Στη “Φυσιολογία του ανθρώπου” του Guyton η δίψα ορίζεται ως η συνειδητή επιθυμία για λήψη νερού. Σε Εγκυκλοπαίδειες αλλά και στο ίντερνετ βρίσκει κανείς ορισμούς ανάλογους, όπως “η επιθυμία για υγρά, κύρια νερό” κλπ. Εμείς θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τη δίψα ως την αιτία της συμπεριφοράς που οδηγεί ένα άτομο στην αναζήτηση υγρών, προσπαθώντας να διαλευκάνουμε αν και πώς η δίψα και η επαγόμενη από αυτήν συμπεριφορά καθορίζεται γονιδιακά.
Η ρύθμιση της ποσότητας του νερού και της συγκέντρωσης του νατρίου στο σώμα είναι θέμα εξαιρετικά ζωτικής σπουδαιότητας για τον οργανισμό του ανθρώπου και των ζώων και μάλλον δεν χρειάζεται να αναλύσει κανείς γιατί. Ένας οργανισμός που κατορθώνει να επιβιώνει θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει ικανοποιητικούς μηχανισμούς ρύθμισής τους και πράγματι έτσι γίνεται. Από τους πλέον σημαντικούς μηχανισμούς ρύθμισης της ποσότητας του νερού και της συγκέντρωσης του νατρίου στο σώμα είναι αυτός της δίψας.
Έχει εντοπιστεί μια μικρή περιοχή, στην έξω προοπτική χώρα του υποθαλάμου, που ονομάζεται “κέντρο της δίψας”, η ηλεκτρική είτε χημική διέγερση της οποίας προκαλεί επιθυμία λήψης υγρών. Φυσιολογικά, ο οργανισμός αποβάλλει υγρά μέσω του πεπτικού συστήματος, των νεφρών, της εφίδρωσης, της άδηλης αναπνοής κλπ, με αποτέλεσμα να μειώνεται διαρκώς ο όγκος του νερού και να αυξάνεται η συγκέντρωση του νατρίου και άλλων διαλυμένων στο εξωκυττάριο υγρό ουσιών. Όταν η συγκέντρωση νατρίου αυξηθεί κατά μια συγκεκριμένη τιμή πάνω από την κανονική για τον οργανισμό, ενεργοποιείται ο μηχανισμός της δίψας που οδηγεί συμπεριφορικά το άτομο στην αναζήτηση υγρών.
Η αντίδραση των ωσμωυποδοχέων (που βρίσκονται επίσης στην υποθάλαμο) στις μεταβολές της συγκέντρωσης νατρίου στο εξωκυττάριο υγρό, που ρυθμίζει την έκλυση αντιδιουρητικής ορμόνης η οποία προκαλεί την κατακράτηση νερού στους νεφρούς (που αποτελεί τον άλλο πολύ σημαντικό μηχανισμό ρύθμισης της ποσότητας του νερού στον οργανισμό, μαζί με τη δίψα), γίνεται χωρίς καμιά επίγνωση του ατόμου για ό,τι συντελείται στο σώμα του. Η δίψα αντίθετα έχοντας σαν μοναδικό σκοπό την ενεργοποίηση του ατόμου για την πρόσληψη υγρών είναι ένας ιδιόμορφος μηχανισμός ενημέρωσής γι αυτή του την ανάγκη.
Με τη δίψα το άτομο νιώθει δυσφορία εφ’ όσον δεν προσλαμβάνει υγρά και ξηρότητα του βλεννογόνου της στοματικής κοιλότητας και του οισοφάγου. Η κατάσταση συνοδεύεται από μια μεγάλη επιθυμία για πρόσληψη υγρών και την αναζήτηση της απόλαυσης που επιφέρει η εκπλήρωση της ανάγκης. Δηλαδή εν προκειμένω, μέσω του κέντρου δίψας, της αίσθησης της ξηρότητας του βλεννογόνου του στόματος και του οισοφάγου και της εμπειρίας ενεργοποιούνται συγκινησιακές διεργασίες που στόχο έχουν να κατευθύνουν τη συμπεριφορά.
