοια ελευθερία δεν έχει κανένα νόημα αν το άτομο δεν μάθει να χειρίζεται, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, το φίδι που κρύβει μέσα του. Κι επειδή κατά τις στιγμές αυτές “χάνεται η μπάλα”, το μόνο που μπορούμε δυστυχώς να κάνουμε οι ανήμποροι άνθρωποι είναι να επεξεργαστούμε τεχνικές που θα εφαρμόζουμε χωρίς την απαίτηση ειδικής εκτίμησης για τη στιγμή. Ως ο Οδυσσέας, θα πρέπει να έχουμε δεθεί στο μεσιανό κατάρτι, γνωρίζοντας πως την κακή ώρα είναι αδύνατο να αγνοήσουμε το κέλευσμα από τις σειρήνες των υποχθόνιων αξιολογικών κριτηρίων που φωλιάζουν στα σκοτεινά μέρη της ψυχής μας. Οι τεχνικές αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν α. το πώς φέρεται κανείς στον άλλον
και β. το τι κάνει όταν είναι μόνος του.
Θεωρώ πως όπως όταν μας πνίγει η υπερδιέγερση η μόνη λύση είναι η χαλάρωση, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αλλά και αναντικατάστατο, πιστεύω πως όταν το φίδι ξεσηκωθεί μέσα μας ανακαλύπτοντας παντού εχθρούς που πρέπει να δηλητηριάσει και αναζητώντας διαδρομές από τις οποίες ψάχνει να δραπετεύσει, η μοναδική λύση είναι αυτή της περισσυλογής, η ομφαλοσκόπηση των Ινδών ή η αυτοσυγκέντρωση του ώριμου ανθρώπου. Αν έχεις άνθρωπο γύρω σου δικό σου, το καλύτερο είναι να ομολογήσεις την αδυναμία, να φύγεις ή να ζητήσεις τη συμπαράσταση του. Μόνος, να στραφείς στο εσώτερο είναι σου, να σταματήσεις τη ροή των ακατάσχετων “σκέψεων”, να εκκενώσεις ει δυνατόν το μυαλό σου και να επανακτήσεις την αρμονία μέσα από την επικοινωνία με το άπειρο του οποίου είσαι μέρος.
Τάξη-αταξία
Είναι καταπληκτικό πώς όταν νιώθουμε πως τα πράγματα είναι τακτοποιημένα είμαστε γαλήνιοι, ενώ η ανησυχία τρώει τα σπλάχνα μας όταν θεωρούμε πως κάτι δεν πάει καλά[1]. Συνήθως επιθυμούμε τις απλοϊκές θεωρίες και τις γραμμικές απαντήσεις στα προβλήματα. Όπως όμως φαίνεται κι από τα παραπάνω, οι απλοϊκές θεωρίες δεν θα ήταν σίγουρα ικανοποιητικές απαντήσεις στα διχαστικά διλήμματα που παντού συναντάμε και ιδιαίτερα τα βλέπουμε να ανασύρονται από μέσα μας διαρκώς.
Όλα τα δεδομένα δείχνουν πως όπως δεν πλένεται κανείς άπαξ για να καθαρίσει γνωρίζοντας πως κι αύριο θα ξαναβρωμιστεί, έτσι πρέπει να δεχθούμε πως δεν πρόκειται ποτέ να πετύχουμε μια ευθύγραμμη, τακτοποιημένη θεώρηση, που άπαξ και την κατακτήσαμε φτάσαμε στο τέρμα των αντιθέσεων.
Ευτυχισμένος άνθρωπος φαίνεται πως πρέπει μάλλον να είναι εκείνος που μπορεί να αποδεχθεί τις αντιθέσεις και να παίζει με τη μεγαλύτερη μαεστρία τον υπέροχο σκοπό του. Οφείλουμε να μάθουμε να αναπτυσσόμαστε σε συνθήκες αναγνωρισμένης αβεβαιότητας κι όχι να αναζητάμε την ουτοπία της ευθείας γραμμής και της καθαρότητας. Οφείλουμε να παίζουμε το παιχνίδι των λεπτών ισορροπιών και της σχοινοβασίας. Να μετουσιώνουμε το θόρυβο σε ήχο.
Οφείλουμε δηλαδή να κινούμαστε ανάμεσα στην διάθεσή μας για ασφάλεια και την επιθυμία να ζήσουμε το νέο. Να είμαστε κοντά και μακριά στα αντικείμενα του πόθου μας. Να λέμε όσο μπορούμε την αλήθεια και να μην αγωνιούμε για το ψέμα του άλλου. Ας στραφούμε προς το εσώτερο είναι μας κι ας καταλάβουμε κάποτε πόσο υποτιμητικό είναι να φοβόμαστε ασταμάτητα.
Ας ξέρουμε ακόμα πως κι αυτά που εδώ λέμε δεν μπορεί παρά να μείνουν χωρίς αντίκρισμα λόγια στο μεγαλύτερό τους ποσοστό.
[1] Έχω πει πως το ζήτημα-κλειδί είναι η απάντηση που δίνουμε στο ερώτημα: “ποιος είμαι, πού βρίσκομαι, ποια είναι η προοπτική μου (με έμφαση στο εδώ και τώρα)”
καταπληκτικό!