Οι άνθρωποι που βιώνουν την έκσταση μιας μοναδικής θρησκευτικής εμπειρίας, στιγματίζονται από αυτήν- την αναζητούν σε όλη τους τη ζωή. Είναι πιθανόν όλα τα άλλα να τους φαίνονται πεζά, μικρά και αδιάφορα.
Κάποιες αναλογίες λέγεται ότι υφίστανται και στην περίπτωση της εξαιρετικής εμπειρίας που προκύπτει από τη χρήση κάποιων ουσιών.
Αναμφίβολη είναι η αναλογία στην περίπτωση του μεγάλου έρωτα. Οι άνθρωποι ζουν μόνο γι αυτόν και αν τον στερηθούν, μπορούν να φτάσουν στην παράνοια. (Παρεμπιπτόντως, στον έρωτα, η παρουσία του άλλου, συνεπικουρούμενη δραστικώς από την φαντασία του υποκειμένου, είναι ικανή να σηματοδοτεί την αισθητική τελειότητα, την υπέρβαση του εγώ και πιθανώς την κοινωνική επιβράβευση στο μέγιστο βαθμό.)
Φαίνεται πως η δραστική ενεργοποίηση κάποιων εγκεφαλικών συστημάτων ανταμοιβής αν επιτευχθεί άπαξ, καθίσταται ες αεί στόχος του ανθρώπου (σε περιπτώσεις όπως αυτές που προαναφέραμε) ή του ποντικού που μπορεί να φτάσει να πατάει το μοχλό έως θανάτου (παραμελώντας κάθε ανάγκη επιβίωσης).
Όλα δείχνουν πως η ζωή μας όλη οδηγείται από την αναζήτηση τέτοιων εμπειριών υψηλής ανταμοιβής (σε αυτές ανήκουν οι επιτυχίες της αυτεπιβεβαίωσης και της αυτοϋπέρβασης που έχουμε καταγράψει πως επιδιώκουν οι άνθρωποι παντοίοις τρόποις).
Το χειρότερο όμως δεν είναι το ότι επιδιώκουμε κάποιες καταστάσεις και πράγματα. Το χειρότερο είναι πως η αποστέρησή τους μοιάζει να απαξιώνει τη ζωή και να μας φέρνει στα πρόθυρα της κατάθλιψης. Εν πολλοίς, μοιάζει να είμαστε “καθηλωμένοι στο δίκτυο”. Το δίκτυο της πρότερης εμπειρίας και των εγκεφαλικών κυκλωμάτων που οδηγούν τη συμπεριφορά.
Εδώ, τίθεται το ερώτημα: οι ολιγαρκείς άνθρωποι, αυτοί που βρίσκουν ικανοποιητική την καθημερινότητά τους χωρίς να νιώθουν μικρή τη ζωή όταν δεν επιτυγχάνεται κάποια εξαιρετική κατάσταση είναι γιατί:
· Οι εμπειρίες τους από την καθημερινότητα ήταν όμορφες, κατά την παιδική τους ηλικία;
· Νευρολογικά, επιτυγχάνεται ευκολότερα ενεργοποίηση των συστημάτων ανταμοιβής του εγκεφάλου τους;
· Ένας συνδυασμός και των δύο;
Προφανώς αγγίζουμε πάλι τη σχέση ψυχολογίας- εγκεφάλου και δυστυχώς οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι πλήρεις και ικανοποιητικές εν όσω το θεμελιακό αυτό ερώτημα δεν έχει βρει απάντηση. Αν εξαιρεθούν όμως οι ακραίες καταστάσεις, όπως π.χ. να έχει το άτομο κακοποιηθεί τρομερά και κατ’ εξακολούθηση κατά την παιδική του ηλικία (όποτε και μπορούμε να υποθέσουμε πως θα σημειωθούν και αλλοιώσεις στο επίπεδο των εγκεφαλικών διεργασιών- υπολειτουργία, ας πούμε των κυκλωμάτων ανταμοιβής), οι καταγραφόμενες τεράστιες διαφορές μεταξύ ενός καταθλιπτικού κι ενός πανταχαρούμενου, θα πρέπει να έχουν να κάνουν με διαφορές στον ουδό ενεργοποίησης (ή και στην δημιουργία νευροδιαβιβαστικών ουσιών) των κυκλωμάτων ανταμοιβής.