Γιατί άραγε κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο; Γιατί χρειάζεται ένας τέτοιος μηχανισμός και δεν αρκούν οι αυτόματες ανεπίγνωστες ρυθμίσεις; Αν προσέξουμε λίγο μπορούμε να διαπιστώσουμε πως αν η υπόθεση της ρύθμισης των ποσοτήτων του νερού και του νατρίου ήταν υπόθεση που μπορούσε να ρυθμιστεί με εσωτερικές διεργασίες, ο οργανισμός πιθανότατα δεν θα κινητοποιούσε διαδικασίες που εμπλέκουν συγκινήσεις και επίγνωση. Ο μηχανισμός των ωσμωυποδοχέων που αφορά τη ρύθμιση των υπαρχόντων ποσοτήτων νερού και νατρίου στο εσωτερικό του οργανισμού δεν μας πληροφορεί για τη δράση του που είναι για μας παντελώς αυτόματη. Όμως επειδή όπως είπαμε ο οργανισμός χάνει νερό διαρκώς και πρέπει να το πάρει από το περιβάλλον, μια αυτόματη διαδικασία που θα είχε σαν στόχο την παροχέτευση νερού από το περιβάλλον στο άτομο δεν θα ήταν αποδοτική λόγω των σύνθετων και άπειρα διαφορετικών περιβαλλοντικών συνθηκών μέσα στις οποίες ζουν και αναπτύσσονται οι οργανισμοί.
Πρόσληψη νερού μπορεί να σημαίνει για τον ορεσίβιο να πάει στην πηγή ή να πιει από το ρυάκι που είναι μπρος του, για τον εσκιμώο να λιώσει χιόνι ή πάγο, για τον άνθρωπο μιας έρημης περιοχής να φαει ένα κομμάτι κάκτου και για τον άνθρωπο μιας φασαριούπολης να πάρει ένα ποτήρι αναψυκτικού από τον κερματοδέκτη στη γωνία. Προφανώς, καμιά αυτόματη διαδικασία δεν θα μπορούσε να είναι κατάλληλη για κάθε ειδική περιβαλλοντική συνθήκη εξεύρεσης νερού. Σκεφτείτε κάθε που οι ωσμωυποδοχείς μας προσδιόριζαν την ανάγκη πρόσληψης νερού να κάναμε ορισμένες κινήσεις, οσοδήποτε πολύπλοκες, πάντα όμως όμοιες και με την ίδια διαδοχή, όπως ας πούμε ένα πολύπλοκο θρησκευτικό τελετουργικό. Θα αρκούσε μια απλή μετατόπιση για να κάνει αυτή τη διαδικασία ακατάλληλη ακόμα κι αν είχε σχεδιαστεί να ταιριάζει απόλυτα σε ένα πολύ ειδικό και συγκεκριμένο περιβάλλον. Αν ήμασταν υδρόβιοι οργανισμοί και ζούσαμε σε ένα περιβάλλον νερού, κάθε που θα προσδιορίζονταν η ανάγκη πρόσληψης νερού θα το παίρναμε με ώσμωση, διάχυση, κατάποση, με κάποιο σε κάθε περίπτωση αυτόματο τρόπο. Το γεγονός ότι εμείς οι άνθρωπο ζούμε σε περιβάλλοντα άπειρης πολυπλοκότητας από τα οποία η εξεύρεση νερού είναι μια κάθε φορά διαφορετική ιστορία που δεν θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί από ένα αυτόματο μηχανισμό πρόσληψης νερού, έκανε αναγκαίο να έχουμε μηχανισμούς διαφορετικούς, ικανούς να βρίσκουν το νερό σε κείνες τις πραγματικές συνθήκες που ζει ο οργανισμός. Και ποια λύση βρήκε γι αυτό η φύση; Μας έκανε ικανούς να καταγράφουμε, μέσω των αισθήσεων, τις ειδικές συνθήκες και να μαθαίνουμε, ενώ μας προμήθευσε και ισχυρά κίνητρα για να κινηθούμε στην κατεύθυνση της εξεύρεσης νερού (που δεν πρέπει καθόλου να παραμεληθεί), με μια μεγάλη δυσφορία όταν μας λείπει και μια μεγάλη ικανοποίηση όταν το προσλαμβάνουμε. Με τη δίψα, τη δυνατότητα ανίχνευσης του περιβάλλοντος μέσω των αισθήσεών, τις ικανότητές μας να μαθαίνουμε και να εξάγουμε συμπεράσματα φαίνεται πως τα καταφέρνουμε με το καθήκον πρόσληψης νερού από το περιβάλλον πολύ αποτελεσματικά. Το ειδικό δηλαδή που βλέπουμε να έχει συμβεί είναι η σύνδεση της έλλειψης και της πρόσληψης νερού με συγκινησιακά κυκλώματα δυσφορίας και εφορίας αντίστοιχα, εφ’σον οι υπόλοιποι μηχανισμοί είναι μη ειδικοί (δεν χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις και τις νοητικές μας ικανότητες μόνο για την εξεύρεση νερού).
