Οι ψυχονοητικές διεργασίες που επιτελούνται χωρίς να έχουμε κάποια αντίληψη για το πώς πραγματώνονται είναι εξαιρετικά πολλές. Όλοι οι επαΐοντες σήμερα συμφωνούν πως αυτές οι οποίες αντιλαμβανόμαστε και νιώθουμε ότι τις κάνουμε εμείς κι όχι ότι μάς συμβαίνουν, είναι μάλλον εξαιρετικά λιγότερες σε σχέση με εκείνες τις οποίες συμπεραίνουμε ότι έλαβαν χώρα, βασικά εκ του αποτελέσματός τους. Το πώς κωδικοποιείται η τρισδιάστατη αντίληψη των αντικειμένων, οι αισθητικές κρίσεις κι οι υπολογιστικοί αλγόριθμοι, πώς προκύπτει η έμπνευση, η επινόηση, η δημιουργική φαντασία, το συναίσθημα, η επιθυμία κι η αποστροφή, η ψυχική διάθεση, κλπ, είναι λίγα μόνο παραδείγματα από έναν ατελείωτο κατάλογο διεργασιών, ο οποίος θα μπορούσε να διευρυνθεί εξαιρετικά αν συμπεριλάμβανε τις σπλαχνικές, αγγειακές, ενδοκρινικές κ.α. λειτουργίες.
(Δες π.χ. The rediscovery of the Unconscious, John F. Kihlstrom, Nonconscious Acquisition of Information, Lewicki…, Recognition and Lexical Decision Without Detection: Unconscious Perception? Philip M…, The Unconscious Homunculus, Francis Crick and Chrisrof Koch, Perception without awareness).
Αντίθετα, υπάρχουν νοητικές διεργασίες για τις οποίες μπορεί να αντιλαμβανόμαστε το πότε ξεκινούν, ποια κριτήρια χρησιμοποιούνται, ποια απόφαση λαμβάνεται και σε ποια πράξη προβαίνουμε ως συνέπεια αυτής της απόφασης. Όπως, π.χ., όταν σκεφτόμαστε και αποφασίζουμε να αγοράσουμε το κουτί με δημητριακά των 750 γραμμαρίων που κοστίζει 1,20 ευρώ, αντί το κουτί της ίδιας μάρκας των 500 γραμμαρίων που κοστίζει 1 ευρώ. Σε νοητικές διεργασίες αυτού του είδους, έχουμε σημαντικά περισσότερες δυνατότητες παρέμβασης. Από το να αποτρέψουμε την προσοχή μας και να μην ασχοληθούμε καθόλου, έως το να προκρίνουμε άλλα κριτήρια, όπως ότι χρειαζόμαστε τα 20 επιπλέον λεπτά για το εισιτήριο του λεωφορείου, να θυμηθούμε την τηλεοπτική διαφήμιση του προϊόντος και να προσπαθήσουμε να αρνηθούμε την επιρροή της πάνω μας, να αποφασίσουμε και να πράξουμε με διάφορους τρόπους, εν πάσει περιπτώσει. Οι δυνατότητες παρέμβασης, ωστόσο, στις νοητικές διεργασίες που μας συμβαίνουν, και μόνο εμμέσως και εκ του αποτελέσματος αντιλαμβανόμαστε, είναι σαφώς πιο περιορισμένες. Όπως αναφέρει ο Daniel Schacter “Αν δεν έχουμε επίγνωση ότι κάτι επηρεάζει τη συμπεριφορά μας, είναι λίγα αυτά που μπορούμε να κάνουμε για να καταλάβουμε ή να αντισταθούμε” (The unconscious mind). Στις περιπτώσεις αυτές μοιάζει να είμαστε παρατηρητές των όσων μας συμβαίνουν και η παρέμβασή μας γίνεται μέσω τεχνικών, ως να προσπαθούμε να επηρεάσουμε κάποιον άλλον, πρόσωπον έτερον, κι όχι τον ίδιο μας τον εαυτό. Στο σημείωμα αυτό θα μας απασχολήσουν αυτού του είδους οι διεργασίες, οι ασυνείδητες, όπως συνήθως αποκαλούνται, αλλά όχι όλες. Εκ του τεραστίου εξ’ αυτών πλήθος θα αναφερθούμε σε εκείνες που επηρεάζουν ή καθορίζουν τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη δράση αμφισβητώντας ουσιαστικά τη βούληση (ή την ψευδαίσθηση της βουλήσεως) όπως βιώνεται από το λογικό και σκεπτόμενο εαυτό.
Δεν θα μας απασχολήσουν, διεργασίες όπως εκείνη που μας κάνει να βλέπουμε ότι η πυρακτωμένη άσφαλτος μπροστά μας έχει νερά. Παρ’ ότι δεν έχουμε κανένα τρόπο να “πείσουμε” την οπτική μας αντίληψη να μη βγάζει το λάθος αυτό συμπέρασμα, μπορούμε να το αγνοούμε (αν και ποτέ δεν θα είμαστε τελείως σίγουροι αν κάνουμε καλά, γιατί κάποια φορά μπορεί στην άσφαλτο να υπάρχουν τω όντι νερά και να γλιστρήσουμε με τη μοτοσικλέτα). Ομοίως δεν θα μας απασχολήσουν “καλοδεχούμενες” ασυνείδητες διεργασίες, όπως π.χ., εκείνες που οδηγούν στην έμπνευση. Παρ’ ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε σοβαρότερο από το να μιμηθούμε τις συνθήκες για να μας έλθει πάλι έμπνευση (πράγμα που σχεδόν πάντα αποδείχνεται αναποτελεσματικό), δεν νιώθουμε πως αυτό είναι τόσο τραγικό. Τραγικό είναι να διαπιστώνεις πως οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η δράση σου καθοδηγούνται από δυνάμεις που δεν ελέγχεις, που μπορεί να σε οδηγούν σε νοητικές στρεβλώσεις, σε καταστροφικά συναισθήματα και πράξεις που δεν εγκρίνεις, σε λάθη που επαναλαμβάνεις. Με την καταγραφή των ασυνειδήτων διεργασιών που είναι σε θέση να επιφέρουν τέτοιου είδους δεινά θα ασχοληθούμε στο σημείωμα αυτό.
1. Εξυπηρέτηση αναγκών.
