Ως splitting, στη διεθνή βιβλιογραφία ορίζεται ο τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας, προσώπων ή καταστάσεων ως “απολύτως καλά” ή “απολύτως άσχημα”. Το να διακρίνει κανείς μόνο μαύρο και άσπρο χρώμα και καθόλου ενδιάμεσες αποχρώσεις. Στις ακραίες μορφές του καταλογίζεται ως προεξάρχον σύμπτωμα της Διαταραχής Οριακής Προσωπικότητας.
Ψυχαναλυτικά, καταγράφεται ως μηχανισμός άμυνας που έχει στόχο να προφυλάξει το άτομο από το να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις και να αναγνωρίσει προφανείς συνέπειες πράξεων, ενώ οι “γνωσιακοί ψυχολόγοι” θεωρούν το φαινόμενο ως γνωσιακή παραποίηση διπολικής σκέψης, ως διχοτομική σκέψη κατά την οποία το άτομο αξιολογεί όλες τις εμπειρίες του κατατάσσοντάς τες σε δύο αντίθετα άκρα. (σελ. 60 Αζίζη). Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν πως στα άτομα με Διαταραχή Οριακής Προσωπικότητας το φαινόμενο μπορεί να έχει νευρωνική αιτία, όπως η αυξημένη δραστηριότητα της αμυγδαλής ή ο μικρότερος όγκος αυτής και του ιππόκαμπου. Άλλοι, θεωρούν πως συνδέεται με λειτουργικά προβλήματα σε κυκλώματα των μετωπιαίων λοβών τα οποία διεκπεραιώνουν γνωστικές διεργασίες, προβλήματα που έχουν ως επιπρόσθετη συνέπεια και τις δυσκολίες στη λήψη αποφάσεων που παρατηρούνται στα άτομα με αυτή τη διαταραχή.
Πέραν όμως αυτού που χαρακτηρίζεται παθολογικό στα άτομα με Διαταραχή Οριακής Προσωπικότητας, η εναλλαγή της άποψης και της συγκινησιακής στάσης απέναντι σε ένα πρόσωπο πράγμα ή κατάσταση, ακόμα και με ακραίο τρόπο, είναι κάτι που συμβαίνει στους πάντες, χωρίς να προϋποτίθεται κανενός είδους ψυχοπαθολογία. Το νερό, για παράδειγμα, απ’ ό,τι πιο επιθυμητό υπάρχει στη φύση, όταν κανείς διψά και απειλείται από αφυδάτωση, μπορεί να γίνει ό,τι πιο φοβερό και απεχθές για εκείνον που κόντεψε να πνιγεί και έχει πιει ακατάσχετες ποσότητες, μετά από πλημμύρα ή ναυάγιο. Οι μεγάλες μεταβολές της στάσης απέναντι στο ίδιο πράγμα ανάλογα με τις περιστάσεις είναι μια πολύ σημαντική ιδιότητα του νου, για λόγους που θα αναπτύξουμε στη συνέχεια. Με αυτή την ιδιότητα της φυσιολογικής ανθρώπινης νόησης θα απασχοληθούμε σε αυτό το σημείωμα, κι όχι τόσο με το splitting ως σύμπτωμα της Διαταραχής Οριακής Προσωπικότητας.
Στο βιβλίο “Μα γιατί ιδρώνουν τα χέρια μου;” είχα χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τον όρο “εναντιομορφές” λαμβάνοντας ως αφετηρία το πώς αντιλαμβανόμαστε ότι διατάσσεται στο χώρο ένας κύβος ζωγραφισμένος στο επίπεδο με απλές γραμμές, κάτι που είναι γνωστό ως κύβος του Necker. Χρειάζεται απλά να προσηλώσει κανείς το βλέμμα του σε μια κορυφή του κύβου και να κοιτά, για να δει την τρισδιάστατη αντίληψη που έχει για τον κύβο να αλλάζει και να προβάλλει μια άλλη εκδοχή, με την κορυφή που πριν φαινότανε ως μπροστινή να φαίνεται πλέον πως είναι πίσω. Όσο συνεχίζει κανείς να κοιτά, θα βλέπει εναλλάξ και τις δύο εκδοχές, χωρίς ποτέ να βλέπει και τις δύο ταυτόχρονα ή κάτι που να μοιάζει σαν ενδιάμεση κατάσταση. Κάθε φορά, η τρισδιάστατη αντίληψη του κύβου που αναδύεται εκτοπίζει την άλλη και θεωρείται απόλυτη και μοναδική. Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να παρατηρήσει κανείς στο κλασικό παράδειγμα του Edgar Rubin, αναστροφής εικόνας- φόντου, όπου βλέπουμε τα δύο αντικριστά πρόσωπα ή το δισκοπότηρο εναλλάξ και οπωσδήποτε σε πολλά από τα εκπληκτικά έργα του Escher. Δεν υπάρχει μια απόλυτα ικανοποιητική νευροφυσιολογική ερμηνεία του φαινομένου, ένα ενδιαφέροντα προβληματισμό ωστόσο μπορεί να βρει ο ενδιαφερόμενος, στο βιβλίο της Ελένης Σαββάκη “Οι παράλληλοι εαυτοί μας”.
