(Αν έγραφα σήμερα αυτές τις σκέψεις δεν θα παρέλειπα τη σημασία πιο “νευρολογικών” παραγόντων για την ευσυγκινησία, όπως:
-
διεργασιών ενσυναίσθησης (κατοπτρικοί νευρώνες)
-
μείωση της δυνατότητας αναστολών
-
λαθεμένες ρυθμίσεις (κόπωση).
Αφήνω ωστόσο τις σκέψεις όπως είχαν διατυπωθεί.)
Ένα άτομο βρίσκεται σε κατάσταση ευσυγκινησίας, όταν συγκινείται εύκολα (αν αυτό δεν συνιστά ταυτολογία). Λέγοντας “συγκινείται” όμως δεν εννοούμε οποιαδήποτε συγκίνηση, αλλά πως του έρχεται να κλάψει. Λέγοντας “εύκολα” εννοούμε πως “συγκινείται” με αφορμές που το ίδιο άτομο: α. θα προσπερνούσε αν δεν βρίσκονταν στην κατάσταση της ευσυγκινησίας και β. αναγνωρίζει ότι δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να τον κάνει να κλαίει (π.χ. μελό ταινίες).
Αφορμές που μπορούν να προκαλέσουν “συγκίνηση”, σε ένα άτομο που βρίσκεται σε κατάσταση ευσυγκινησίας είναι:
· η δυστυχία, η αδικία, ο πόνος
· ο ηρωισμός, η αυτοθυσία, η μεγαλοπρέπεια, η καλοσύνη
· η επιτυχία προσωπική ή αγαπημένου προσώπου και αυτό μπορεί να συμβεί είτε με απευθείας συμμετοχή του ατόμου, παρακολουθώντας μια ταινία, αφήγηση κλπ, αλλά και χωρίς εξωτερικό ερέθισμα, με τη φαντασία και το συλλογισμό. Επίσης, ένα έργο, οποιασδήποτε μορφής τέχνης, γραπτό, εικαστικό, μουσικό κλπ μπορεί να γίνει αφορμή εκδήλωσης “συγκίνησης”.
Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε ίσως τις περιπτώσεις εμφάνισης “συγκίνησης” όταν το άτομο γίνεται μάρτυρας δυστυχίας, αδικίας και πόνου: ένα άτομο με ενσυναίσθηση και δημιουργική φαντασία θα μπορούσε να βιώνει αρνητικά συναισθήματα εξ’ επαγωγής. Είναι όμως δυσκολότερο να κατανοήσουμε τι συμβαίνει όταν το άτομο “συγκινείται” βλέποντας την καλοσύνη, τον ηρωισμό, τη θυσία τη μεγαλοπρέπεια, κατά την επιτυχία, είτε γιατί γίνεται κοινωνός ενός έργου τέχνης. Θα διατυπώσω μια υπόθεση γι αυτές τις περιπτώσεις αφού παραθέσω πρώτα μια παρατήρηση που υποδείχνει την προέλευση της υπόθεσης αυτής.
Ο Φώτης, για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει, ένιωθε άσχημα βλέποντας κάποιες φωτογραφίες που είχα κάτω από το τζάμι του γραφείου μου (δεν θυμάμαι αν ήταν του Αϊνστάιν, του Νεύτωνα ή του Καζαντζάκη). Ένα ανάλογα θλιβερό συναίσθημα μπορούσε να καταλάβει ενίοτε κι εμένα, θυμάμαι, κοιτώντας αυτές τις φωτογραφίες ή άλλων διασήμων προσωπικοτήτων. Αναρωτιόμουν για καιρό το γιατί και κάποτε βρήκα μια απάντηση που με ικανοποίησε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν πεθάνει. Το ότι ήταν μεγάλοι, σπουδαίοι και τρανοί δεν απέτρεψε το θάνατο τους. Η δυσφορία μπρος στις φωτογραφίες αυτές ήταν αποτέλεσμα του φόβου του θανάτου και του ατομικού χαμού, της διαπίστωσης πως καμιά μεγαλουργία δεν εξασφαλίζει την αθανασία.
Αν υπάρχει κάτι σημαντικό σε αυτή τη διαπίστωση, σε σχέση με το θέμα μας, είναι πως “κάποιος μέσα μας” εκτιμά περί της τραγικότητας της μοίρας μας και διατάσσει τη συγκινησιακή μας κατάσταση, διαφεύγοντας της επιγνώσεως και μην διατυπώνοντας λεκτικά τα συμπεράσματά του (η Ελένη ή ο Cazanigga ίσως έλεγαν πως επιτελείται στο δεξί ημισφαίριο). Εμείς συνειδητοποιούμε πως κάτι έλαβε χώρα από την αλλαγή της συγκινησιακής μας κατάστασης και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη ως εξωτερικός παρατηρητής του ίδιου μας του εαυτού.
