Η εξαρτημένη μάθηση, κλασσική και συντελεστική, υφίσταται αναμφιβόλως. Σωματικοί ιστοί, νευρωνικό υπόστρωμα και ομοιοστατικοί μηχανισμοί, επίσης. Δεχόμαστε εδώ, χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, πως συνδέσεις πολυπλοκότερες από το παυλωφικό εξαρτημένο αντανακλαστικό (που είναι δηλαδή κάτι παραπάνω από την άκαμπτη μορφή ερέθισμα-αντίδραση σε χρόνους πολύ συγκεκριμένους) λαμβάνουν χώρα επίσης. Συνδέσεις που έχουν κάποια “ευφυή συνεισφορά” τρόπον τινά. Θα μπορούσε να είναι μετα-συνδέσεις, νέες συνδέσεις δηλαδή, που δημιουργούνται ενώ προϋπάρχουν άλλες με σχετικό περιεχόμενο, ως μια “έξυπνη” συναρμογή όλων. (Αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα προς έρευνα).
Οι συνδέσεις αυτές λαμβάνουν χώρα πέραν της επιγνώσεως και πιθανώς αποτελούν τη βάση των Ασυνείδητων Διεργασιών. Ειδικά οι συνδέσεις της νηπιακής ηλικίας, φαίνεται να είναι πολύ ισχυρές εφόσον βλέπουμε πως ασκούν επιρροή σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, δομώντας ίσως τη βάση του Ασυνειδήτου (που χρήζει προσδιορισμού βέβαια αν δεν θέλει κανείς να λέει λόγια στον αέρα, όπως οι φροϋδικοί). Μπορούμε να υποθέσουμε πως σε εκείνη την περίοδο, το ν.σ. είναι μάλλον σε μια από τις κρίσιμες περιόδους του, όντας προδιατεθειμένο για πολύ ισχυρές συνδέσεις της ισχύος των εν-τυπώσεων.
Τα παραπάνω γράφονται για να υποδείξουν πως πιθανώς οι ασυνείδητες διεργασίες, που μπορεί να περιλαμβάνουν από την ανάγκη και το φόβο του ατόμου για τους άλλους ανθρώπους, τις ταξινομήσεις και τις συσχετίσεις πραγμάτων και εννοιών, έως το πότε κρίνεται ότι πρέπει να συσπαστούν τα αγγεία ή να εκκριθούν γαστρικά οξέα, δεν είναι απαραίτητα κάτι μυστήριο. Χωρίς αμφιβολία, ορισμένες από αυτές τις λειτουργίες απαντώνται και στα ζώα. Πιθανώς πρόκειται για εκείνες που δεν απαιτούν αφαιρετική σκέψη υψηλού βαθμού (εφόσον ορισμένα ανώτερα θηλαστικά είναι πιθανώς ικανά για κάποιου βαθμού αφαιρετική σκέψη).
Ίσως οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί, τα συστήματα ανταμοιβής και τιμωρίας καθώς και η δυνατότητα του σχηματισμού συνδέσεων (στον άνθρωπο και μετα-συνδέσεων), να βρίσκονται πίσω απ’ ότι ονομάζουμε ασυνείδητες διεργασίες.