Τις δύο “αντίθετες” όψεις- εκδοχές ονομάζω εναντιομορφές, ακριβώς λόγω του ότι είναι αδύνατο να συνυπάρχουν την ίδια στιγμή. Είναι αλήθεια πως το πιθανότερο είναι τα νοητικά “άλματα” μεταξύ ακραία αντίθετων απόψεων και εναλλακτικών εκδοχών τρισδιάστατης δομής να μην είναι εκφράσεις της λειτουργίας του ίδιου ακριβώς νοητικού μηχανισμού. Από την άλλη όμως, είναι μάλλον απίθανο οι εναντιομορφικές μετατοπίσεις κάθε είδους να μην συμμερίζονται ορισμένες κοινές ιδιότητες του νου. Μια από αυτές μάλλον είναι η αδυναμία του συνειδητού νου μας να επεξεργαστεί με επιτυχία ταυτόχρονα (παράλληλα) πολλά δεδομένα. Αυτό πάλι δεν μπορεί να είναι όλη η ιστορία. Η γνωστή τάση π.χ. να εμμένουμε στο πρώτο στοιχείο που δείχνει να οδηγεί στη λύση ενός προβλήματος, προσπαθώντας να το επιβεβαιώσουμε κι έχοντας δυσκολία να το εγκαταλείψουμε, η μονομέρεια και ο συντηρητισμός πάσης φύσης υποδεικνύουν πως, πέραν της αδυναμίας για ταυτόχρονη επεξεργασία πολλών δεδομένων, υπάρχουν κι άλλες διαστάσεις στην εναντιομορφική μετατόπιση του νου που αξίζουν της προσοχής μας. Πάντως, είτε έχουν πολλά κοινά στοιχεία σε σχέση με τις νοητικές λειτουργίες είτε όχι, μου φαίνεται γόνιμο να αναλογιστούμε επί της βάσης των αναλογιών που παρουσιάζουν οι εναντιομορές: πεποιθήσεις και αντίληψη εικόνων.
Οι ειδικοί, μας πληροφορεί ο Jacques Ninio, θεωρούν βέβαιο πως στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι γεωμετρικές ψευδαισθήσεις δεν δημιουργούνται στον αμφιβληστροειδή αλλά αφορούν βασικά στην ερμηνεία σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο επεξεργασίας από πλευράς νευρικού συστήματος. Προφανώς, το ίδιο μπορεί να υποτεθεί, με ακόμα μεγαλύτερο βαθμό βεβαιότητας, για την εναντιομορφική ταξινόμηση και την εναλλάξ αποδοχή των εναντιομορφικών εκδοχών, εφόσον οι διαδικασίες αυτές προϋποθέτουν πολύ σύνθετες μαθησιακές και μνημονικές λειτουργίες. Ο William James έλεγε πως όταν ταλαντευόμαστε μεταξύ δύο ερμηνειών Α και Β, η αντίληψη δεν παράγει ποτέ μια υβριδική ερμηνεία. Κάνει πάντα το διαχωρισμό, προτείνει πρώτα την Α, κατόπιν μεταπηδάει στη Β.
Ίσως η αξία της τάσης μας να υιοθετούμε τη μια μοναδική αλήθεια και να μη μπορούμε να δεχτούμε την ταυτόχρονη συναλήθευση της εναλλακτικής της να είναι αυτή που παραθέτει ο Jacques Ninio: “Ένα ζώο που ζει ελεύθερο στην άγρια φύση είναι υποχρεωμένο να παίρνει αποφάσεις μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η μορφή που διακρίνει ανήκει σε κάποιον θηρευτή ή σε ένα υποψήφιο θήραμα; Η επιβίωσή του εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία λειτουργεί η κρίση του. Και οι άνθρωποι όμως οφείλουν να παίρνουν γρήγορες αποφάσεις στην κοινωνική τους ζωή…” Αρκετά από τα ψεγάδια που εμφανίζονται όταν πάμε να λύσουμε κάποια προβλήματα οφείλονται, κατά τον Jacques Ninio, στο πώς είναι δομημένη η νόησή μας: “…είναι καλύτερα να παίρνει κανείς άμεσα μια απόφαση, ακόμη και αν αυτή δεν είναι η καλύτερη, παρά να χάνει το χρόνο του αξιολογώντας όλες τις δυνατότητες.”