Στις μέρες μας δεν υπάρχει αμφισβήτηση πως η δόμηση του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής των νευρωνικών κυκλωμάτων, βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο των γονιδιακών εντολών. Αυτό λοιπόν που κάνουν τα γονίδια μας είναι η κατασκευή του “κέντρου της δίψας” και η σύνδεσή του με εκείνες τις περιοχές του εγκεφάλου που είναι ικανές να επιφέρουν το αίσθημα δυσφορίας.
Προς χάριν πληρότητας, παρενθετικά, πρέπει να σημειώσουμε πως στην πραγματικότητα το κύκλωμα είναι αρκετά συνθετότερο εφ’ όσον αξιοποιεί τη σωματαίσθηση διαφόρων περιοχών. Έτσι, η δίψα γίνεται αισθητή σαν αίσθημα στεγνώματος του στόματος και του φάρυγγα και αναστέλλεται προσωρινά αν τα ξεπλύνουμε με νερό. Για ακόμα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αναστέλλεται η δίψα αν το άτομο πίνει νερό χωρίς όμως αυτό να καταλήγει στο γαστρεντερικό του σωλήνα, στην περίπτωση που υπάρχει κάποιο οισοφαγικό συρίγγιο που κάνει το νερό να παρακάμπτει τον οισοφάγο και να εξέρχεται. Προσωρινά ακόμη διακόπτεται η δίψα αν τοποθετηθεί ένας αεροθάλαμος μέσα στο στομάχι και το φουσκώσει έως εάν να είχε το άτομο πιει νερό. Η αξία αυτών των μηχανισμών προσωρινής ανακούφισης του αισθήματος της δίψας θεωρείται πως βρίσκεται στο να κάνει το άτομο να σταματήσει να πίνει νερό έγκαιρα πριν πάρει πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από αυτή που πραγματικά χρειάζεται, εφ’ όσον η κατανομή του νερού σε ολόκληρο το σώμα απαιτεί μισή έως μια ώρα. Αυτοί όμως και άλλοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί, εν μέρει κατασκευασμένοι από τα γονίδια και εν μέρει προϊόντα ανεπίγνωστης αξιοποίησης της εμπειρίας, δεν αλλάζουν τα βασικά συμπεράσματα της προσέγγισής μας.
Αυτό που εδώ έχει σημασία να γίνει κατανοητό είναι πως τα γονίδια μάς προμηθεύουν με κάποιους ανιχνευτικούς της έλλειψης ή της επάρκειας νερού μηχανισμούς και συνδέουν τα αποτελέσματα αυτής της ανίχνευσης με συγκινήσεις οι οποίες αποτελούν το κίνητρο εκδήλωσης της συμπεριφοράς. Εδώ βέβαια μπορεί να τεθεί η ένσταση πως μια γενική αίσθηση δυσφορίας, αν δεν έχει κάποιο ειδικό περιεχόμενο, δεν είναι δυνατό να προσανατολίζει το άτομο στην ειδική πράξη αναζήτησης νερού. Νομίζω πως το ειδικό περιεχόμενο αρκεί να είναι η ξηρότητα του βλεννογόνου του στόματος και του οισοφάγου και μια τάση για κατάποση υγρών. Μια τόσο λίγο εξειδικευμένη αίσθηση θα μπορούσε κατ’ αρχή να ωθεί το βρέφος στο στήθος της μάνας του (που γι αυτό εμπλέκεται κι η πείνα στην ίδια κατεύθυνση) κι αν αυτό αργότερα επιβιώσει θα έχει οπωσδήποτε μάθει πως η απάντηση στο αίσθημα της δίψας δίνεται με το να πιει νερό ή να φαει κάκτο. Κανένα ανθρώπινο βρέφος δεν θα ικανοποιούσε ενστικτωδώς τη δίψα του χωρίς βοήθεια από το περιβάλλον, πράγμα που σημαίνει πως χωρίς αμφιβολία κανένας άνθρωπος δεν μένει χωρίς να μάθει πώς απαντάται αυτή η ανάγκη.