Ισχυρίζομαι πως σε όλες τις περιπτώσεις που ένα άτομο, υπό το κράτος μιας κατάστασης ευσυγκινησίας, του έρχεται να δακρύσει ή να κλάψει με λυγμούς, αν αυτό δεν οφείλεται σε μια απλή μιμητικο-μεταδοτική διεργασία ενσυναίσθησης, οφείλεται σε θλίψη. Η θλιβερή εκτίμηση λαμβάνει χώρα εντός του, από μηχανισμούς άρρητους και πέραν της επιγνώσεώς του, το δε κλάμα που επάγεται είναι αποτέλεσμα της λύπης που νιώθει το άτομο. Μην έχοντας λογική-λεκτική πρόσβαση, το άτομο δεν είναι σε θέση να πει γιατί νιώθει να θέλει να κλάψει ή μπορεί να δηλώνει κάτι που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.
Αν η παραπάνω υπόθεση είναι αληθινή, μπορούμε να κατανοήσουμε την λύπη, όταν το άτομο γίνεται μάρτυρας δυστυχίας, αδικίας και πόνου. Πώς όμως μπορεί να προκληθεί η λύπη από την καλοσύνη, τον ηρωισμό, τη φιλία, την αγάπη, τη θυσία τη μεγαλοπρέπεια και το μεγάλο έργο τέχνης, που είναι συχνά οι αφορμές εκδήλωσης “συγκίνησης”;
Κι όμως, νομίζω πως και σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η λύπη που προκαλεί τα δάκρυα. Η λύπη για τις μεγάλες αξίες που εκλείπουν, για τους χαμένους παραδείσους, όπου, σύμφωνα με το μύθο, οι αξίες ήταν ακόμα ζωντανές. Η λύπη για τις χαμένες ευκαιρίες. Για τη ζωή που χάνεται στη σκόνη. Για τη ζωή που τελειώνει. Για την μιζέρια και τις αντιφάσεις. Για την αντιηρωική καθημερινότητα που επιβάλλει να προσπερνιόνται και να τσαλαπατιόνται οι αξίες, τα όνειρα, τα ιδανικά που παραμένουν μέσα μας και μας πληγώνουν, μη μπορώντας πλέον να μας οδηγούν.
Είναι ελάχιστες οι φορές που μου ήλθε να γράψω “κάτι σαν ποίηση”, και που τελειώνοντάς το να μην το πέταξα αμέσως. Το παρακάτω απόσπασμα είναι από ένα κείμενο που γράφτηκε ένα βράδυ (17.1.90), όταν μόνος μου, διορισμένος καθηγητής σε χωριό, άκουσα από το ραδιόφωνο ένα συγκλονιστικό τραγούδι: Είναι κάτι μουσικές που αναστατώνουν πολύ την ψυχή μου.Την ψυχή μου που προσπαθεί στη γνώση των νόμων να στοιχηθείκι αγέρωχη και γενναία το παιχνίδι της ζωής να τραβήξει.Είναι κάποιες μουσικές που στοιχειώνουν όλους τους σβησμένους μύθους, όλα τα νεκρά όνειρα. Όλα μαζί χωρίς πρόσωπο.… Αυτές οι μουσικές μου θυμίζουν πως αυτά που φανταστήκαμε και πεθυμήσαμε δεν γίνανε. Πως αναγκαστήκαμε να πορευτούμε χωρίς αυτά. Πως ο θάνατος έρχεται κι αυτά τα υπέροχα ασαφή πρέπει να θεωρηθούν ανύπαρκτες ονειρικές σκιές.Όμως η καρδιά μου τα φυλάει.