E. O. Wilson, ο ιδρυτής της κοινωνιοβιολογίας αναφέρει: “Ο πρωτόγονος άνθρωπος χώριζε τον κόσμο του σε φίλους και εχθρούς και αντιδρούσε γρήγορα και έντονα ακόμη και στις πιο ήπιες απειλές που παρουσιάζονταν έξω από αυτό το αυθαίρετο διαχωριστικό σύνορο” (“Η ανθρώπινη φύση”, σελ. 130) και παρακάτω: “Φαίνεται πως ο εγκέφαλός μας είναι προγραμματισμένος με μια τάση να χωρίζει τους ανθρώπους σε φίλους και ξένους…” (στο ίδιο, σελ 133).
Παρά τα προφανή μειονεκτήματα, ο τέτοιος τρόπος λειτουργίας της ψυχολογίας μας φαίνεται πως είναι βιολογικά χρήσιμος αφού καθιστά τη συμπεριφορά αταλάντευτη ως προς την εκπλήρωση των ατομικών αναγκών και συμφερόντων. Η δράση φαίνεται να εξυπηρετείται από την μονοδιάστατη πίστη κι ίσως γι αυτό έχουμε την τάση να προκρίνουμε τη μια μονοσήμαντη απόφαση. Η επιλογή όμως μεταξύ εναντιομορφικών απόψεων, οι οποίες είναι ακραία διαφορετικές, ενίοτε σε ελάχιστο χρόνο, υποδεικνύει πως πιθανότατα η εναντιομορφική ταξινόμηση προϋπάρχει στο μυαλό μας, όπως οι διαφορετικές στερεοδιατάξεις του κύβου, και εξ αυτών των προϋπαρχουσών εναλλακτικών επιλέγεται κάποια όταν χρειάζεται.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η καταχώρηση κάποιου πράγματος στη μνήμη γίνεται με βάση πάρα πολλά χαρακτηριστικά του. Δηλαδή κάτι μπορεί να ταξινομηθεί με βάση το όνομά του, την εικόνα του (ή και χωριστές λεπτομέρειες της συνολικής εικόνας), τη μυρωδιά, την αφή, την σχέση του με διάφορα χαρακτηριστικά της εμπειρίας κι οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Η αλήθεια της παραπάνω πρότασης καθίσταται προφανής αν σκεφθεί κανείς πόσες φορές είναι σε θέση να ανακαλέσει μια ιδιότητα ενός πράγματος αλλά όχι μια άλλη ιδιότητα ή το όνομά του πράγματος αυτού. Οι διαφορετικές μνημονικές ταξινομήσεις είναι ανεξάρτητες η μια από την άλλη, γίνονται πιθανότατα από διαφορετικούς επεξεργαστές και “φυλάσσονται” σε διαφορετικούς “μνημονικούς τόπους”, όπως φανερώνουν, ισχυρότερα μάλλον από τα άλλα δεδομένα, οι περιπτώσεις των διαφόρων τύπων αμνησιών.
Ανάμεσα στις διαφορετικού τύπου μνημονικές “καταχωρήσεις”, ένα πράγμα “καταχωρείται” και βάσει των θετικών ή αρνητικών συγκινήσεων με τις οποίες έχει συνδεθεί στην ατομική ιστορία του ατόμου. Έτσι, ο καθένας έχει μια πολύ θετική συγκινησιακή στάση για το νερό, εφ’ όσον το έχει απολαύσει μετά από δίψα, δίνοντας απάντηση στο μείζον πρόβλημα της ζωής του τη στιγμή εκείνη, αλλά και κάποια αρνητική, είτε λόγω δυσφορίας από υπερεπάρκεια υγρών, κινδύνου ναυαγίου, πνιγμού, πλημμύρας κλπ. Φυσικά, μπορούμε να υποθέσουμε πως ένα πλήθος ακόμα ενδιαμέσων “καταχωρήσεων”, λιγότερο θετικών ή αρνητικών, θα λαμβάνουν χώρα από πιο καθημερινές και συνηθισμένες εμπειρίες του ατόμου με το νερό, ωστόσο όμως οι ακραίες θετικές και αρνητικές συγκινησιακές “καταχωρήσεις” συνιστούν εναντιομορφικό ζεύγος.