Ένας άνθρωπος επιδιώκει την πρόσληψη υγρών και έχει στο νου του το νερό ως το πιο επιθυμητό αγαθό του κόσμου, όταν μειώνονται σημαντικά τα υγρά του σώματός του. Μπορεί να οδηγείται να φάει κάτι αλμυρό, όταν έχει μειωθεί η συγκέντρωση νατρίου στο αίμα του, είτε να φάει κάτι γλυκό όταν έχει υπογλυκαιμία. Ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος οδηγείται στην κάλυψη τέτοιου είδους αναγκών οδηγούμενος από τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς δεν είναι αντανακλαστικός. Η δίψα π.χ., υποδεικνύει σε ορισμένους ανθρώπους να ανοίξουν τη βρύση ή ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό, σε άλλους στην έρημη γη να βρουν έναν κάκτο, και στους Εσκιμώους να λιώσουν ένα κομμάτι πάγου. Αυτό που έχει σημασία για τη δική μας συζήτηση είναι πως επιθυμία, άποψη και δράση στοιχίζονται για την εξυπηρέτηση των σωματικών αναγκών.
Ας δούμε ένα ακόμα παράδειγμα. Ο νέος άντρας που έχει μεγάλο χρονικό διάστημα να κάνει έρωτα μπορεί να του φανεί επιθυμητή μια ηλικιωμένη γυναίκα (έχουν αναφερθεί έως και βιασμοί 80χρονων γυναικών), να βλέπει από το παράθυρο στο δρόμο γυναικεία σιλουέτα και να του φαίνεται άκρως ερεθιστική, μπορεί ακόμα να αυνανίζεται κοιτώντας φωτογραφίες γυναικών (όχι απαραίτητα καλαίσθητες). Ο ίδιος άντρας, αν έχει κάνει έρωτα μόλις πριν (ιδιαίτερα αν έχει κάνει επανειλημμένα), είναι δυνατό να επικεντρώνεται η προσοχή του στην κυτταρίτιδα, στο μικρό μουτζούρωμα από το βάψιμο κάτω από το μάτι, στη μικρή κακοσμία, και να μη νιώθει ελκυστική τη γυναίκα, της οποίας αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά που τώρα του προκαλούν αποστροφή μπορεί μόλις πριν να τον διέγειραν ως χαρακτηριστικά του θηλυκού. Στην περίπτωση αυτή, οι εξαιρετικές διαφοροποιήσεις θεωρείται πως υποδεικνύονται, με τρόπο που δεν είναι πλήρως κατανοητός, από τις σωματικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα, όπως π.χ. η συγκέντρωση των ορμονών.
Από τη φυσιολογία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε αρκετά ακόμα παραδείγματα που να δείχνουν τον καθορισμό της επιθυμίας, της άποψης και της δράσης από ομοιοστατικές, ορμονικές και οιασδήποτε άλλης φύσης σωματικές διεργασίες. Κάτι τέτοιο όμως είναι μάλλον πλεονασμός. Αυτό που χρειάζεται εδώ να συμπληρώσουμε είναι πως ανάλογος καθορισμός δεν επιβάλλεται μόνο από σωματικές ανάγκες, αλλά και από άλλες, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ψυχονοητικές. Οι τελευταίες, φαίνεται, πως καθορίζονται από γεγονότα της προσωπικής ιστορία του ατόμου που έχει γραφεί μέσα σε κάποιο ιδιαίτερο περιβάλλον και πολιτισμό (Δες Motivation- primary needs…, Implicit Motives and Competence, Oliver…). Η σεξουαλικότητα, για παράδειγμα, που αναφέρθηκε παραπάνω, αναμφίβολα δεν καθορίζεται μόνο από ομοιοστατικές- ορμονικές παραμέτρους αλλά και από τις ανάγκες για αυτεπιβεβαίωση και αυτοϋπέρβαση, όπως είναι οι ανάγκες κατάκτησης, υπεροχής, νίκης σε ανταγωνισμό, αλλά και επαφής με άλλον άνθρωπο, υπέρβασης της μοναξιάς και των στενών ορίων του εγώ. Σωματικές ανάγκες διαπλέκονται με ψυχονοητικές και καθοδηγούν τη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου. Η συνείδηση περιορίζεται συνήθως στην επεξεργασία μιας δικαιολογητικής θεωρίας και την αναζήτηση των καταλληλότερων μορφών δράσης, σε ρόλο δηλαδή μάλλον εκτελεστικό παρά επιτελικό.
Συνοψίζοντας αναφέρουμε πως, αυτή η πρώτη κατηγορία ασυνείδητων διεργασιών α. εκκινείται από ανάγκες σωματικές και ψυχονοητικές και β. “έχει έξοδο” (μπορούμε δηλαδή να παρατηρήσουμε τις μεταβολές που προκαλεί) στα συναισθήματα, στην άποψη και στη δραστηριότητα. Πιθανώς στη βάση αυτής της μορφής των ασυνείδητων διεργασιών να βρίσκεται το ενστικτώδες κύκλωμα της “αναζήτησης” ή “ανταμοιβής” που διατείνονται πως έχουν εντοπίσει οι νευροεπιστήμονες, μετά από μελέτες εγκεφαλικών βλαβών, επίδρασης φαρμάκων και τεχνητής διέγερσης του εγκεφάλου (Scien. Am. Ιούλης 2004). Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι γνωρίζουμε ελάχιστα για τους μηχανισμούς που υπόκεινται όλων αυτών των πολύπλοκων φαινομένων, δεν θα πρέπει να μας αποτρέπει από το να αναγνωρίσουμε την ύπαρξή τους και να προσπαθούμε να τα καταγράψουμε.
2. Νοητική τάξη.