Η βιολογική κατασκευή του έμβιου απαιτεί από αυτό να νοιάζεται και να πασχίζει για την ύπαρξή του (εαυτού και γονιδίων;). Για το σκοπό αυτό είναι εφοδιασμένο με ένα πλήθος μηχανισμών. Για τη λειτουργία των μηχανισμών αυτών, για όλα τα έμβια πλην του ανθρώπου, δεν είναι απαραίτητη η επίγνωση του ατόμου. Στην περίπτωση του ανθρώπου, η ανάπτυξη της συνείδησης (ανεξαρτήτως του αν είναι ένα εξελικτικό προϊόν ή κάτι άλλο) θέτει αναγκαστικά νέους όρους στο παιχνίδι. Έτσι, ενώ ο βασικός στόχος του ανθρώπου παραμένει πάντα ο ίδιος, όπως κάθε έμβιου όντος, το παιχνίδι της επιβίωσης στον άνθρωπο παίρνει νέα πρωτόγνωρη μορφή εφόσον συχνά απαιτείται πλέον η έγκριση της συνείδησης. Οι ομοιοστατικοί μηχανισμοί λειτουργούν πίσω από τα φώτα της συνείδησης ενώ άλλες ζωτικές λειτουργίες, όπως η αναπνοή, μπορούν εύκολα να υπερβαίνουν την όποια συνειδητή αντίσταση. Ωστόσο, ορισμένοι από τους μηχανισμούς επιβίωσης υποχρεούνται να υποστούν τη βάσανο της επίγνωσης, όπως η εξοικονόμηση τροφής, η προετοιμασία φαγητού και η μάσηση του, η εξεύρεση σεξουαλικού συντρόφου κλπ. Η δράση όμως που είναι ή δεν είναι, αλλά που σε κάθε περίπτωση θεωρείται ως αποτέλεσμα της βουλητικής επιλογής, απαιτεί μια συνεκτική και αισιόδοξη θεωρία (την ανάγκη νοητικής τάξης όπως την έχουμε πει) που θα δικαιολογεί τη δράση. Το ζώο δηλαδή που αποκτά επίγνωση πράξεων και εαυτού και θεωρεί (αληθώς ή ψευδώς) υπεύθυνη για τις πράξεις του τη βούλησή του, δεν μπορεί να κινείται με βάση μόνο τις έμφυτες και τις εκμαθημένες υποδείξεις αλλά χρειάζεται και μια θεωρία του γιατί να κάνει κάτι από το να μην κάνει τίποτε. Η αισιόδοξη κατεύθυνση της θεωρίας προκρίνεται από τις διαρκώς επαναλαμβανόμενες συνδέσεις μεταξύ αυτής και του κέρδους στην εξεύρεση τροφής, σεξουαλικού συντρόφου κλπ. Αντιθέτως, η απαισιόδοξη θεωρία επιφέρει βλάβη στο άτομο που επιβάλλεται ισχυρά από τους ομοιοστατικούς του μηχανισμούς. Υπ’ αυτή την έννοια, η ανάγκη για θεωρία της δράσης σε αισιόδοξη κατεύθυνση δεν αποτελεί μυστήριο.
Το μεγάλο πρόβλημα ανακύπτει, αφ’ ης στιγμής η λογική σκέψη επιφέρει την επίγνωση της ατομικής φθοράς και του θανάτου, αποκαλύπτει πόσο ζοφερή είναι η κοινωνική πραγματικότητα ενώ αδυνατεί να ανακαλύψει σκοπό στο σύμπαν. Με τα δεδομένα αυτά, η μόρφωση της συνεκτικής και αισιόδοξης θεωρίας για τη δράση δεν είναι απλή υπόθεση. Η ορμή όμως για την επιβίωση δεν φαίνεται πως σταματάει πουθενά. Νέοι μηχανισμοί φαίνεται πως αναπτύχθηκαν προκειμένου να γίνει υπέρβαση και αυτού του εμποδίου. Αυτοί είναι κυρίως: η Χαλάρωση των μηχανισμών ελέγχου των αντιφάσεων (ή μήπως αυτοί δεν πριμοδοτήθηκαν ποτέ για να αναπτύξουν υψηλή ακρίβεια;), πράγμα που επιτρέπει αφενός την Απώθηση στοιχείων που δεν επιτρέπουν στην θεωρία να είναι αισιόδοξη, αφετέρου την Πρόσθεση ανύπαρκτων “δεδομένων” (όπως αγαθούς θεούς και κακούς δαίμονες- που αν νικηθούν όλα θα γίνουν καλά, ή η μεταθανάτια αθανασία ως δώρο του Θεού είτε της κοινωνικής συνέχειας κ.α. πολλά).