Η βιολογική αξία αυτής της εναντιομορφικά συγκινησιακής μνημονικής “καταχώρησης” είναι η ίδια με αυτή που υποθέτουν ο Jacques Ninio και ο E. O. Wilson: για να μπορέσουν να υπάρξουν γρήγορες αποφάσεις αποφυγής κινδύνου ή εκμετάλλευσης της ευκαιρίας, που οδηγούν σε άμεση ανάλογη συμπεριφορά, πρέπει να υπάρχουν ταξινομήσεις με ουσιαστικό περιεχόμενο το θετικό ή αρνητικό τους χαρακτήρα για το άτομο. Οι πολύχρωμες ταξινομήσεις δεν βοηθούν τη δράση όσο μπορεί να το κάνει η ταξινόμηση μαύρο-άσπρο. Αυτό που χρειάζεται η δράση είναι ένας γρήγορος οδηγός: “μένω ή φεύγω” κι όχι το μοντάρισμα μιας ολοκληρωμένης εικόνας με πρακτικά άπειρο πλήθος λεπτομερειών. Εκτός όμως από τις λεπτομέρειες περιγραφής, η άμεση δράση και η συμπεριφορά δεν ενδιαφέρεται ούτε και για συγκινησιακές ταξινομήσεις μέσης έντασης που θα προέκυπταν από εκτιμήσεις όπως: “αυτό το φίδι μπορεί να μην είναι δηλητηριώδες, αυτή η αρκούδα μπορεί να είναι εξημερωμένη, αυτός ο καρχαρίας μπορεί να μην επιτίθεται σε ανθρώπους”. Στη θέα του φιδιού, της αρκούδας ή του καρχαρία ενεργοποιείται η εναντιομορφή του επικίνδυνου και ξεδιπλώνεται μια συμπεριφορά του τύπου μάχης ή φυγής. Αυτή η αντίδραση μπορεί να γλιτώσει τη ζωή του ατόμου και είναι γι αυτό χρήσιμη. Οι εναντιομορφικές ταξινομήσεις επί του εδάφους του θετικού ή αρνητικού συγκινησιακού περιεχομένου τους έχουν κάθε λόγο να υπάρχουν και φαίνεται πως τω όντι υπάρχουν.
Από το παράδειγμα της μεταβολής της συγκινησιακής στάσης μας για το νερό, το εξαιρετικά ενδιαφέρον συμπέρασμα που εξάγεται είναι πως η ανάδειξη και κυριάρχηση της μιας από τις δυο εναντιομορφές και η καταπόντιση της άλλης, καθορίζεται βασικά από τις ανάγκες του οργανισμού μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, και πραγματοποιείται μέσω κάποιων εκτιμήσεων συμφέροντος. Σε σχέση με τις ανάγκες του οργανισμού γνωρίζουμε πως η ανίχνευση από το κέντρο δίψας (που βρίσκεται στην έξω προοπτική χώρα του υποθαλάμου) της υψηλής συγκέντρωσης νατρίου και η ενεργοποίηση του με την έκκριση του ειδικού νευροδιαβιβαστή αγγειοτενσίνη ΙΙ (ουσία που χρησιμεύει στην χημική επικοινωνία των νευρώνων που σχετίζονται με τη δίψα) παίζει έναν εξαιρετικό ρόλο στον καθορισμό του ποια θα είναι η κυρίαρχη εναντιομορφική στάση απέναντι στο νερό, ενεργοποιώντας έντονη συγκίνηση επιθυμίας.
Αν η σωματική επιταγή της δίψας ή της αποστροφής για υγρά δεν έχουν διεγερθεί, η επιλογή της μιας εναντιομορφής από την αντίθετή της μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω κάποιας πριμοδότησης που θα την αναδείξει στην επιφάνεια της μνήμης, καλοφωτισμένη και ζωντανή, την ίδια στιγμή που η άλλη παραμένει καταχωνιασμένη στα σκοτεινά. Η εικόνα είτε ο ήχος είτε η αίσθηση στο σώμα, ακόμα και η λεκτική περιγραφή ενός υπέροχου καταρράκτη, ενός ρυακιού που κελαρύζει, ενός όμορφου συντριβανιού, ενός μπουκαλιού νερού που σώζει το διψασμένο παιδί της Αφρικής κινητοποιούν διαφορετική εναντιομορφή από τα αντίστοιχα ερεθίσματα της μανιασμένης θάλασσας, του παλιρροϊκού κύματος, της πλημμύρας, των απειλητικών πάγων, της άρρωστης υγρασίας και σήψης. Οι φαντασιακές διεργασίες στη συνέχεια, μέσω των οποίων “βλέπεται” η βλάστηση η καρποφορία και τα παιχνίδια με το νερό, είτε το ναυάγιο, η πλημμύρα, ο πνιγμός, το κρύο, το σάπισμα επεκτείνουν τον πριμοδοτικό ρόλο των ερεθισμάτων υπέρ της μιας ή της άλλης εναντιομορφής.