Οι νευρολόγοι μάς έχουν κάνει γνωστές περιπτώσεις κατά τις οποίες ασθενείς που έχουν υποστεί βλάβη συνήθως σε κάποια περιοχή του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου και ως εκ τούτου παράλυση σε κάποιο μέρος της αριστερής μεριάς του σώματός τους, αρνούνται να αναγνωρίσουν την παράλυση τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις πληροφορίες αγνοούνται, ενώ σε άλλες διαστρεβλώνονται σε οποιοδήποτε βαθμό απαιτείται προκειμένου να μην γίνει αποδεκτή η παράλυση. Παρ’ ότι οι διαφορές στις εγκεφαλικές βλάβες και στα συμπτώματα είναι μεγάλες μεταξύ των ασθενών, οι ασθενείς σε πολλές περιπτώσεις δεν παρουσιάζουν τέτοια προβλήματα λογικής συγκρότησης ή νοητικής υστέρησης που τους καθιστούν ανίκανους να κατανοήσουν την κατάστασή τους[1]. Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες ερμηνείας της αγνωσίας με όρους νευρολογικούς (Δες Anosognosia and two factor theory of delusions. Mind & Language… Anosognosia: possible neuropsychological mechanisms. Kenneth M. Heilman, Anosognosia for plegia: specificity, extension, partially and disunity of bodily unawareness. Marcel AJ…), όπως όμως ρητά αναφέρεται στην τελευταία εκ των αναφερομένων εργασιών, κανείς απλός παράγοντας ή συνδυασμός παραγόντων δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλες τις περιπτώσεις. Αντίθετα, ο Ραματσάντραν έχει καταφέρει να δείξει πειραματικά την ανεπάρκεια βασικών νευρολογικών ερμηνειών (Φαντάσματα στον εγκέφαλο). Το γεγονός μάλιστα πως μια νοσοαγνωστική ασθενής αποδέχθηκε την παραλυσία του χεριού της, όταν θεώρησε πως ο φυσιολογικός ορός που της έκανε ένεση στο χέρι ο Ραματσάντραν ήταν φάρμακο που προκάλεσε την παράλυση, υποδείχνει εμφατικά πως η άρνηση της παράλυσης περιέχει μια ψυχολογική συνιστώσα απώθησης του δυσάρεστου. Σε ένα άλλο πείραμα, του ίδιου ερευνητή, μια ασθενής ανέφερε πως είδε να κινείται πάνω- κάτω με ρυθμό το χέρι ενός φοιτητή με γάντι, που μέσω μιας ειδικής συσκευής την παραπλάνησαν να νομίζει πως είναι το υγιές δικό της. Το χέρι όμως του φοιτητή, που νόμιζε πως είναι το δικό της το οποίο κινούσε, ήταν στην πραγματικότητα ακίνητο στη δεύτερη δοκιμασία (στην πρώτη έβλεπε πράγματι το δικό της χέρι να κινείται, ενώ στη δεύτερη το δικό της χέρι ήταν κρυμμένο). Κατά τον Ραματσάντραν αυτό δείχνει πως στους ασθενείς αυτούς έχει υποστεί βλάβη η περιοχή που χρησιμοποιεί ο μηχανισμός αντίληψης της αντιφατικότητας των αισθητικών πληροφοριών που έχουν σχέση με την εικόνα του σώματος, και πρόκειται για μια μικρή περιοχή στο δεξί ημισφαίριο που δέχεται πληροφορίες από το δεξιό βρεγματικό λοβό. Μετά από αυτό, το αριστερό ημισφαίριο είναι σε θέση να φτιάχνει τυπικά λογικές ιστορίες χωρίς να δεσμεύεται από τις αντιφάσεις της πραγματικότητας. Έτσι οι ασθενείς μπορεί να ισχυρίζονται ότι αγγίζουν τη μύτη με το παράλυτο χέρι, πως δένουν κορδόνια ή χτυπάνε παλαμάκια, ή πως δεν υπακούνε στη εντολή να κινήσουν το παράλυτο μέλος λόγω του ότι πάσχουν από αρθρίτιδα ή γιατί δεν συνηθίζουν να δέχονται υποδείξεις.
Ανεξάρτητα από την ερμηνεία μιας εκάστης των περιπτώσεων νοσοαγνωσίας, αυτό που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η εμφανής ανάδυση εμπρός μας της ανάγκης των ανθρώπων να δημιουργήσουν μια λογική ερμηνεία των πραγμάτων η οποία επιπλέον φαίνεται πως εμπεριέχει κι ένα αίτημα αισιοδοξίας. Είτε το αποκαλέσουμε “Διερμηνέα” (Michael Cazzaniga) είτε το αποκαλέσουμε “Στρατηγό” (Ραματσάντραν) φαίνεται πως υπάρχουν λίγες αμφιβολίες πλέον πως υπάρχει επιταγή για ένα σταθερό και με εσωτερική συνοχή “σύστημα πεποιθήσεων”, που θα ενσωματώνει κάθε στιγμή τις συρρέουσες από τις αισθήσεις πληροφορίες, που επιτρέπει να εξάγονται συμπεράσματα για την εσωτερική σωματική κατάσταση και την εξωτερική δράση, το οποίο φαίνεται πως εδράζεται στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου.
Η δράση του “Διερμηνέα” ή “Στρατηγού” καθίσταται απολύτως προφανής σε ασθενείς που έχουν υποστεί χειρουργική επέμβαση διαχωρισμού των ημισφαιρίων του εγκεφάλου, προκειμένου να περιοριστούν οι επιληπτικές τους κρίσεις. Οι ασθενείς δημιουργούν λογικές ιστορίες που μπορεί να είναι παντελώς άσχετες από την πραγματικότητα προκειμένου να ερμηνεύσουν τη δραστηριότητα του αριστερού χεριού τους που καθοδηγείται από το δεξί- βουβό ημισφαίριο του εγκεφάλου, σε πειραματικές διαδικασίες όπου λαμβάνεται μέριμνα διαφορετικές πληροφορίες να δίδονται στα δύο ημισφαίρια, χωρίς το ένα να γνωρίζει ό,τι γνωρίζει το άλλο. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο μας παρέχεται από ασθενείς που έχουν υποστεί τη δοκιμασία Wada, κατά την οποία μια βαρβιτουρική ουσία η νατριούχος αμυτάλη ενίεται στις καρωτίδες προκαλώντας επιλεκτικά αναισθησία του ενός ή του άλλου εγκεφαλικού ημισφαιρίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη νάρκωση του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου φυσιολογικών δεξιόχειρων ατόμων, τα άτομα περιήλθαν σε ευφορική κατάσταση (Δες Οι παράλληλοι εαυτοί μας Ελένη Σαββάκη). Εξ’ όλων των ανωτέρω στοιχείων μπορούμε να συμπεράνουμε πως πιθανώς, στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου εδράζονται κάποιες λειτουργίες οι οποίες ωθούν το άτομο να δημιουργεί θεωρίες, νοητική τάξη, σε αισιόδοξη κατεύθυνση.