Πόσο με πονάνε αυτές οι μουσικές. Κάτι τέτοιο λοιπόν εννοώ πως μπορεί να συμβαίνει, αλλά δεν έχουμε αυτήν την πρόσβαση στο εξωλεκτικό τμήμα του εαυτού μας, όπως κατ’ εξαίρεση μου συνέβη εκείνο το βράδυ, όταν μας έρχονται κλάματα χωρίς να ξέρουμε το γιατί. Πιο δύσκολα φαίνεται πως μπορεί να δικαιολογηθεί η “συγκίνηση της επιτυχίας”. Δεν συζητάμε φυσικά για το “δάκρυ” του πατέρα στο γάμο της κόρης του, εφόσον η λύπη εκεί είναι προφανής: η κορούλα του φεύγει, κάποιος άλλος θα την χαίρεται, γερνάει κλπ. Γιατί όμως κατά την τελετή απόκτησης πτυχίου, συναυλίας, βράβευσης, επιτυχιών του παιδιού τους “συγκινούνται” οι γονείς; Ας κάνουμε ορισμένες υποθέσεις. Η λύπη μπορεί να προέρχεται από την αναπόληση[1] των “πέτρινων χρόνων” έως ότου επιτευχθεί η επιτυχία, από τύψεις γιατί δεν “έκανα” όσα έπρεπε για το παιδί, γιατί δεν το “πίστεψα” όσο έπρεπε, για τις αρνητικές σκέψεις και τις λανθασμένες ενέργειες. Για τα χρόνια που περάσανε και σηματοδοτούν το γήρας: εκείνο το μωράκι των 2 κιλών είναι τώρα αυτός ο άνδρας ή η γυναίκα. Για την επιτυχία που οι ίδιοι δεν κατόρθωσαν από την κακή τους μοίρα.Ο ίδιος ο πρωταθλητής, κατά την απονομή του μεταλλίου, δεν νομίζω πως δακρύζει από τη χαρά: “το πέτυχα”. Ούτε από την χαιρεκακία: “σας πάτησα όλους”. Αλλά από τη θλίψη που θα μπορούσε να είναι κάπως έτσι: τόσοι κόποι, τόσες θυσίες, τόσα βάσανα, πόσο κοντά είναι η αποτυχία, πόσο επισφαλής η πρωτιά, πόσο περιορισμένος ο χρόνος της δόξας. Από ενσυναίσθηση ακόμα προς τους ανθρώπους που κάνει υπερήφανους και τώρα τους φαντάζεται να συγκινούνται και να δακρύζουν βλέποντάς τον εκεί ψηλά.Οι καταστάσεις που ευνοούν την εκδήλωση της ευσυγκινησίας φαίνεται να είναι η κούραση, η παρασυμπαθητικοτονία[2], η κατάθλιψη, το γήρας. Όλα τούτα, μα ιδιαίτερα η συσχέτιση της ευσυγκινησίας με την κατάθλιψη υποδεικνύει πως πιθανώς είναι ορθή η υπόθεση πως τα δάκρυα της ευσυγκινησίας κρύβουν πάντα λύπη, παρά την κοινή άποψη που θέλει τους ανθρώπους να κλαίνε από χαρά. Πως το περιεχόμενο της ευσυγκινησίας, όσον αφορά στην πρωτογενή συγκίνηση που κρύβει, είναι η λύπη.Αυτά τα βιαστικά και τα ξαναλέμε.
[1] Δεν πρόκειται για μια σειριακή και συνειδητή παράθεση εικόνων. Είναι μια άρρητη διαδικασία της οποίας δεν αποκτούμε επίγνωση και δεν έχουμε τη δυνατότητα περιγραφής.
[2] Ο όρος δεν είναι ακριβής καθότι δεν υπάρχει μαζική ενεργοποίηση του παρασυμπαθητικού, ούτε όσο του συμπαθητικού, που και για το δεύτερο έχει επίσης αμφισβητηθεί ο όρος. Με τη χρήση του εδώ εννοούμε την ευρεία και σε ορισμένα όργανα και εντατική ενεργοποίηση του παρασυμπαθητικού.
Αγαπητέ κε Κερασίδη,
Αρχικά συγχαρητήρια για την καταπληκτική δουλειά σας (…και το στήσιμο του blog!)
Με αυτό το θέμα αγγίξατε ένα πρόβλημα που με ταλαιπωρεί εδώ και χρόνια. Είμαι υπερβολικά ευσυγκίνητη και δυστυχώς αυτό δεν περιορίζεται στην προσωπική μου ζωή. Αναρωτιέμαι εάν αυτό οφείλετε σε κάποια διαταραχή των ορμονών μου (δυστυχώς έχω και κληρονομικότητα σε παθηση του θειροειδή αδένα, γενικά είμαι υπέρβαρη και πάντα ήμουν) η σε κάποια ψιχολογική μου κατάσταση.
Θα ήθελα τη γνώμη σας.
Ευχαριστώ εκ των προτέρων