Σκέψεις για τις ασυνείδητες διεργασίες και τις ψυχοσωματικές παθήσεις, με αφορμή ένα περιστατικό.
Το περιστατικό
Ο ασθενής Α έχει προβλήματα με το πεπτικό του σύστημα από την παιδική του ηλικία. Το αν οι λόγοι είναι κύρια γενετικοί ή επίκτητοι δεν μπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι αμφότεροι οι γονείς του παρουσιάζουν επίσης πεπτικά προβλήματα. Όμως, για τα θέματα που θα μας απασχολήσουν εδώ, ούτε η διευκρίνιση για τα αίτια έχει σημασία, ούτε μια διεξοδική περιγραφή των συγκεκριμένων πεπτικών προβλημάτων μας ενδιαφέρει. Μας αρκεί μόνο το γεγονός πως είχε πολύ συχνά ερυγές (ρεψίματα). Ήταν πολύ συνηθισμένο γι αυτόν να νιώθει μεγάλη πίεση και δυσφορία στο στομάχι και μεγάλη ανακούφιση όταν τελικά τα αέρια εξέρχονταν με τη μορφή θορυβωδών ερυγών. Το γεγονός όμως ότι αυτό δεν συνέβαινε αποκλειστικά όταν ήταν μόνος, αλλά και παρουσία άλλων ανθρώπων, του προκαλούσε ντροπή.
Σε κάποια στιγμή, και με αφορμή την οποία δεν μπορεί να προσδιορίσει, ο Α ανακάλυψε πως τη στιγμή που ρευόταν παρουσία ανθρώπων, έκανε ένα μανιερισμό, μια ιδιαίτερη κίνηση, που δεν μπορούσε να περιγράψει ακριβώς, γιατί δεν ήξερε ποιες μυϊκές ομάδες ενεργοποιούσε. Αυτό που μπορούσε να καταλάβει είναι ότι επρόκειτο για μια κίνηση κάποιων μυών στα αυτιά, κάπως όταν προσπαθούμε να τα “ξεβουλώσουμε”, η οποία προκαλούσε κάτι σαν εσωτερικό θόρυβο, ένα ιδιόμορφο βόμβο ή εμπόδιο στους ήχους που έφταναν στα αυτιά του[1]. Το μανιερισμό αυτό τον έκανε ασυνειδήτως, χωρίς να έχει καθόλου σκεφτεί και αποφασίσει να τον εκδηλώνει για κάποιο σκοπό. Πέρασε μάλιστα πολύς καιρός (υποθέτει πως θα ήταν αρκετοί μήνες, αν όχι χρόνια) που αυτό απλά του συνέβαινε και δεν το πρόσεχε καν. Κι όταν το πρόσεξε ωστόσο, δεν ήταν καθόλου εύκολο να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο. Νομίζει μάλιστα πως στην αρχή έγινε κάπως φευγαλέα αντικείμενο της προσοχής του και μόνο βαθμιαία έθεσε καθαρά το ερώτημα τι άραγε σημαίνει. Αρκετά αργότερα και όχι εύκολα, καταφέραμε να δώσουμε την παρακάτω απάντηση.
Ο θόρυβος, τον οποίο προκαλούσε τεχνηέντως στα αυτιά του, γινόταν με σκοπό να καλύψει τον ήχο των ερυγών που τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Με τον βόμβο στα αυτιά, ο ήχος των ερυγών ακουγόταν μικρότερος και παραλλάσσονταν η χροιά του. Αυτό φαίνεται πως τον καθησύχαζε, δίνοντάς του την εντύπωση πως κι οι άλλοι δεν άκουγαν τις ερυγές ή δεν καταλάβαιναν ότι ήταν τέτοιες (μπορεί να ήταν κάτι σαν βήχας ή καθάρισμα του λαιμού) και μετρίαζε τη ντροπή του. Δεν μπορεί να βεβαιώσει αν το μανιερισμό αυτό τον έκανε αποκλειστικά όταν ρευόταν παρουσία κόσμου ή κι όταν ήταν μόνος του, όμως, μετά την απάντηση που δώσαμε, ο Α ένιωθε απολύτως σίγουρος πως η απάντηση αυτή ήταν σωστή, πως “βόμβιζε” δηλαδή τα αυτιά του για να περιορίσει τη ντροπή των ερυγών. Κι αν ακόμα το έκανε όταν ρευόταν μόνος του, αυτό θα γινόταν από συνήθεια, κάπως όπως όταν χειρονομεί κανείς, αν και μιλάει στο τηλέφωνο, κι ο συνομιλητής δεν βλέπει τα μηνύματα που εκπέμπει με τις χειρονομίες.