Τι ισχύει όμως για τους ανθρώπους που δεν έχουν υποστεί εγκεφαλική βλάβη, χειρουργικό διαχωρισμό των ημισφαιρίων ή νάρκωση του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου; Ο μηχανισμός στο δεξί ημισφαίριο αυτών των ανθρώπων είναι σε θέση να ανιχνεύει τις αντιφάσεις. Η ισορροπία, η ιδιόμορφη διελκυστίνδα, μεταξύ της τάσης δημιουργίας οποιασδήποτε βολικής θεωρίας και της τάσης αποκάλυψης των αντιφάσεων και προβλημάτων, αποτελεί ή όχι ικανοποιητική συνθήκη προσέγγισης της πραγματικότητας, στους υγιείς εγκεφαλικά ανθρώπους; Τι δείχνουν τα γεγονότα;
Η επιλεκτική αμνησία που ενίοτε παρουσιάζεται για συμβάντα που σχετίζονται με ένα τραυματικό γεγονός φαίνεται να συνηγορεί υπέρ της άποψης πως στοιχεία που απειλούν τη “νοητική τάξη” τείνουν να απορρίπτονται από το “λογικό λογαριασμό”. Υπάρχει όμως έντονη διαφωνία για την ερμηνεία των ανάλογων φαινομένων. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως οι αμνησίες είναι συνηθισμένο γεγονός για τον τρόπο λειτουργίας της μνήμης, πως θυμόμαστε πολλά δυσάρεστα γεγονότα και πως οι περιτραυματικές μνήμες χάνονται εξ’ αιτίας εγκεφαλικής βλάβης, αναισθησίας, νευροχημικής ανισορροπίας, γνωστικής αναδόμησης και αισθητικής, συγκινησιακής και ορμονικής υπερφόρτισης. (Δες The unconscious mind, Memory: A Neurosurgeon’s Perspective, Joseph E. Bogen, Traumatic amnesia, repression, and hippocampus injury due to emotional stress, corticosteroids and enkephalins). Άλλοι, προκρίνοντας τη νευρολογική ερμηνεία των περιτραυματικών αμνησιών, δεν είναι το ίδιο κατηγορηματικοί ως προς την πιθανότητα να μην είναι τελείως παθητικές διεργασίες (The neurology of repressed memories. Rhawn Joseph). Φυσικά, είναι γνωστές, και ευρύτατα διαδεδομένες σε πολλές παραλλαγές οι ψυχολογικές απόψεις που θεωρούν πως υφίσταται ενεργή απώθηση δυσάρεστων μνημών. Οι Anderson & Green (Suppressing unwanted memories by executive control) με ένα πείραμά τους έδειξαν πως και σε συνθήκες εργαστηρίου, όταν τα άτομα ενεργητικά απωθούν κάποιες μνήμες μετά έχουν μικρότερη δυνατότητα να τις ανακαλέσουν. Ο Martin A.
Conway θεωρεί το πείραμα ως εξερεύνηση της λειτουργίας της φροϋδικής απώθησης στο εργαστήριο (Nature, 410, 2001).
Είναι φανερό πως τα δεδομένα για την περιτραυματική αμνησία δεν μπορούν να μας οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα για το αν υφίσταται ή όχι το φαινόμενο της ενεργητικής απώθησης δυσάρεστων μνημών ή δεδομένων που διαταράσσουν σοβαρά τη νοητική τάξη που έχει ανάγκη το άτομο. Γι αυτό, ας δούμε μήπως μπορούμε να έχουμε κάποιες ενδείξεις από την παρατήρηση του τρόπου που λειτουργούν οι φυσιολογικοί άνθρωποι στην καθημερινή ζωή.
Όντα του “εδώ και τώρα” ή “μελλοντοαγνωσία”.
Είναι ευκόλως παρατηρήσιμο πως η συντριπτική πλειοψηφία των φυσιολογικών ανθρώπων συμπεριφέρονται σα να μην πιστεύουν στ’ αλήθεια πως η παρακμή και ο θάνατος τους αφορά πραγματικά. Τρέχουν, αγωνίζονται, δημιουργούν, πασχίζουν προκειμένου να αποκτήσουν περισσότερο πλούτο, εξουσία, τιμές ή να διατηρήσουν ό,τι είναι αδύνατο να διατηρηθεί. Ο καθένας μπορεί να λέει πως ναι, θα πεθάνει, κι όμως ωστόσο να διατηρεί την εξαιρετική μυωπική ικανότητα να εστιάζεται σε αυτό που συμβαίνει στο πολύ άμεσο παρών, σχεδόν στο “εδώ και τώρα”. Ίσως, εξελικτικά η ιδιότητα αυτή αποκτήθηκε μετά ή παράλληλα με την απόκτηση της ικανότητας της επίγνωσης εαυτού και περιβάλλοντος, προκειμένου να μπορεί να συνεχίσει τη ζωή το είδος sapiens. Μάλλον δικαιολογημένα θεωρείται μείζον δείγμα ψυχικής υγείας να πορεύεται κανείς με άπλετη αισιοδοξία, ως να είναι αθάνατος, σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε πως πρόκειται για μια αξιοθαύμαστη ικανότητα απώθησης της επίγνωσης του θανάτου.
Τα στοιχεία που χρησιμοποιούμε την κάθε στιγμή ως εκτίμηση για το “ποια είναι η προοπτική μας” επηρεάζονται καθοριστικά από το πόσο ευχάριστο είναι το “εδώ και τώρα”. Για τα άτομα που συμπλήρωναν ένα ερωτηματολόγιο για το πόσο ευτυχισμένη υπήρξε η ζωή τους, αρκούσε να βρουν ένα κέρμα στη θυρίδα της τηλεφωνικής συσκευής, που τους είχαν στείλει σκοπίμως οι ερευνητές πριν τελειώσουν, για να δηλώσουν μεγαλύτερη ευτυχία απ’ όση δικαιολογούσαν οι προηγούμενες απαντήσεις τους. (Science Discovery, Μάιος 2005, σελ. 32)
Οι άνθρωποι αδυνατούμε να δεχθούμε προφανή πράγματα με τρόπο που θυμίζει τους ασθενείς με νοσοαγνωσία που αρνούνται να δεχθούν ότι το αριστερό τους χέρι είναι παράλυτο. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η “στεγανοποίηση” ή “κατά ανεξάρτητες περιοχές τακτοποίηση” κατά την οποία αδυνατεί κανείς να διαπιστώσει πως η νοητική τάξη, η άποψη που έχει θεσπίσει “εδώ” είναι σε προφανή αντίθεση με την τάξη και την άποψη που έχει θεσπίσει “εκεί”. Ο ευυπόληπτος πιστός π.χ. των θεολογικών επιταγών της αγάπης, της λιτότητας, της εγκράτειας και της αρετής, είναι συνηθέστατα στην καθημερινή του ζωή, εχθρικός, βίαιος, υποκριτής, άρπαγας και απατεώνας. Παρά ταύτα, μπορεί χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα να υπερβαίνει τις αντιθέσεις και να ζει τη κάθε στιγμή στην εκάστοτε νησίδα της ιδιαίτερης τάξης του προστατευμένος από την αποδιοργανωτική αποκάλυψη πως η τάξη της μιας αναιρεί την τάξη που έχει θεσπίσει στην άλλη.