Σε κάθε περίπτωση, είναι ζοφερή η διαπίστωση πως η “ελεύθερη βούλησή” μας διαπιστώνεται τόσο ανελεύθερη και παγιδευμένη. Πως είμαστε υποχρεωμένοι να προσβλέπουμε στην χαρά της μοναδικής εμπειρίας και να κάνουμε οτιδήποτε γυροφέρνοντάς τη- μασκαρευόμενοι και μασκαρεύοντας τις πράξεις μας παντοίοις τρόποις όταν οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν την ανοικτή εκδήλωση των προθέσεων μας. Και να πεθαίνουμε από θλίψη όταν κάποιες εκτιμήσεις λένε πως η χαρά αυτή μακραίνει.
Προφανώς δεν θα μας πείραζε διόλου να είμαστε άβουλοι εξυπηρετητές προκαθορισμένων αναγκών, αν οι ανάγκες αυτές πληρούνταν. Αν η ζωή ήταν μέσα στον έρωτα και την ευδαιμονία. Δεν θρηνούμε την έλλειψη ελευθερίας μας. Τη διαπιστώνουμε μόνο τραγικά όταν δεν μπορούμε να απόσχουμε από την κατάθλιψη που προέρχεται από την μη εκπλήρωση προκαθορισμένων αναγκών. Η αδυναμία της βούλησης να θέσει νέους στόχους, να ξεφύγει από τον πνιγηρό καθορισμό, από τις επιθυμίες που δεν πραγματώνονται, τότε γίνεται εμφανής. Τότε διαπιστώνει κανείς πως δεν έχει την ελευθερία του να επανατοποθετήσει στόχους- ή να μην κάνει τίποτε- και να κάνει χαμογελαστή τη ζωή και να ελαφρώσει την ψυχή του.
Μου φαίνεται ότι, το κατά τα άλλα εξαιρετικά εμβριθές άρθρο, υποστηρίζει υπόρρητα (δυνάμει του διακριτικού προφίλ του συγγραφέα) το ρόλο του ερπετικού εγκεφάλου, πράγμα διόλου αδόκιμο για έναν δόκτορα της ψυχοφυσιολογίας, σωστά; Ωστόσο, ορμώμενη κυρίως από την αναφορά στα εγκεφαλικά συστήματα ανταμοιβής, θα ήθελα να προβώ σε δυο παρατηρήσεις, χωρίς κατ’ ουσίαν να αντιτίθεμαι στα γραφόμενα, αλλά μάλλον υπερθεματίζω:
α) Ίσως δεν πρέπει να συγχέουμε το μεγάλο έρωτα με την έντονη σεξουαλική έλξη και απόλαυση αν και, αναμφήριστα, το δεύτερο οφείλει να είναι υποσύνολο του πρώτου. Όμως, επειδή ο έρωτας ως συναίσθημα απορρέει απο ανώτερα πνευματικά κέντρα, η απώλειά του δεν εστιάζεται απλώς στην έλλειψη αδρεναλίνης και ντοπαμίνης με αποτέλεσμα την κατάθλιψη, αλλά στην απώλεια του ιδανικού, οπότε εδώ μιλάμε για θλίψη και υπαρξιακή αγωνία, τις οποίες δε θα σχολιάσουμε περαιτέρω εδώ.
β) Στις θρησκευτικές ή καλύτερα, μυστικιστικές εμπειρίες, υπεισέρχεται και ο παράγοντας του παιχνιδιού των εγκεφαλικών κυμάτων. Όσο αυξάνει η μεταρσίωση, τόσο ευρύνονται τα εγκεφαλικά κύματα, μειώνοντας συγχρόνως τις συχνότητές τους. Έτσι, ο μάρτυρας τέτοιων εμπειριών πέφτει αρχικά σε κατάσταση Άλφα και κατόπιν σε Θήτα (χμμμ, θυμάμαι έντονα τα προσχολικά μου χρόνια…), ενώ σε περιπτώσεις όπως αυτές των γιόγκι, ακόμα και σε Δέλτα, οπότε, στην τελευταία ειδικά περίπτωση, μιλάμε μάλλον για terra incognita!
Προσυπογράφω την άποψη του συγγραφέα σχετικά με την τραγικότητα της έλλειψης ελευθερίας.
Καλημέρα,
Εύα