Η φαντασία βέβαια δεν έχει λόγο μόνο στην περίπτωση των εξωτερικών ερεθισμάτων αλλά και στην περίπτωση των εσωτερικών, όπως π.χ. στην περίπτωση της δίψας, όπου μπορεί να ενεργοποιεί εικόνες ευτυχούς ξεδιψάσματος, λυτρωτικής ύγρανσης του στόματος και του οισοφάγου και παραμερισμού του οδυνηρού αισθήματος. Με οδηγό αυτές τις φαντασιακές διεργασίες, που εδράζονται στην εμπειρία, ξεδιπλώνεται η συμπεριφορά, που οδηγεί τον κάτοικο του ξερότοπου να τρέξει στους κάκτους, τον εσκιμώο στους πάγους, κι άλλους στη βρύση, προκειμένου να ξεδιψάσουν.
Ας δούμε όμως ένα ακόμα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένας άντρας που έχει πολύ μεγάλη σεξουαλική στέρηση μπορεί να δει επιθυμητή ακόμα και μια ηλικιωμένη γυναίκα[1], μπορεί να βλέπει από το παράθυρο στο δρόμο γυναικεία σιλουέτα ή ακόμα και φωτογραφίες γυναικών, όχι απαραίτητα καλαίσθητες ή σέξι, και να του φαίνονται άκρως ερεθιστικές. Ο ίδιος άντρας, σε μια άλλη περίσταση που έχει κάνει έρωτα μόλις πριν (ακόμα περισσότερο, αν έχει κάνει αρκετές φορές), δεν δείχνει ενδιαφέρον για το όμορφο γυμνό γυναικείο σώμα δίπλα του, ενώ είναι δυνατόν να τον ενοχλεί η λίγη κυτταρίτιδα, το μικρό μουτζούρωμα από το βάψιμο κάτω από το μάτι, η “γυναικεία” μυρωδιά, πράγματα που μόλις πριν ήταν γι αυτόν άκρως ερεθιστικά και θηλυκά. Αυτό είναι ιδιαίτερα άξιον λόγου: το ίδιο ερέθισμα μπορεί να λειτουργεί ως διεγερτικό ή ανασταλτικό, ανάλογα την κατάσταση του οργανισμού. Αυτό που φαίνεται ότι συμβαίνει είναι η κατ’ αρχήν ενεργοποίηση μηχανισμών που “ωθούν προς” ή “αποτρέπουν από” κάποια πράξη[2], στη βάση συγκεκριμένης βιολογικής επιταγής (π.χ. ορμονική ενεργοποίηση συγκινησιακών κυκλωμάτων) και στη συνέχεια, πιθανότατα η φαντασία υποδείχνει σενάρια πραγμάτωσης ή αποτροπής της πράξης, ενσωματώνοντας τα εξωτερικά ερεθίσματα και ενισχύοντας δευτερογενώς έτσι την επιθυμία ή την αποστροφή.