Όσον αφορά την “υπαρξιακή αγωνία” φαίνεται πως κάνει την εμφάνισή της, όχι στ’ αλήθεια για την “τραγική μοίρα του ανθρώπου”, αλλά μάλλον ως συνέπεια της δυσκολίας να ζει κανείς όμορφα “εδώ και τώρα”. Συνήθως, δεν έχει κανείς σωματικά υγιής, που είναι σε θέση να εκπληρώσει τις καθημερινές του ρουτίνες, και που έχει μια καλή συντροφιά και μια ευχάριστη απασχόληση, “υπαρξιακά” προβλήματα, αλλά μάλλον εκείνος που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, κοινωνικά, φυσικές καταστροφές κλπ που καθιστούν δυσβάσταχτο το παρόν.
Όντα του συμφέροντος ή “αγνωσία του δίκιου του άλλου”.
Το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι όντα του συμφέροντος κάνει τον άρρωστο στο κρεβάτι του πόνου, τον φοβισμένο, αυτόν που θεωρεί τον εαυτό του άσχημο, καθένα που είναι ή νιώθει ανήμπορος, να θεωρεί ως εξαιρετικές τις αρετές της αφοσίωσης, της προσφοράς και της δοτικότητας, ενώ τον αστέρα του Χόλιγουντ, που έχει χιλιάδες θαυμαστές, πλούτο, και τη δυνατότητα να ζήσει πολλές εμπειρίες, να πιστεύει στην μεγαλύτερη ελευθερία, στον έρωτα και στους “ανοικτούς ορίζοντες”. Το χωριάτη της Άνω Μαγούλας, απ’ όπου εκκινούν οι πηγές των νερών, να πιστεύει πως το νερό ανήκει σε όποιο χωριό είναι οι πηγές, ενώ το χωριάτη της Κάτω Μαγούλας να πιστεύει πως ανήκει στα χωριά απ’ όπου περνάει το ποτάμι, αλλά όχι στον Κάτω Μαχαλά, γιατί είναι πολύ πιο κάτω. Αν αυτές οι “πεποιθήσεις” δεν καθορίζονταν από ασυνείδητες εκτιμήσεις συμφέροντος, αλλά καθορίζονταν με βάση τη συνείδηση και τη λογική, οι άνθρωποι θα ήταν εύκολο να συνεννοηθούν μεταξύ τους, με επικοινωνία, διάλογο, λογικά επιχειρήματα. Αν παρέμενε διαφωνία μεταξύ της πάνω και κάτω Μαγούλας, στατιστικά θα έπρεπε οι μισοί Άνωμαγουλαίοι να έχουν την ίδια άποψη με τους μισούς Κατωμαγουλαίους και να διαφωνούν με τους άλλους μισούς-μισούς, ανεξαρτήτως του συμφέροντός τους, πράγμα που ανάλογό του δεν θα έχει μάλλον συμβεί ποτέ στην ιστορία. Όλη η ανθρώπινη ιστορία βρίθει παραδειγμάτων πως “τα καλά και συμφέροντα ταις ψυχαίς ημών” οδηγούσαν πάντα τους ανθρώπους.
Αν η “μελλοντοαγνωσία” συνηγορούσε υπέρ της άποψης πως η απώθηση είναι ένα μάλλον συνηθισμένο γεγονός στην καθημερινή ζωή, το τελευταίο παράδειγμα μας δείχνει πως η λογική κρίση δεν στέκει άμεμπτος κριτής της πραγματικότητας, αλλά υφίσταται την διαμορφωτική επίδραση των εκτιμήσεων συμφέροντος.
Θα συνεχίσουμε τον προβληματισμό για τη “νοητική τάξη” μετά την παράθεση και των άλλων ασυνείδητων διεργασιών που αμφισβητούν τη βούληση, προκειμένου να μη γίνει σε αυτό το σημείο πολύ ετεροβαρής η παράθεση των επιχειρημάτων. Προς ώρας, θα θεωρήσουμε πως τω όντι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη τη “νοητική τάξη”, ως ασυνείδητη ροπή για δημιουργία θεωριών με συνοχή, αισιοδοξία και υπέρ του προσωπικού συμφέροντος. Έχουμε όλοι μας κάτι απ’ αυτό που κάνει τους νοσοαγνωστικούς ασθενείς να μην δέχονται ότι το χέρι τους είναι παράλυτο. Θα αναφέρουμε μόνο συνοψίζοντας, πως οι ασυνείδητες αυτές διεργασίες α. εκκινούνται από την ανάγκη διαμόρφωσης θεωρίας σε αισιόδοξη και συμφέρουσα για το άτομο κατεύθυνση, και β. έχουν έξοδο στις απόψεις και πεποιθήσεις του.
3. Καταστροφική αντίδραση.
Πρόκειται για όρο που επινόησε ο Γκόλντσταϊν, ο νευρολόγος που προαναφέραμε, για να περιγράψει μια κατάσταση στην οποία μπορεί να περιέλθουν και πάλι οι ασθενείς με νοσοαγνωσία. Αυτή τη φορά, μετά από πίεση να αναγνωρίσουν την κατάστασή τους, οπότε είναι δυνατό να καταρρεύσει η άμυνά τους και να κλαίνε με αναφιλητά.