Το γεγονός αυτό, αν και ήσσονος σπουδαιότητας από παθολογικής απόψεως, φαίνεται πως μπορεί να αποτελέσει αφορμή για γόνιμους προβληματισμούς επί της ψυχολογίας.
Αποφάσισε κανείς γι αυτό;
Κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής ότι ο μανιερισμός αυτός μπορεί μεν να καθησύχαζε τον Α, κάνοντάς τον να πιστεύει πως δεν ακούγονται οι ερυγές του ή πως δεν καταλαβαίνουν οι άλλοι ότι ήταν ερυγές, όμως στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά έτσι συνέβαινε. Οι άλλοι γύρω δεν άκουγαν καθόλου το βόμβο που άκουγε αυτός αλλά προφανώς άκουγαν τις ερυγές, πράγμα που σημαίνει πως η ντροπή του Α μειωνόταν γιατί ξεγελιόταν κι όχι γιατί πετύχαινε τον στόχο του που ήταν να μην εκτίθεται στους ανθρώπους. Η διαπίστωση αυτή είναι σημαντική γιατί καθιστά ελάχιστα πιθανή την εκδοχή πίσω από την εκδήλωση του μανιερισμού να βρισκόταν κάποιας μορφής εκτίμηση και λήψη απόφασης από έναν ειδικό ασυνείδητο μηχανισμό. Αν πράγματι είχε συμβεί κάτι τέτοιο, ο μηχανισμός μέσω του οποίου αποφασίστηκε ο μανιερισμός θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα αναποτελεσματικός και “ανόητος”.
Αντί της αυθαίρετης υπόθεσης ενός ασυνειδήτου εκτιμητικού και εκτελεστικού μηχανισμού, που θα πρέπει να έχει και την επιπλέον ιδιότητα να είναι “ανόητος”, φαίνεται πως είναι προτιμότερο να δεχθούμε πως ο μανιερισμός αναπτύχθηκε αυτόματα, αντανακλαστικά τρόπον τινά. Κάπως όπως καθιστάμεθα ικανοί να χρησιμοποιούμε διαφορετικές ομάδες μυϊκών ινών όταν τραυματιστούμε, προκειμένου να κάνουμε μια κίνηση που συνήθως κάναμε χρησιμοποιώντας τις ομάδες που τραυματίστηκαν. Συνήθως δεν παίρνουμε συνειδητά απόφαση να “πατάμε αλλιώς”, προκειμένου να αποφύγουμε τον πόνο. Αν και δεν αποκλείεται η συνδρομή του ορθοπαιδικού, τέτοιες ρυθμίσεις γίνονται αντανακλαστικά: πονάς έτσι, πατάς αλλιώς. Ο υπεύθυνος μηχανισμός είναι εκείνος της συντελεστικής ενίσχυσης (operant conditioning) που είναι αρκετά μελετημένος. Ας προσεχθεί πως και σε τούτη την περίπτωση, το στραβοπάτημα μπορεί να προστατεύει από τον πόνο, μια και αποφορτίζει τις τραυματισμένες ομάδες μυϊκών ινών, είναι όμως δυνατό να προξενήσει μεγαλύτερη ζημιά, π.χ. βλάβη στη σπονδυλική στήλη, από εκείνη που ενδεχομένως επιδιορθώνει. Προφανώς, αν πίσω από το στραβοπάτημα θεωρούσαμε πως υπάρχει ένας ασυνείδητος μηχανισμός που εκτιμούσε και έπαιρνε την απόφαση εκδήλωσής του, θα έπρεπε να αναπτύξουμε και μια ακόμα θεωρία γιατί είναι ανεπαρκής ή “ανόητος” εφόσον προστατεύει ένα μυ και χαλάει έναν άλλο ή μια άρθρωση. Μια αντανακλαστική ρύθμιση ωστόσο, που γίνεται για να απαντήσει μόνο στο ειδικό πρόβλημα του συγκεκριμένου πόνου, χωρίς κανενός είδους συνολική εκτίμηση, μπορεί ευκολότερα να γίνει αποδεκτή.