Ισχυρίζομαι λοιπόν πως το γεγονός πως ο διψασμένος άνθρωπος μπορεί να “βλέπει” με τα μάτια της φαντασίας του τρεχούμενα νερά, πάγους, ξεδιψαστικά φυτά ή αναψυκτικά δεν έχει σε τίποτε να κάνει με γονιδιακές επιταγές. Δεν υπάρχει κανένα γονίδιο με την εικόνα του νερού ή του ξεδιψαστικού μέσου που ωθεί τη συμπεριφορά στην κατεύθυνση αναζήτησής τους. Δεν υπάρχει κανένα ένστικτο που να μας οδηγεί μυστηριακά προς τα εκεί που βρίσκεται το νερό, με τρόπο ας πούμε ανάλογο με εκείνο που ισχυρίζονται οι ραβδοσκόποι πως μπορεί να κάνει το ραβδί τους. Αν ένα παιδί ικανοποιεί τη δίψα του με κάκτους δεν θα φανταστεί ποτέ τη βρύση με το τρεχούμενο νερό στο ποτήρι όταν διψάει, ενώ τα παιδιά της νότιας Αφρικής (που όταν βρέθηκαν μπρος σε μια ασυνήθιστη χιονόπτωση το 2001 νόμιζαν πως το χιόνι ήταν ζάχαρη) θα δοκίμαζαν να φάνε το χιόνι για γλυκό κι όχι για να σβήσουν τη δίψα τους. Το άτομο λοιπόν από τη νηπιακή του ηλικία μαθαίνει πώς εξασφαλίζεται η επάρκεια σε νερό και δεν προμηθεύεται από τα γονίδιά του αυτή τη γνώση. Η “συμπεριφορά εξεύρεσης νερού” λοιπόν δεν είναι στην πραγματικότητα καμιά ειδική συμπεριφορά, καμιά ειδική φόρμουλα δράσης, δεν υπάρχει κανένας γονιδιακός οδηγός ούτε καν για το νερό, κι ακόμα περισσότερο δεν υπάρχει καμιά εικόνα στο μυαλό μας για ρυάκια και γάργαρα νερά βαλμένη εκεί από τα γονίδια, κανένα ένστικτο που να μας κάνει ικανούς να βρούμε το νερό.
Προσεγγίζοντας το ζήτημα των νοητικών εικόνων δεν θα μπορούσε να μην σταθούμε στην παρακάτω πραγματικότητα της οποίας μάρτυρες είμαστε όλοι: το πόσο υπέροχη φαντάζει η πραγματική ή φανταστική εικόνα του νερού ή οποιουδήποτε ξεδιψαστικού όταν διψάμε και πόσο αδιάφορη έως και αηδιαστική όταν έχουμε υπερεπάρκεια υγρών. Θα μπορούσαμε βέβαια να θεωρήσουμε το θέμα σαν μια ακόμη εφαρμογή της γνώσης πως οι συγκινήσεις έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τη λογική όσον αφορά την κατεύθυνση της συμπεριφοράς. Μια γνώση που έχουν οι διαφημιστές, για παράδειγμα, οι οποίοι αντί να παραθέτουν λογικά επιχειρήματα υπέρ των προϊόντων που θέλουν να πουλήσουν, επιχειρούν να δημιουργήσουν συγκινησιακές συσχετίσεις στο μυαλό των δυνάμει καταναλωτών τους. Όμως αυτό που θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή εδώ είναι ο επηρεασμός της “άποψης” για το νερό από τις ανάγκες του οργανισμού.