Η καταστροφική αντίδραση δεν αποτελεί απλά την αποτυχία ή την έλλειψη της προηγούμενης επιταγής για νοητική τάξη στην κατεύθυνση της αισιοδοξίας, αλλά είναι μια άλλη, επίσης ενεργητική διεργασία, με διαφορετική νευροφυσιολογική βάση. Στο συμπέρασμα αυτό μπορούμε να οδηγηθούμε από την παρατήρηση ακραίων και πάλι περιστατικών, όπως η περίπτωση μιας γυναίκας με κατεστραμμένη την επικοινωνία των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, που το αριστερό της χέρι (κινούμενο από το δεξί ημισφαίριο) προσπαθούσε να την πνίξει, ενώ το δεξί (κινούμενο από το αριστερό) συγκρατούσε το αριστερό. Στην περίπτωση αυτή, τα ημισφαίρια αυτονομούμενα επιδείκνυαν “διαφορετική αντίληψη” για τα πράγματα και για το ποια θα πρέπει να είναι η δράση του ατόμου. Αν ληφθεί υπ’ όψιν και το γεγονός πως καταστροφική αντίδραση είναι δυνατό να προκληθεί και κατά τη δοκιμασία Wada όταν είναι σε εγρήγορση το δεξιό και σε νάρκωση το αριστερό ημισφαίριο (θυμόμαστε πως στην αντίθετη περίπτωση ασθενείς μπορεί να επιδείκνυαν εφορία), μπορούμε να εικάσουμε πως πιθανώς η ανάδειξη των αντιφάσεων, των δυσκολιών και των προβλημάτων είναι χωριστή ιδιότητα που εδράζεται βασικά στο δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου (τουλάχιστον για τα δεξιόχειρα άτομα). Ο Ραματσάντραν θεωρεί πως πρόκειται για την ….
Οπωσδήποτε, η “καταστροφική αντίδραση” δεν αφορά μόνο ειδικές κατηγορίες νευρολογικών ασθενών, αλλά κάθε άνθρωπο, εφόσον ο καθένας μπορεί να περιέλθει σε κατάσταση απελπισίας. Η λειτουργική αξία της αποκάλυψης των προβλημάτων και αντιφάσεων είναι τελείως προφανής. H αισιόδοξη αντίληψη, η οποία είναι απαραίτητη όπως διαπιστώσαμε, μπορεί να αποβεί καταστροφική αν δεν αντισταθμίζεται με επιφυλάξεις για τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Η έντονη αντίδραση, ως συνέπεια της έντονης δυσφορίας που ακολουθεί την αποκάλυψη προβλημάτων, μπορεί να βοηθά στο να μην παραλείψει το άτομο να δραστηριοποιηθεί. Το ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει μεγάλο πόνο και να φτάσει έως την αυτοκτονία εξ’ αιτίας της καταστροφικής αντίδρασης, δεν αναιρεί την πιθανότητα ο στόχος της αντίδρασης αυτής να είναι προστατευτικός. Όπως ο πυρετός που ενώ μάλλον “επινοήθηκε” για να βοηθήσει την άμυνα του οργανισμού, μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα από εκείνα στων οποίων τη λύση θα συνεισέφερε, και να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο. Η παρεκτροπή εξ αστοχίας ή εξ υπερβολής δεν είναι καθόλου ασυνήθιστη για ένα πλήθος λειτουργιών, είναι μάλιστα πολύ πιθανό να είναι σωστή η άποψη πως πίσω από ένα νόσημα βρίσκεται πάντα το σφάλμα μιας προσαρμοστικής λειτουργίας.
Προφανώς, καταγράφοντας την “καταστροφική αντίδραση” δεν σημαίνει πως είμαστε σε θέση να απαντήσουμε σε ερωτήματα που τίθενται, όπως π.χ. ποια είναι η σχέση της “καταστροφικής αντίδρασης” με την κατάθλιψη και την καταθλιπτική διάθεση. Αυτά είναι θέματα ανοικτά σε περαιτέρω έρευνα. Εδώ, ας περιοριστούμε να υπογραμμίσουμε πως ίσως τα “αριστερά χέρια” μας “καραδοκούν να μας πνίξουν”, οδηγούμενα από την “καταστροφική αντίδραση”, μια ακόμη ασυνείδητη διεργασία που αμφισβητεί τη βούληση. Συνοψίζοντας, υποθέτουμε πως η “καταστροφική αντίδραση” α. εκκινείται από την επιταγή αποφυγής των κινδύνων, των αδιεξόδων και του πόνου και β. έχει έξοδο στα συναισθήματα και στην άποψη- κυρίως της στιγμής, και ίσως και στη δράση, ιδιαίτερα εάν υπερβεί τις αντίθετες ροπές που ωθούν σε θετική αντιμετώπιση.
4. Συγκίνηση.
Ο Dr. Alan Pegna κι οι συνεργάτες του βρήκαν πως ένας 52χρονος ασθενής που είχε υποστεί δύο εγκεφαλικά επεισόδια, τα οποία προκάλεσαν βλάβες σε περιοχές που επεξεργάζονταν οπτικά σήματα, κι οπότε δεν μπορούσε να δει, ήταν ικανός να διακρίνει θυμωμένα ή χαρούμενα ανθρώπινα πρόσωπα[2], ως δια μιας “έκτης αίσθησης” (Blind man “sees” emotions). Η ερμηνεία που δόθηκε ήταν πως ο ασθενής αυτός μπορούσε να διακρίνει μέσω της δεξιάς αμυγδαλής που δεν είχε θιγεί από τα εγκεφαλικά επεισόδια. Η αμυγδαλή είναι μια δομή συμμετρική- υπάρχει στο δεξί κι αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου- που ανήκει στο σύμπλεγμα των δομών που θεωρείται πως κατ’ εξοχήν εμπλέκονται στην εκδήλωση των συγκινήσεων. Βρέθηκε λοιπόν, πως ο άνθρωπος αυτός που ήταν ουσιαστικά τυφλός και δεν μπορούσε να διακρίνει το φύλο ενός ανέκφραστου προσώπου, ενός προσώπου δηλαδή που δεν παρουσίαζε συγκινησιακό ενδιαφέρον, που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ούτε καν ένα τετράγωνο από ένα κύκλο, ήταν ικανός να διακρίνει το συγκινησιακό περιεχόμενο ενός συσπασμένου συγκινησιακά προσώπου. Ας σημειωθεί πως και πάλι δεν συνειδητοποιούσε πως βλέπει κάτι. Απλά, όταν οι ερευνητές του ζητούσαν να “μαντέψει”, τα κατάφερνε κατά 59% υψηλότερο ποσοστό απ’ ότι αν μάντευε κατά τύχη. Το εύρημα αυτό είναι μια εντυπωσιακή περίπτωση της, κατά τα άλλα, απολύτως κοινότυπης ασυνείδητης επεξεργασίας συγκινησιακών ερεθισμάτων.