Με ποιον τρόπο δημιουργήθηκε;
Στην περίπτωση του βομβίσματος στ’ αυτιά του Α, μπορούμε να υποθέσουμε πως κατ’ αρχήν υπήρχε η πρόθεση του Α να μην ακούγονται οι ερρυγές από τους άλλους. Επειδή αυτό είναι αγενές, επειδή θα προκαλούσε αηδία στους γύρω κλπ. Η επιθυμία του αυτή μπορεί κάλλιστα να είναι συνειδητή, να την έχει σκεφτεί και να έχει συνειδητά αναζητήσει λύσεις, όπως μπορεί να υφίσταται ασυνειδήτως κι όταν το μυαλό του είναι απασχολημένο με κάτι άλλο. Προφανώς, η πρόθεση για κάτι και μια πράξη που υλοποιεί αυτό το κάτι είναι διαφορετικά πράγματα. Το γεγονός πως μπορεί να πάμε στο δίπλα δωμάτιο και να στεκόμαστε χωρίς να θυμόμαστε τι θέλουμε, δείχνει πως είναι δυνατό να δρούμε με βάση μόνο την πρόθεσή μας να κάνουμε κάτι χωρίς να έχουμε κατά νου την ειδική πράξη υλοποίησής του[2]. Ο Α πιθανότατα διατηρούσε σταθερά την πρόθεση να μην ακούγονται οι ερυγές του και δρούσε σε αυτή την κατεύθυνση είτε σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα κρυφτεί είτε χωρίς να το σκέφτεται καν.
Η δεύτερη παραδοχή που κάνουμε είναι ότι το βόμβισμα στα αυτιά, εφόσον μείωνε ή συσκότιζε τον ήχο των ερυγών για τον Α, θα μπορούσε σταδιακά να σταθεροποιηθεί, μέσω του μηχανισμού της συντελεστικής ενίσχυσης. Μια διαδικασία αντανακλαστική, μέσω της οποίας πριμοδοτούνταν το βόμβισμα που έκανε, εφόσον είχε ως αποτέλεσμα να μην ακούγονται καλά οι ήχοι των ερυγών. Αυτή η διαδικασία θα ήταν δύσκολο να είχε προκύψει από κάποια εκτίμηση, εφόσον έτσι θα αποκαλύπτονταν πως η μείωση της ακουστότητας των ήχων αφορούσε μόνο τον ίδιο αφήνοντάς τον έκθετο στους γύρω ανθρώπους, που στην ουσία ήταν ό,τι τον ενδιέφερε. Δεν έχουμε τα στοιχεία για να αποφανθούμε πώς προέκυψε για πρώτη φορά το βόμβισμα. Είναι δυνατό να προέκυψε από μια προσπάθεια μείωσης του ήχου της ερυγής, να βγει δηλαδή ο αέρας με πιο στρωτή και λιγότερο θορυβώδη ροή. Θα μπορούσε να είχε συμβεί ακόμα και τελείως τυχαία την πρώτη φορά. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που έχει σημασία είναι πως μπορούμε να κατανοήσουμε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό το μανιερισμό του βομβίσματος με δύο παραδοχές, που αυτές καθ’ αυτές δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν, ενώ είναι μάλλον εύκολο να πιστοποιηθούν.
Πεποιθήσεις- προθέσεις
Ωστόσο, προσπεράσαμε χωρίς να σταθούμε το ζήτημα της πρόθεσης του Α να μην ακούγονται οι ερρυγές του από τους άλλους, προκειμένου να αναπτύξουμε την υπόθεση του πώς θα μπορούσε να σχηματίζεται ο μανιερισμός του βομβίσματος στα αυτιά. Η πρόθεση όμως αυτή που θεωρήσαμε πως καθοδηγούσε την συμπεριφορά του Α ακόμα κι όταν αυτός είχε την προσοχή του σε άλλα πράγματα, είναι μια πολύ σημαντική παραδοχή που προφανώς πάει πολύ πέρα από τα όρια της συμπεριφορικής θεωρίας.
Μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε πως αν ο Α είχε μεγαλώσει σε μια άλλη χώρα, στην οποία οι ερρυγές θεωρούνται ως ένδειξη ότι ο συνδαιτυμόνας ευχαριστήθηκε το φαγητό, το πιθανότερο είναι πως δεν θα ντρεπόταν όταν ρεύονταν. Όταν όμως οι μεγάλοι του έλεγαν πως είναι αγένεια και αηδιαστικό να ρεύεται ελεύθερα μπροστά στους άλλους και τους έβλεπε να προσπαθούν να κρυφθούν όταν ρεύονταν οι ίδιοι, έμαθε ότι το να ρεύεται κανείς μπροστά στον κόσμο είναι ντροπή. Αυτό στη συνέχεια καθίσταται πεποίθηση, παγιωμένη άποψη που καθίσταται οδηγός ή και “αυτόματος πιλότος” της συμπεριφοράς, χωρίς να απαιτεί διαρκείς αναφορές στις πηγές προέλευσής του, λογική τεκμηρίωση, συνειδητή σκέψη και προσοχή.
Συνειδητά/ ασυνείδητα
Ας προσεχθεί πως ο Α και μέσω συνειδητών σκέψεων (π.χ. αν ρεύομαι δυνατά ντροπιάζομαι) και ασυνειδήτων καταγραφών (π.χ. παρατηρώντας τις εκφράσεις του προσώπου των μεγάλων) καταλήγει στην πεποίθηση πως είναι ντροπή να ρεύεται μπροστά στον κόσμο. Πέραν όμως της διαδικασίας της παγιώσεως της πεποίθησης, κι η διατήρηση, η ανάπτυξη και εμφάνισή της στην καθημερινότητα του Α μπορεί να γίνεται συνειδητά (π.χ. με σκέψεις πώς να κρύψει την ερρυγή) και ασυνείδητα (π.χ. προσπαθώντας να μη ρευτεί θορυβωδώς ακόμα κι όταν μιλάει και σκέφτεται κάτι άλλο).
Αυτή η διαπίστωση της συνεργατικής συνύπαρξης συνειδητών και ασυνείδητων διεργασιών είναι ένα σημαντικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τον παραπάνω προβληματισμό. Πως μια πρόθεση δεν είναι ανάγκη να βρίσκεται καταχωνιασμένη σε κάποιο στεγανό Ασυνείδητο, στο οποίο δεν έχει πρόσβαση η συνείδηση κι απ’ όπου ασκεί μυστηριωδώς την επιρροή της, ή αντιθέτως, άπαξ κι έχει συνειδητοποιηθεί αποκλείεται να ασκεί ασυνείδητη επιρροή. Μια πρόθεση ή επιθυμία μπορεί να είναι άλλοτε συνειδητή κι άλλοτε ασυνείδητη και να επιδρά στην ψυχολογία και συμπεριφορά και με τις δύο αυτές μορφές.
Ατραπός παθολογίας
Ένα άλλο σημαντικό συμπέρασμα, στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί είναι πως ορισμένες τουλάχιστον διεργασίες, που μοιάζουν να είναι το αποτέλεσμα πολύπλοκων Ασυνείδητων μηχανισμών, μπορούν να γίνουν κατανοητές με πολύ απλούστερο τρόπο. Πίσω από δραστηριότητες και ενέργειες που δίνουν εν πρώτοις την εντύπωση ότι είναι το αποτέλεσμα πολύπλοκων ασυνείδητων μηχανισμών και φαίνεται να λειτουργούν στη βάση μιας απόκρυφης για τη συνείδηση λογικής, μπορεί να βρίσκονται απλούστεροι και γνωστοί μηχανισμοί, όπως αυτός της συντελεστικής ενίσχυσης. Στη βιβλιογραφία μπορεί να βρει κανείς περιγραφές ανάλογων περιπτώσεων με αυτή που αναφέραμε, διατυπωμένες φυσικά από άλλες αφετηρίες και με διαφορετική ορολογία. Αναφέρουμε μερικές:
· Οι J.Jennings και Lacey έχουν προτείνει πως αλλαγές στη λειτουργία του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος μπορεί να λαβαίνουν χώρα προκειμένου να ενισχυθεί ή επικεντρωθεί η προσοχή.