Με τη παραπάνω αναφορά μας σχετικά με τη σεξουαλική επιθυμία του άνδρα, διαπιστώσαμε πως οι υποκείμενες εναντιομορφικές απόψεις είναι δυνατό να καθορίζονται από ορμονικές διεργασίες. Σε μια άλλη όμως περίπτωση, όπως π.χ. του συζύγου που νιώθει να διεγείρεται σεξουαλικά από τη σύζυγό του, που πολύ καιρό πριν ένιωθε πως είχε βαρεθεί, μετά από νυχτερινή τους έξοδο όπου είδε πως άρεσε σε άλλους άνδρες που αποζητούσαν τη συντροφιά και το ερωτικό παιχνίδι μαζί της, η πριμοδότηση της εναντιομορφής της γυναίκας του ως σεξουαλικής κοπέλας, σε βάρος της εναντιομορφής της παραιτημένης νοικοκυράς, γίνεται από διεργασίες που είναι βασικά ψυχονοητικές. Οι εναντιομορφές της γυναίκας του ως το υπέροχο κορίτσι που γνώρισε και ερωτεύθηκε κάποτε και της παραιτημένης νοικοκυράς που από συζυγικό καθήκον υποχρεώνεται να συνευρίσκεται μαζί της, υπάρχουν και οι δυο εντός του και είναι δυνατό να προκριθεί η μια ή η άλλη και από εξωτερικούς παράγοντες και ερεθίσματα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως οι εναντιομορφές για τα περισσότερα πράγματα και καταστάσεις, με τα οποία έχει γνωριστεί ένα ενήλικας άνθρωπος, υπάρχουν μέσα του και αναδύονται από μνημονικές εκδοχές σε ενεργές απόψεις, πεποιθήσεις και επιθυμίες, στην εκάστοτε στιγμή, ανάλογα τους βιολογικούς και ψυχονοητικούς παράγοντες και τις περιβαλλοντικές συνθήκες και επιρροές. Υπό το φως αυτής της ανάλυσης, είναι αναμενόμενο να νιώθει κανείς τον ή την σύζυγό του άλλοτε ως λιμάνι, χάδι, σταθερότητα, στήριξη, καλοτυχία, ενώ άλλες φορές ως δεσμώτη, δυνάστη, κατώτερο των ονείρων και προσδοκιών του, παγίδευση και κακοτυχία. Ψάχνοντας στο “πίσω μέρος του μυαλού” του μπορεί να διακρίνει πως οι δύο αυτές εναντιομορφικές απόψεις υπάρχουν εκεί, υπερισχύει όμως η πρώτη και εξαφανίζει τη δεύτερη όταν νιώθει την απειλή της αρρώστιας, της αποτυχίας, των γηρατειών, της κούρασης και της ταλαιπωρίας και τον ή την σύζυγο συνοδοιπορούντα σύντροφο, ενώ αντίθετα η δεύτερη εξαφανίζει την πρώτη αν νιώθει πως η ζωή του γίνεται μίζερη και χάνει διαρκώς ευκαιρίες να ζήσει συναρπαστικότερα ένεκα της παρουσίας και της καταπίεσης του άλλου.
Ας δούμε τώρα μια “κοινωνικότερη διάσταση” των εναντιομορφικών τοποθετήσεων. Θυμάμαι πάντα, όταν ήμουν έξω από μια διαμάχη, πόσο ξεκάθαρα έβλεπα τις αντιθέσεις των αντιμαχόμενων πλευρών ως δευτερεύουσες, που δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να είναι ικανές για την πρόκληση συγκρούσεων. Θεωρούσα πως θα χρειαζόταν μια ελάχιστη προσπάθεια για να δει κανείς πως και η άλλη άποψη έχει επίσης το δικό της σκεπτικό, πως πιθανώς δεν είναι τόσο τραγικά διαφορετική και πως αποτελεί μια εναλλακτική άποψη. Αντ’ αυτού έβλεπα πάντα συμπαγή αντιμαχόμενα στρατόπεδα να υποστηρίζουν αταλάντευτα τα “δίκια” τους. Αν η άλλη άποψη είναι κατηγορηματικά λάθος, όπως πάντα διατείνονται οι αντίπαλοι, θα έπρεπε κανείς να αναρωτηθεί τι καθιστά δυνατή μια τόσο μεγάλη συνάθροιση ανόητων. Απορούσα με την τύφλωση και το φανατισμό τους και αναρωτιόμουν αν άραγε δεν καταλαβαίνουν το πόσο μονομερείς γίνονται ή καταλαβαίνουν κι απλώς παρουσιάζουν προς τα έξω μόνο αυτό που τους συμφέρει. Η απάντησή μου σήμερα είναι πως οι άνθρωποι που αντιμάχονται κάποιους άλλους, ακόμα και για ελάχιστες διαφορές, μπορεί κάλλιστα να βλέπουν σαν μόνο σωστό αυτό που τους συμφέρει. Η πράξη εκτίμησης του τι είναι συμφέρον αποτελεί μια γνωστική διαδικασία που δεν είναι όμως καθόλου απαραίτητο να γίνεται με ένα λογικό συλλογισμό της μορφής της ορθολογικής αντιπαράθεσης των υπέρ και κατά επιχειρημάτων. Αυτό μπορεί να συμβεί με υπολογισμούς υπό την επίγνωση και με αδιαφανή συχνά κριτήρια, που ωστόσο πάντα έχουν ως γνώμονα το ιδιοτελές για το άτομο συμφέρον. Η φαντασία που δραστηριοποιείται στην κατεύθυνση της σεναριακής αναζήτησης του ποια γεγονότα θα σήμαιναν στην πράξη υλοποίηση του συμφέροντος, υποδεικνύει ποια εναντιομορφική άποψη θα κυριαρχήσει και θα καταστεί οδηγός της δράσης και ποια θα παραμείνει καταχωνιασμένη και αόρατη. Δε νιώθει κανείς άμεσα τη δίψα του άλλου. Μπορεί να τη νιώσει μόνο μέσω της ενσυναίσθησης, ιδιότητα που ίσως δεν έχει και τόσο αναπτυγμένη, αλλά και που αν έχει, θα πρέπει για να την ενεργοποιήσει να αφυπνίσει πρώτα μνημονικά μέσω της φαντασιακής βίωσης, τη δική του δίψα. Επίσης, είναι πάντα ευκολότερο να φανταστείς το δέντρο εδώ μπροστά σου να μαραζώνει απότιστο, από τη γενική ανάγκη για νερό των χωραφιών του άλλου. Γι αυτό, σε συνθήκες έλλειψης νερού οι κοινότητες επιδίδονται σε “ιερό” πόλεμο ενάντια στον “σφετεριστή” και “άπληστο” άλλο. Στην έρημο, μάλιστα, λίγο πριν το θάνατο από αφυδάτωση, το πιθανότερο είναι πως ο καθένας θα άρπαζε το φλασκί από τον διπλανό που πεθαίνει επίσης, με όσο βίαιο τρόπο κι αν χρειαστεί.