Είναι κοινότυπη γιατί κάτι ανάλογο συμβαίνει στον καθένα μας όταν αναγνωρίζουμε από τις συσπάσεις των προσωπικών μυών ένα σωρό πράγματα για τη συγκινησιακή κατάσταση του άλλου, κι αν ρωτηθούμε από πού βγάζουμε τα συμπεράσματά δεν είμαστε σε θέση να δώσουμε μια ακριβή περιγραφή. Είναι κοινότυπη ακόμα επειδή όλοι ξέρουμε πως δεν αποφασίζουμε για το τι συναισθήματα νιώθουμε και πως δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε με τη θέλησή μας και με απ’ ευθείας στοχασμό. Εδώ δεν χρειάζονται πολλά επιχειρήματα και πειστήρια. Τα συναισθήματα μας μοιάζει να τα καθορίζει “ένας άλλος” εντός μας. Ο Paul Eckman θεωρεί πως δεν μπορεί να υπάρξει συνειδητότητα της εκτίμησης που οδηγεί στη μια ή την άλλη συγκίνηση, γιατί το σύστημα που είναι υπεύθυνο για την εκτίμηση αυτή λειτουργεί πολύ γρηγορότερα της συνείδησης και ανεξάρτητα από αυτήν (Δες Τα καταστροφικά συναισθήματα, Daniel Goleman, σελ. 202).
Οι νευροφυσιολόγοι αποδίδουν στο λεγόμενο “στεφανιαίο” ή “μεταιχμιακό” σύστημα, μια δομή στο εσωτερικό του εγκεφάλου, στη βάση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων και πιο πρωτόγονη από αυτά, την εξειδίκευση στην εκδήλωση των συγκινήσεων. Αν και αναμφίβολα στην εκδήλωση των συγκινήσεων σε έναν σημερινό φυσιολογικό άνθρωπο παίζουν ρόλο πάρα πολλά συστήματα, όπως εκείνα των γνωσιακών διεργασιών και της φαντασίας, με τρόπο ιδιαίτερα πολύπλοκο και μπερδεμένο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι συγκινησιακές διεργασίες δεν διατάσσονται από τη βούληση, και η σημασία του γεγονότος αυτού είναι απολύτως κεφαλαιώδης για την ατομική ψυχολογία.
Οι ασυνείδητες συγκινησιακές διεργασίες α. εκκινούνται πιθανώς από την ανάγκη επιτακτικής κινητοποίησης[3] και β. έχουν έξοδο σε κινητικά αντανακλαστικά, στο αυτόνομο νευρικό σύστημα και στις κινήσεις των σπλάχνων, στις εκφράσεις του προσώπου, στα συναισθήματα και στον τρόπο σκέψης.
Λίγες ακόμα παρατηρήσεις
Τα ερωτήματα που γεννιούνται εξ’ όσων ως τώρα έχουμε αναφέρει είναι πάρα πολλά. Δεν είναι ούτε δυνατόν ούτε σκόπιμο να προσπαθήσουμε να τα απαντήσουμε. Δεν μπορούμε όμως ταυτόχρονα να κλείσουμε το σημείωμα τούτο χωρίς να αναφερθούμε σε κάποιες πρόσθετες συνέπειες που έχει η αναγνώριση των ασυνείδητων διεργασιών που ωθεί σε νοητική τάξη. Ενώ οι υπόλοιπες μορφές ασυνειδήτων διεργασιών στις οποίες αναφερθήκαμε περνάνε κατά το μέγιστο μέρος την επιρροή τους μέσω των συγκινήσεων, στην περίπτωση αυτή έχουμε μια πρωτίστως νοητικού χαρακτήρα επιταγή. Οπωσδήποτε, η νοητική αυτή επιταγή δεν είναι απαλλαγμένη από συγκινησιακή συνιστώσα, αναμφίβολα όμως είναι η μόνη που υποδείχνει την ανάγκη λογικής θεωρίας.
Νομίζω πως λίγες διαφωνίες μπορεί να υπάρξουν, παρά τη διαφορετική γλώσσα που μπορεί να χρησιμοποιείται από τους διαφορετικούς μελετητές, πως η “συνεκτική” θεωρία και η “ολοκληρωμένη” εικόνα εαυτού και περιβάλλοντος είναι απαραίτητα στοιχεία για την δράση στο φυσικό και κυρίως στο κοινωνικό περιβάλλον. Το άτομο τις κατασκευάζει, πιστεύοντας πως είναι σε απόλυτη αντιστοιχία με την πραγματικότητα[4]. Μπορούμε να εικάσουμε πως η παραμονή στη ζωή και η διάθεση συνέχισής της από το άτομο, θέτει σε αυτό ένα αίτημα αισιοδοξίας, τόσο ως συγκινησιακή κατάσταση (που δεν μας απασχολεί εδώ) όσο και ως κοσμοθεωρία στο επίπεδο της συνείδησης. Πάρα πολλά στοιχεία δείχνουν πως οι άνθρωποι είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να απαντούν με θετικό τρόπο κάθε στιγμή σε ένα ερώτημα που σε λεκτική μορφή θα μπορούσε να διατυπωθεί κάπως έτσι: “ποιος είμαι, πού βρίσκομαι, ποια είναι η προοπτική μου;” Το κεντρικό αυτό της ψυχολογίας ερώτημα (ΚΨΕ), εν γένει, δεν διατυπώνεται λεκτικά και το άτομο δεν παίρνει κάθε στιγμή λεκτικές απαντήσεις. Η αναζήτηση απάντησης στο ΚΨΕ επιτελείται ακαταπαύστως, κάπως όπως η εκτίμηση της ισορροπίας του σώματος που γίνεται χωρίς συνήθως να συνειδητοποιείται. Η ανάγκη απάντησης στο ΚΨΕ είναι ζωτικής σημασίας και πραγματοποιείται με πολλούς και διαφορετικούς φυσιολογικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς, τους οποίους δεν θα αναλύσουμε εδώ, περισσότερο για να μείνουμε συγκεντρωμένοι στο στόχο κι όχι γιατί είναι ιδιαίτερα δύσκολο να καταγραφούν.