(Η παραπάνω άποψη δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως καταδίκη της ζωής. Η ζωή και το σύμπαν, σαν αγνώστου ταυτότητος υπερπολύπλοκα αντικείμενα, δεν έχει νόημα να απορρίπτονται από την εξαιρετικά περιορισμένη διάνοια του ανθρώπου που δεν μπορεί να τα συλλάβει. Είναι άλλα τα θέματα που διαπραγματευόμαστε.)
Ο παραπάνω προβληματισμός προκλήθηκε από την προσπάθεια απάντησης στο παρακάτω ερώτημα, το οποίο αναπτύσσεται μετά από μια σχετική εισαγωγή.
Adaptive unconscious: concerned with the here and now Consciousness: Taking the long view.
Timothy D. Wilson
Σε αντιστοιχία με τα παραπάνω βρίσκονται παλαιότερα γραπτά μου:“Έχω παρατηρήσει λοιπόν πως η εκτίμηση του “ποια είναι η προοπτική μου” αφορά πρωτίστως στο πόσο ευχάριστο είναι αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα. Ευτυχώς, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις μας είμαστε όντα εξαιρετικά κοντόθωρα. Γι αυτό μπορούμε και ζούμε παρά την γνώση του προσωπικού μας χαμού αλλά και της βεβαιότητας πως ο ήλιος κάποτε θα εξαντλήσει τα ενεργειακά του αποθέματα. Η υπαρξιακή αγωνία αλλά και τα τραύματα, όπως θεωρούνται από τις διάφορες ψυχολογικές σχολές, δεν είναι τόσο σημαντικά γιατί κάτι κακό θα μας συμβεί κάποτε στο μέλλον, ούτε γιατί κάτι κακό μας συνέβη κάποτε στο παρελθόν, αλλά γιατί με κάποιο τρόπο εμποδίζουν να είναι ευχάριστο το εδώ και τώρα.Πράγματα απλά και καθημερινά, όπως του να μην υπάρχει μια βασανιστική δουλειά, μια καλή συντροφιά, ένα ενδιαφέρον βιβλίο, μια καλή ταινία στην τηλεόραση μπορούν να αποφέρουν γαλήνη και αίσθημα ικανοποίησης. Αντίθετα, ό,τι μπορεί να δηλώνει πως τα πράγματα δεν θα είναι ευχάριστα στο εγγύς μέλλον μπορεί να επιφέρει δυσφορία, αγωνία και μελαγχολική διάθεση. Πράγματα και πάλι απλά, όπως ότι έχω να κάνω κάποιες δουλειές που θα με κουράσουν, πως δεν επίκειται κάτι ευχάριστο, πως υπάρχει αταξία γύρω κλπ, μπορούν να κινητοποιήσουν τα αρνητικά συναισθήματα, χωρίς να απαιτείται κάτι το ιδιαίτερα σπουδαίο γι αυτό.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, το ερώτημα που αναδύθηκε αφορά στο τι λογής διεργασίες είναι υπεύθυνες για την διαρκή αγωνία για το μέλλον, για το ακατάπαυστο τριβέλισμα του νου που είναι υπεύθυνο για την καταδίκη του να μη ζεις πλήρως στο παρόν, προετοιμάζοντας πάντα το μέλλον. Για την παρανοϊκή εκείνη κατάσταση του να έχει το μετά, το σε λίγο, το αύριο, ο σκοπός, αυθορμήτως περισσότερη σημασία από ό,τι βιώνεται τη συγκεκριμένη στιγμή, κι όταν αυτό το μετά, το σε λίγο, το αύριο… γίνουν παρόν, να καθίστανται και τούτα φευγαλέα μπρος στο νέο μετά και αύριο (πρόκειται για τη διαδικασία που καταδικάζει στα σαρδάμ και στα λάθη πληκτρολόγησης).