Σε τι μπορεί να μας φανούν χρήσιμες αυτές οι διαπιστώσεις;
Υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες η εναντιομορφική εναλλαγή ή καθήλωση μπορεί να αποτελούν αληθινή ταλαιπωρία για την ψυχή ενός ανθρώπου, ενώ κοινωνικά, κάποια εναντιομορφική καθήλωση βρίσκεται πάντα πίσω από τις συγκρούσεις των διαφόρων ομάδων. Ο άνθρωπος που βλέπει μαύρα και πνιγηρά τα πάντα τα βράδια της αγρύπνιας, και παρ’ ότι έχει δει πως “…το πρωί, όλα αντέχουν ξανά και γίνονται ζωή…” δεν μπορεί να μεταβεί αν όχι στην άσπρη έστω στη γκρίζα εναντιομορφή, εκείνος που βιώνει με κάθε αφορμή την αυτοπεριφρόνηση, παρ’ ότι έχει επανειλημμένα αναλύσει και την προέλευση του συναισθήματος από την γονική συμπεριφορά στα παιδικά του χρόνια και το παράλογο του, ο καθένας που ξέρει καλά πως μια λαθεμένη αντίληψη, άδικη στάση, αντιλειτουργική πεποίθηση (π.χ. υπερεκτίμηση ή υποτίμηση εαυτού ή άλλων, ότι είναι θύμα ή κορόιδο, ότι είναι παγιδευμένος, ότι κινδυνεύει κλπ) μπορεί να ξεφυτρώνει απρόσκλητα και αδικαιολόγητα σε διάφορες φάσεις της ζωής του και να του δημιουργεί προβλήματα, έχει κάθε λόγο να θέλει να αφυπνίσει την άλλη εναντιομορφή από εκείνη που τον κάνει να υποφέρει. Πώς θα μπορούσε όμως αυτό να γίνει;
Στην περίπτωση των πιθανών εναντιομορφών της τρισδιάστατης διάταξης του κύβου, αν ζωγραφίσουμε με διακεκομμένες, ή δεν ζωγραφίσουμε καν, τις γραμμές που θέλουμε να σημάνουμε πως δεν θα βλεπόταν στο τρισδιάστατο στερεό και πολύ έντονες εκείνες που θέλουμε να σημάνουμε ως μπροστινές, θα πριμοδοτήσουμε τόσο έντονα τη μια εναντιομορφή που η εναλλακτική της είναι σχεδόν αδύνατο να συλληφθεί νοητικά. Αν πράγματι υφίσταται κάποια αναλογία, είναι ίσως πιθανόν πως μια άποψη- πεποίθηση- διάθεση μπορεί να υποδειχθεί προκειμένου να αναδειχθεί και να μην παραμένει καταποντισμένη από την εναντιομορφική της. Και πράγματι ο τεράστιος ρόλος που παίζει η θέα σε ένα δωμάτιο, ακόμα και μια αφίσα ενός υπέροχου τοπίου στον τοίχο, στο να νιώθει κανείς όμορφα ή πνιγηρά ενόσω δουλεύει εντός του, δείχνει πως κάτι τέτοιο σίγουρα λειτουργεί.
