Οι γονείς νοιάζονται περισσότερο για τα παιδιά τους απ’ ότι τα παιδιά για τους γονείς τους.
Σε αυτόν τον αφορισμό συμφωνούν κοινωνιοβιολόγοι, ψυχολόγοι, και η λαϊκή σοφία, παρέχοντας πλήθος διαφορετικών επιχειρημάτων και παραδειγμάτων, με τα οποία δεν θα ασχοληθούμε για να μη μακρύνουμε. Ας αναφέρουμε μόνο πως η φροντίδα των παιδιών από τους γονείς θεωρείται έργο ιερό και όμορφο, ενώ η φροντίδα των γονιών από τα παιδιά είναι συνήθως πάρεργο, βάσανο, υποχρέωση. Στην πρώτη περίπτωση αναπτύσσεται η νέα ζωή, γεμάτη δυνατότητες και υποσχέσεις και στη δεύτερη προσδοκάται η πιο ομαλή κατάληξη.
Η ύπαρξη του γονιού είναι βάρος για το παιδί είτε η παρακμή είναι έντονη, είτε ο γονιός είναι σημαντικός και ακμαίος. Στην πρώτη περίπτωση γιατί υπενθυμίζει διαρκώς την προσωπική φθορά και στη δεύτερη γιατί το παιδί δεν μπορεί εύκολα να τον ξεπεράσει[1]. Η μέση κατάσταση είναι κι εδώ καλύτερη, δεν μπορεί όμως να έχει διάρκεια.Τα παιδιά, όταν είναι κοντά στους γονείς είναι βασικά για οικονομικούς λόγους. Φυσικά, ο γιος του Βαρδινογιάννη, του Κόκαλη και του Νιάρχου θα πάνε στις επιχειρήσεις του πατέρα. Όμως, αρκεί ένα καλό σπίτι και μια οικονομική άνεση με τη σαφή προοπτική της κληρονομιάς για να κρατήσει τα παιδιά στη γονική στέγη. Αντίθετα, τα παιδιά που οι γονείς τους δεν έχουν τίποτε να τους προσφέρουν οικονομικά ή ακόμα χειρότερα έχουν την ανάγκη τους, τους έχουν στο ανάθεμα, την περιφρόνηση ή τους ανέχονται από ηθική υποχρέωση. Άλλοι λόγοι που μπορούν να φέρνουν τα παιδιά κοντά στους γονείς εκτός των “υλικών” μορφών συμφέροντος (εξυπηρετήσεις, κράτημα των εγγονιών κλπ) είναι η ζέστη ασφάλειας, θαλπωρής, αποδοχής που μπορεί να νιώθουν ακόμα δίπλα τους. Αυτό μπορεί να υφίσταται σε περιπτώσεις που οι φυσικοί γονείς παραμένουν μαζί (δεν έχουν χωρίσει), οι μνήμες από την παιδική ηλικία είναι καλές και οι γονείς ήταν άνθρωποι που αποδέχονταν και ενίσχυαν το παιδί και συνεχίζουν σήμερα να το φροντίζουν και να το θαυμάζουν. Σε όλες τις περιπτώσεις που τα παιδιά φροντίζουν τους γονείς από ηθική υποχρέωση, το φέρουν βαρέως, σε ακραίες δε καταστάσεις, όπως κατάκοιτοι γονείς, Αλτσχάιμερ κλπ, μπορεί να φτάσουν έως και να νοσήσουν ψυχικά νιώθοντας παγιδευμένοι σε κάτι τελείως απεχθές. Προφανώς, οι παραπάνω στοιχειώδεις αναφορές δεν αποτελούν παρά συγκεκριμενοποιήσεις της καθολικής διαπίστωσης πως δρούμε από συμφέρον. Οι γονείς έχουν βασικά συγκινησιακό συμφέρον και τα παιδιά οικονομικό και συγκινησιακό από την αμοιβαία σχέση τους. Τυχαίνει μόνο, οι γονείς κινούμενοι στην κατεύθυνση της εξυπηρέτησης του νέου ανθρώπου να έχουν πάμπολλα συμφέροντα (γονικό ένστικτο, ανάπτυξη του νέου, του δυνάμει κλπ) που ανάλογά τους δεν έχουν τα παιδιά και γι’ αυτό φαντάζουν περισσότερο ανιδιοτελείς.
Σε κάθε περίπτωση, καλά είναι να θυμόμαστε πως η μέγιστη ίσως προσδοκία κάθε γονιού, να είναι καλά το παιδί του, δεν έχει άμεση σχέση με το πόσο κοντά του είναι αυτό. Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις παιδιών που ζουν με τους γονείς σε σχέσεις εξαρτησιακές και παθολογικές.
Ένας γονιός θα πρέπει να επλπίζει να μη χρειαστεί τη φροντίδα των παιδιών ου σε καταστάσεις βαριάς αρρώστιας και ανημπόριας. Όχι απαραίτητα γιατί δεν θα του τη δώσουν. Πιθανώς θα τον φροντίσουν με όλη τους τη δύναμη. Από υποχρέωση όμως. Θα το βαρυγγομούν.
[1] “Άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρονες “, “Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας” ήταν πάντα η υποχρέωση των παιδιών. Κι όταν αυτό δεν γίνεται εύκολα κατορθωτό το παιδί νιώθει πάντα πως δεν τα έχει καταφέρει καλά στη ζωή. Ο γιος “οφείλει” να ξεπεράσει τον πατέρα και η κόρη την μάνα. Γιοι επιφανών ανδρών, είναι αφόρητα δυστυχείς αν νιώθουν κατώτεροι του πατέρα και κόρες ασχημότερες και κατώτερες της μάνας.