Η απάντηση που τώρα θεωρώ πιο πιθανή στο ερώτημα αυτό είναι πως η εναλλαγή και η αλληλοτροφοδότηση των συνειδητών και των ασυνειδήτων διεργασιών είναι διαρκής και λαμβάνει χώρα με ιδιαίτερα πολύπλοκο τρόπο. Εν προκειμένω, η βασική θέση πως οι ασυνείδητες λειτουργίες αφορούν στο εδώ και τώρα και δεν ανιχνεύουν το μέλλον όπως μπορεί να κάνει η συνειδητή σκέψη δεν χρήζει αναθεώρησης. Το συμπέρασμα πως πρέπει να προετοιμάζεσαι για το μέλλον, ίνα μη βρεθείς προ δυσαρέστου εκπλήξεως και καταστροφής, είναι μια ασυνείδητη λειτουργία του εδώ και τώρα, εφόσον παρ’ ότι κάνει το άτομο να αγωνιά για το μέλλον, η αγωνία λαμβάνει χώρα εδώ και τώρα, με ασαφές περιεχόμενο όσον αφορά στο ποιο είναι το κακό που πρόκειται να συμβεί. Το έργο αυτό, το αναλαμβάνει σε πολλές περιπτώσεις η συνείδηση, η οποία βρίσκεται να αναζητά ποιο είναι το κακό που επίκειται, με τριβελιστικό και μηρυκαστικό συνήθως τρόπο. Τούτη δε είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις κατά την οποία η συνείδηση δεν είναι παρά απλός εντολοδόχος και εκτελεστικό όργανο των ασυνειδήτων διεργασιών. Οι τελευταίες επιβάλλονται δια της βίας στη συνείδηση, εφόσον η συνδείδηση εκτελεί προκειμένου να άρει τις δυσάρεστες συγκινήσεις που έχουν τη δικαιοδοσία να εγείρουν οι ασυνείδητες διεργασίες κι όχι γιατί “πείστηκε και συμφωνεί” για το τι πρέπει να κάνει. Οι ασυνείδητες διεργασίες και η συνείδηση είναι διαφορετικά κομμάτια μέσα στο ίδιο άτομο, με όχι πάντα τελείως ξεκάθαρα όρια. Οι ασυνείδητες διεργασίες είναι αναμφίβολα πολλαπλά συστήματα και δεν θα πρέπει να πέσουμε στην παγίδα να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε μια ειδική γλώσσα την οποία μιλούν. Συνήθως μιλάνε τη γλώσσα του σώματος, έχοντας απ’ ευθείας πρόσβαση στις συγκινήσεις και σε συστήματα ανταμοιβής- τιμωρίας και δι αυτής επιβάλλονται στη συνείδηση. Όταν όμως αφορούν τις σχέσεις λέξεων π.χ. (ας θυμηθούμε πως ο Χριστοδούλου με τον Χριστόδουλο δεν είχαν ταξινομηθεί ως κοντινές λέξεις, από τον προσωπικό μου ασυνείδητο “ταξιθέτη”, ενώ είχαν ταξινομηθεί ως συγγενικές άλλες λέξεις που είχαν κοινά μόνο δύο συνεχόμενα σύμφωνα) προφανώς δεν μιλάνε τη γλώσσα του σώματος. Όμως κι η συνείδηση δεν είναι μάλλον σωστό να θεωρείται ως ένα- ενιαίο σύστημα, όπως λαθεμένα νομίζω ισχυρίζεται ο Timothy D. Wilson. Πιθανώς, όπως διατείνεται η Ελένη, υπάρχουν διαφόρων ειδών “επιγνώσεις” πραγμάτων και καταστάσεων. Αυτή τη στιγμή πάντως μου έρχεται στο νου: α. ότι έχω διαφορετική νοητική αναπαράσταση και σε κάθε περίπτωση όχι ενιαία, για τον ίδιο δρόμο, ανάλογα με τη φορά που κατευθύνομαι σε αυτόν (έχει σχέση άραγε αυτό με την επίγνωση;), β. ότι οι άνθρωποι παρουσιάζουν “αποσυνδετική διαταραχή” μεταξύ διαφορετικών κομματιών συνείδησης (νησίδες συνείδησης), τις οποίες ενεργοποιούν κατά περίσταση, παρά το ασύμβατο και την μεταξύ τους αντίφαση, γ. ότι η επίγνωση του σώματος δεν είναι ίδια με την επίγνωση των εννοιών κλπ.