Αντιμετωπίζοντας λοιπόν την εναντιομορφική μετακίνηση σαν χαρακτηριστικό της μνήμης και του τρόπου λειτουργίας του νου, και τις εναντιομορφικές καθηλώσεις, που κάνουν να μοιάζει αναμφίβολη η προκρινόμενη την εκάστοτε στιγμή πεποίθηση, ως τερτίπι του νου κι ουχί ως πραγματικότητα, έχουμε κάθε λόγο να παρέμβουμε με τεχνάσματα που θα μπορούσαν να αμβλύνουν την ψυχική ταλαιπωρία μας και τις λαθεμένες συμπεριφορές μας. Η βασική τεχνική είναι να ενισχύσουμε τη μνημονική ανάσυρση της καταποντισμένης αλλά επιθυμητής εναντιομορφής την “κακιά ώρα”. Γραπτά συμπεράσματα, ειδικές εικόνες, video, DVD ή απλά όμορφο άπλετο φως, ένα μουσικό κομμάτι, ένα χάδι- άγγιγμα- αγκαλιά κι ένα πλήθος άλλων πραγμάτων με τα οποία μπορούμε να απευθυνθούμε σε κάθε αίσθηση, μπορούν να παίξουν το ρόλο του αφυπνιστή της εναντιομορφικής άποψης που θέλουμε να αναδείξουμε στη μνήμη.
Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς πως κομίζω γλαύκας ες Αθήνας. Όλος ο κόσμος αναζητά αυθόρμητα τα ερεθίσματα που θα του αλλάξουν τουλάχιστον την καταθλιπτική του διάθεση. Όμως εδώ προτείνουμε δύο πράγματα πάνω από αυτή την αυθόρμητη δράση:
1. αντιλαμβανόμενοι την εναντιομορφική εναλλαγή ή καθήλωση των απόψεων- πεποιθήσεων- διαθέσεων μας ως τερτίπι του νου, να μην πέφτουμε στην παγίδα να θεωρούμε την εκάστοτε εναντιομορφή ως “το απολύτως βέβαιο”, ως “αυτό είναι και τελείωσε”, όπως μοιάζει να είναι, και
2. τα υπενθυμιστικά της εναντιομορφής που θέλουμε να αναδείξουμε να τα επιλέξουμε και να τα κατασκευάσουμε συνειδητά και με τον καλύτερο τρόπο κι όχι ό,τι βρεθεί (ή δεν βρεθεί) μπρος μας, στη δύσκολη ώρα. Πιο συγκεκριμένα: πολύ καλογραμμένα και συνεκτικά συμπεράσματα και γνωμικά, εικόνες και ήχοι που θα επιλεγούν προσεκτικά και θα μιλάνε στην ψυχή και προπαντός εκ των προτέρων επινόηση των τρόπων που θα κάνουν δυνατή την χρήση τους την ώρα που χρειάζεται.
Το σημείωμα δεν έχει κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό, γι αυτό περιοριζόμαστε να αναφέρουμε πως θα αρκούσε μόνο μια φωτογραφία ανθρώπινη ή ενδεικτική της δυστυχίας των “άλλων”, των “τρομερών εχθρών”, από τη δική τους καθημερινότητα και ζωή, για να υπενθυμίσει πως “κι αυτοί λαός κι εμείς λαός…”. Αντίστοιχες λεκτικές πληροφορίες μπορούν να παίζουν πάντα έναν ανάλογο ρόλο. Αρκεί να θέλει κανείς…
Είναι σκόπιμο ακόμα να τονίσουμε εν κατακλείδι πως οι μέθοδοι της ψυχοθεραπείας αποκλειστικά δια του λόγου, είτε στοχεύουν στην αποκάλυψη του τραυματικού παρελθόντος, είτε στη γνωσιακή αναδόμηση, αξιοποιούν μόνο έναν τρόπο επιρροής. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως μπορούν να αξιοποιηθούν όλες οι αισθήσεις αρκεί μόνο να έχει κανείς μια θεωρία για το τι θέλει να πετύχει και να επινοήσει τα προσωπικά του εργαλεία γι αυτό.
[1] Δεν είναι μάλιστα σπάνια η είδηση πως κάποιος νέος βίασε ηλικιωμένη που δεν ανταποκρίθηκε στη σεξουαλική του επιθυμία.
[2] Μια τέτοια τοποθέτηση είναι συμβιβαστή με τη θεώρηση του Gray, για συστήματα ενεργοποιητικά και ανασταλτικά της συμπεριφοράς (BAS και BIS-Behavioral activation or inhibition systems). Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δώσουμε στο ότι η “ώθηση προς” κι η “αποτροπή από” υποδείχνονται από την βιολογία του οργανισμού, ενώ το “προς τα πού” και το “από τι” υποδείχνονται από την εμπειρία.