· Οι κινήσεις του σώματος και συσπάσεις του προσώπου ενός ατόμου που καταβάλει εντατική προσπάθεια ή θέλει να κρατηθεί ξύπνιο, πιθανότατα έχουν στόχο την υποθαλαμική και φλοιακή διέγερση (Gellhorn, Guyton, Nielsen). Φυσικά, για την πραγματοποίησή τους δεν χρειάζεται να πάρει καμιά συνειδητή απόφαση το άτομο.
· Ερευνητές έχουν προσδιορίσει πως η επίδειξη της γλώσσας ανάμεσα στα δόντια από ένα άτομο που προσπαθεί να διεκπεραιώσει ένα καθήκον, εκπέμπει μήνυμα “μη με ενοχλείς”, χωρίς το άτομο που βγάζει τη γλώσσα του ούτε το άτομο προς το οποίο απευθύνεται να έχουν επίγνωση του μηνύματος ακόμα και αυτής της πράξης. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση πως αυτή η πράξη κι όχι κάποιο άλλο σήμα του προσώπου παίζει αυτό το ρόλο, γιατί, όταν ακόμη από μωρά ήμασταν αδύναμοι να τραβήξουμε το κεφάλι μας από τη ρώγα, τη στιγμή που τελειώναμε το θηλασμό, σπρώχναμε τη ρώγα με τη γλώσσα και την αφήναμε να φαίνεται για λίγο, προκειμένου να αποθαρρύνουμε έτσι τη μητέρα από το να μας θηλάσει περισσότερο.
Στα παραπάνω περιστατικά, όπως και σε αυτό του βομβίσματος στα αυτιά που συζητήσαμε, δεν περιγράφεται κάποιο προφανές πρόβλημα για την υγεία. Τίποτε όμως δεν αποκλείει αυτή την εκδοχή. Οι αλλαγές στη λειτουργία του Αυτόνομου π.χ., που αναφέρθηκε ότι λαμβάνουν χώρα για να διεγείρουν την προσοχή, θα μπορούσαν κάλλιστα να προκαλέσουν κάποιο σοβαρό νόσημα. Με πιο άμεσο τρόπο, ο Dworkin και οι συνεργάτες του έχουν δείξει πως αύξηση της πίεσης του αίματος μπορεί να παρατηρηθεί σε πιθήκους και παραπληγικούς ανθρώπους, προκειμένου η ανασταλτική δράση από τους πιεσοϋποδοχείς στον φλοιό του εγκεφάλου να κάνει πιο ανεκτή την αίσθηση του πόνου. Προφανώς, θα ήταν πολύ χρήσιμο αν ορισμένες από τις περιπτώσεις υπέρτασης που χαρακτηρίζονται ως “ιδιοπαθείς” (δεν μπορούν δηλαδή να προσδιοριστούν με ακρίβεια τα αίτια) αποκαλύπτονταν πως οφείλονται σε κάποιο εν τω βάθει σπλαχνικό άλγος ή ρευματικούς πόνους.
Η αύξηση της πίεσης προκαλείται από σύσπαση των αγγείων του αίματος. Δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτή να είναι η μόνη λειτουργία που μαθαίνει ο οργανισμός να χρησιμοποιεί για κάποιον άλλο λόγο πέραν του βασικού ρόλου της, εν προκειμένω δηλαδή τη ρύθμιση της διαφορικής αιμάτωσης των ιστών. Θεωρητικά, καμία λειτουργία δεν φαίνεται να απαλλάσσεται από τον κίνδυνο παθολογικής εκτροπής. Εκτροπής που θα έχει προκύψει ως αποτέλεσμα δράσεων του οργανισμού για την αντιμετώπιση μιας αρνητικής κατάστασης. Το πρόβλημα προκύπτει όταν από την τροποποίηση της λειτουργίας δημιουργείται δυσμενέστερη κατάσταση από εκείνη η οποία επιδιώκετο να αντιμετωπιστεί. Πιθανώς, πίσω από τα επονομαζόμενα ψυχοσωματικά νοσήματα βρίσκονται διεργασίες παρόμοιες ή ανάλογες με αυτές στις οποίες αναφερθήκαμε.
[1] Πιθανώς, ο καθένας μας μπορεί να το πετύχει αυτό αν προσπαθήσει.
[2] Για μια διεξοδική παρουσίαση των σχετικών ιδεών μπορεί να ανατρέξει κανείς στο “The illusion of conscious will” του D. M. Wegner.