Κάνοντας τώρα πιο συγκεκριμένο το τι σημαίνει νοητική τάξη, θα λέγαμε ότι νοητική τάξη σημαίνει θετική απάντηση στο ΚΨΕ. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση είναι θετικότερη όταν οι αυτεπιβεβαιωτικές και αυτοϋπερβατικές προσδοκίες μπορούν να εκπληρώνονται. Το τι είναι θετική απάντηση δεν είναι το ίδιο για διαφορετικούς ανθρώπους, ιδιαίτερα αν προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς. Υπάρχουν για παράδειγμα μελέτες που υποδεικνύουν πως για τους ανθρώπους ανατολικών πολιτισμών, το σκέλος της αυτοϋπέρβασης είναι πολύ σημαντικότερο από εκείνο της αυτεπιβεβαίωσης, ενώ το αντίθετο φαίνεται να ισχύει για τους δυτικούς (Δες “Is there a universal need for positive self regard?”).
Αυτό που είναι εκπληκτικό, καθόλου προφανές και εξαιρετικά σημαντικό είναι πως η απαίτηση νοητικής τάξης αφορά τη συνείδηση. Τα πιστεύω και τις πεποιθήσεις του ατόμου, πράγματα που μπορεί το άτομο να αναγνωρίσει συνειδητά και να διατυπώσει λεκτικολογικά. Εδώ δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε το Φρόιντ, που έλεγε πως οι ψυχικές νόσοι προκύπτουν όταν αποτυγχάνει ο μηχανισμός της απώθησης. Πιθανώς, για να υπάρξει η θετική απάντηση στο ΚΨΕ που έχει ανάγκη το άτομο, απαιτείται να απωθούνται από το προσκήνιο της συνείδησης ορισμένες από τις πληροφορίες που δεν μπορούν να ταιριάξουν με τη βασική προσωπική κοσμοθεωρία. Είναι πολύ πέραν των σκοπών του παρόντος σημειώματος να επιχειρήσουμε να επιβεβαιώσουμε ή να αμφισβητήσουμε αν με αυτό τον τρόπο μπορούν πράγματι να προκύψουν και ποιες ψυχικές νόσοι, ή το ποιες πληροφορίες τείνουν να απωθηθούν και ποιες όχι. Μπορούμε όμως να πούμε πως τα δεδομένα υποστηρίζουν την άποψη πως τα άτομα που καταφέρνουν να παραμερίζουν ό,τι τα ενοχλεί και να δημιουργούν μια αισιόδοξη προσωπική κοσμοθεωρία, νιώθουν καλύτερα από τα άτομα που δεν καταφέρνουν να “καθαρίσουν” τη συνείδηση από κομμάτια που δεν ταιριάζουν στην καλή εικόνα. Αυτή η ευκταία καλή εικόνα είναι κάτι ανάμεσα σε παζλ και ψηφιδωτό. Γενικά, το σχέδιο και τα κομμάτια είναι προδιαγεγραμμένα, αλλά ο παίκτης μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κομμάτια με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα και να τα ψαλλιδίσει ή να πετάξει μερικά, αρκεί να φτιάξει μια τελική εικόνα που με κάποιο τρόπο θα παριστάνει τον εαυτό του σε ένα φιλικό σύμπαν.
Κι αν η απαίτηση νοητικής τάξης είναι στο επίπεδο της συνείδησης κι αν είναι δυνατό να πεταχτεί στα σκουπίδια ή να παραμεληθεί ένα πλήθος πληροφοριών, τότε γιατί οι άνθρωποι δεν καταφέρνουμε να αποποιηθούμε συνειδητά ό,τι χαλάει την καλή εικόνα που έχουμε ανάγκη να διαμορφώσουμε; Η απάντηση είναι πως το τι θα πεταχτεί και τι θα χρησιμοποιηθεί για την εικόνα, βασικά, δεν μπορούμε να το επιλέξουμε δια της ελεύθερης βούλησης, με αποφάσεις δηλαδή που μπορούμε να πάρουμε συνειδητά. Δεν μπορεί δηλαδή κάποιος άνθρωπος να αποφασίσει να πιστέψει σε έναν πανάγαθο Θεό, που καθιστά το Σύμπαν ένα φιλικό χώρο γεμάτο καλοσύνη και νόημα, όσο κι αν ξέρει πως μια τέτοια πίστη θα του “έσωζε την ψυχή”. Προφανώς, αυτό καθορίζεται πρωτίστως από ασυνείδητες διεργασίες τις οποίες δεν μπορούμε να διατάξουμε συνειδητά.
Το όλο πράγμα μοιάζει με ένα τεράστιο γρίφο. Όπως δηλαδή είναι στ’ αλήθεια η ανθρώπινη ψυχολογία. Σαν σκύλος που κυνηγάει την ουρά του: ενώ το σημαντικό για την ψυχική υγεία είναι ο βαθμός της ευταξίας που πετυχαίνει στο συνειδητό επίπεδο το άτομο, αυτό εξαρτάται κυρίως από ασυνείδητες διεργασίες.
[1] Η ανοσογνωσία (ως αδυναμία αναγνώρισης προβλήματος υγείας) μπορεί να συνοδεύει κι άλλες παθολογικές καταστάσεις όπως σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή, εγκεφαλικούς όγκους, Alzheimer, Huntington κλπ. Πάνω από ένα τρίτο των ασθενών με σχιζοφρένεια και ακόμα περισσότεροι με διπολική διαταραχή βελτιώνονται, ως προς την αναγνώριση των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν, μετά τη λήψη αντιψυχωτικών φαρμάκων. (Anosognosia (impaired awareness of illness): A major problem for individuals with schizophrenia and bipolar disorder)
[2] Ας προσεχθεί πως το φαινόμενο δεν είναι το ίδιο με της “τυφλής όρασης”, παρ’ ότι και στις δύο περιπτώσεις το τελικό αποτέλεσμα είναι πως τυφλά άτομα διακρίνουν κάποιες ιδιότητες πραγμάτων που δηλώνουν πως δεν βλέπουν. Στην περίπτωση της “τυφλής όρασης” οι ασθενείς βλέπουν μη συγκινησιακά χαρακτηριστικά του ερεθίσματος, ενώ στην περίπτωση αυτή γίνεται αντιληπτή η συγκινησιακή και μόνο διάσταση του ερεθίσματος.
[3] Μια επισκόπηση των θεωριών για τις συγκινήσεις μπορεί να βρει κανείς στο βιβλίο «Συγκίνηση» των Oatley & Jenkins.
[4] Ο Jacques Ninio θεωρεί πως αυτή είναι η μεγαλύτερη και πιο εντυπωσιακή ψευδαίσθηση (Δες Στην εξουσία των ψευδαισθήσεων).